26 October 2025

H τέχνη του να μεγαλώνεις χωρίς να παραιτείσαι

 

Υπάρχει μουσική που βγάζει τη γλώσσα της στον χρόνο, μουσική που ηχογραφήθηκε στο τώρα, στη δική μας εποχή, αλλά και μουσική από το παρελθόν που ξεπερνάει και ακυρώνει τα όρια ανάμεσα στο τι είναι καινούριο και τι είναι παλιό, μουσική διαχρονική, στην οποία, πάνω απ’ όλα, σημασία έχουν οι μουσικοί με όμικρον γιώτα.

Δηλαδή, ο Bruce Springsteen και η Ε Street Band: τo 2021 είδε μια νέα κυκλοφορία τους με τίτλο The Legendary 1979 No Nukes Concerts, ένα live album και μια ταινία για δύο κυριολεκτικά θρυλικές συναυλίες του 1979. Στη δεύτερη, ο Bruce Springsteen έτυχε να έχει γενέθλια, και προς το τέλος, εν μέσω μιας δεκάλεπτης διασκευής του Quartet to Three του Gary U.S. Bonds, λέει αστειευόμενος στο κοινό: «δε μπορώ να συνεχίσω να παίζω έτσι, είμαι 30 χρονών πια, δεν αντέχω».  

Είναι 72 χρονών όταν ο Stephen Colbert προβάλλει το σχετικό απόσπασμα στην εκπομπή του και τον ρωτάει τι είναι ίδιο και τι έχει αλλάξει από τότε – και o Springsteen απαντάει: «πάνω στη σκηνή δεν ξέρω αν υπάρχει μεγάλη διαφορά, ακόμα βγαίνουμε και τα δίνουμε όλα, κάθε βράδυ». Από πού έρχεται αυτή η αγάπη για τη μουσική και τη ζωή, αυτή η τρομερή ενέργεια που έχει ο Springsteen στη σκηνή, ακόμα και σήμερα, με τρίωρες και τετράωρες συναυλίες, αλλά και το πάθος και η ωριμότητα που έχουν τα νέα του albums, και είναι εξίσου σημαντικά με τα κλασσικά, όπως θα δούμε στη συνέχεια;

Ο David Brooks έχει γράψει στο Τhe Αtlantic ένα άρθρο για τον Bruce Springsteen και την τέχνη του να μεγαλώνεις, να γερνάς με ωραίο τρόπο. Είναι, λέει, πρωταθλητής σε αυτήν την τέχνη, γιατί αυτό που τον ωθεί δεν είναι η επιδίωξη της επιτυχίας και της αναγνώρισης, αλλά κάτι πιο βαθύ, πιο θεμελιώδες, όπως η δίψα. «Νιώθω ακόμα», λέει ο Springsteen στο ίδιο άρθρο, «μια ανάγκη να επικοινωνήσω που με καίει, είναι εκεί όταν ξυπνάω το πρωί, περπατάει δίπλα μου κατά τη διάρκεια της μέρας... εδώ και 50 χρόνια, δεν έχει σταματήσει».

Ας δούμε πώς ακούγεται αυτή η δίψα μέσω του Jungleland, από το  album The Legendary 1979 No Nukes Concerts, μια εκρηκτική εκτέλεση ενός εμβληματικού κομματιού του Springsteen με τον επίσης εμβληματικό ήχο της E Street Band – με τον ίδιο στα φωνητικά, την κιθάρα και τη φυσαρμόνικα, τον Steve Van Zandt στη rhythm κιθάρα, τον Garry Tallent στο μπάσο και τον Max Weinberg στα ντραμς, τον Roy Bittan στο πιάνο και τον Danny Federici στο όργανο, και τον Clarence Clemons στο σαξόφωνο, τον οποίον θα ακούσουμε να παίζει ένα σόλο που έγραψε ιστορία.


Αν αυτή η «νέα» κυκλοφορία είναι «παλιά», η αμέσως προηγούμενη ήταν «νέα»: πρόκειται φυσικά για το album Letter to You του 2020, το οποίο ηχογραφήθηκε μέσα σε τέσσερις μέρες, live στο studio του Springsteen στο New Jersey με την Ε Street Band στην τωρινή της σύνθεση. Σε αυτό θα συναντήσουμε πρωτότυπο σύγχρονο υλικό αλλά και την ανάμνηση και την επίγνωση του παρελθόντος: σημείο-κλειδί εδώ είναι η απώλεια του George Theiss το 2018 από καρκίνο, o οποίος ήταν συνοδοιπόρος του Springsteen στα πρώτα του βήματα πίσω στη δεκαετία του 60 με το συγκρότημα Τhe Castiles.

Αντικείμενο αυτού του album είναι η ίδια η μουσική και οι άνθρωποι που την δημιουργούν, o χρόνος που περνάει και οι μουσικοί που μεγαλώνουν, η απώλεια και το πένθος, αλλά και η αγάπη, η ζωή και η δημιουργικότητα. Από αυτήν την άποψη το Letter to You είναι ένα album συναισθηματικά φορτισμένο, αλλά ταυτόχρονα στοχαστικό και ώριμο – όπως λέει ο ίδιος ο Springsteen στο The Atlantic, ωριμότητα σημαίνει «να καταλαβαίνεις τα όρια της ζωής χωρίς να παραιτείσαι από τις δυνατότητες της».

Ακριβώς αυτά τα όρια, αλλά και αυτές τις δυνατότητες, διαπραγματεύεται το single Ghosts. Όπως εξηγεί o Springsteen στον ιστότοπό του, είναι ένα τραγούδι «για την ομορφιά και τη χαρά του να είσαι σε ένα συγκρότημα, και για τον πόνο του να χάνουμε ο ένας τον άλλον λόγω αρρώστιας και με το πέρασμα του χρόνου. Το Ghosts προσπαθεί να μιλήσει στο πνεύμα της ίδιας της μουσικής, κατι που δεν ανήκει σε κανέναν μας και μόνο μαζί μπορούμε να ανακαλύψουμε και να μοιραστούμε. Στην περίπτωση της E Street Band, βρίσκεται στη συλλογική μας ψυχή, τροφοδοτείται από την καρδιά».   




«Θα πάμε εκεί που η μουσική δεν τελειώνει ποτέ / Από τα στάδια μέχρι τα μπαρ των μικρών πόλεων», λένε οι στίχοι του House of a Thousand Guitars, ενός τραγουδιού για την αγάπη της μουσικής μέσα από το πρίσμα της συλλογικότητας που τη μοιράζεται. Ο David Brooks γράφει στο The Αtlantic ότι όπως κάθε επιτυχημένος ώριμος ενήλικας, ο Springsteen ξεχειλίζει ευγνωμοσύνη, ιδιαίτερα για τις ανθρώπινες σχέσεις και συγκεκριμένα για τη συντροφικότητα της E Street Band στα 45 χρόνια της μουσικής της πορείας.

Ο αναγνωρίσιμος, δυναμικός και μαγικά συμπαγής ήχος της E Street Band χαρακτηρίζει το Letter to You, η σύνθεσή της ωστόσο έχει διαφοροποιηθεί. Μαζί με τον Springsteen θα ξανασυναντήσουμε τον Steve Van Zandt στη rhythm κιθάρα και τον Roy Bittan στο πιάνο, όπως και τον Garry Tallent στο μπάσο και τον Max Weinberg στα ντραμς – ο Danny Federici όμως και ο Clarence Clemons έχουν φύγει από τη ζωή. Εδώ όργανο και σαξόφωνο παίζουν ο Charles Giordano και ο Jake Clemons αντίστοιχα, ενώ στο συγκρότημα συμμετέχουν επιπλέον ο Nils Lofgren στην κιθάρα, και η Patti Scialfa επίσης στην κιθάρα και τα φωνητικά.




To The Power of Prayer είναι ένα νέο τραγούδι για μια ιδιαίτερη θρησκεία, εκείνη της μουσικής και της ζωής – ή, αν προτιμάτε, για την πνευματικότητα και τον υπερβατικό χαρακτήρα της rock μουσικής. To Ιf I Was the Priest, από την άλλη, είναι νέο με την έννοια ότι ηχογραφήθηκε για το Letter to Υou – γράφτηκε, όμως, πολύ παλαιότερα, πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο album του Springsteen to 1973. Kαι, αντίστροφα, θα επιστρέψουμε στο παρελθόν για μια ξεχωριστή στιγμή που κοιτάζει το μέλλον.

Οι συναυλίες του The Legendary 1979 No Nukes Concerts έγιναν την περίοδο της δημιουργίας του album The River και περιλαμβάνουν την πρώτη live εκτέλεση του ομώνυμου κομματιού πριν κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο. Είναι ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του Springsteen, εμπνευσμένο από το οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζαν η αδερφή του και ο γαμπρός του: αυτή η ποιητική της εργατικής τάξης, σε συνδυασμό με τον ακουστικό ήχο, θα οδηγήσει στη συνέχεια, όπως λέει ο Springsteen στον Andy Green στο Rolling Stone, στη δημιουργία κομβικών albums όπως το Nebraska, το The Ghost of Tom Joad, και το Devils & Dust.



To album The Legendary 1979 No Nukes Concerts ηχογραφήθηκε στις 21 και στις 22 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς στο Madison Square Garden στη Νέα Υόρκη, όπου ο Bruce Springsteen και η E Street Band συμμετείχαν στις συναυλίες διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση πυρηνικής ενέργειας που είχε οργανώσει η ακτιβιστική ομάδα μουσικών όπως ο Jackson Browne, ο Graham Nash και η Bonnie Raitt. Το setlist βασιζόταν στα κλασσικά πλέον albums Born to Run και Darkness on the Edge of Town, τα οποία τότε ήταν τα πλέον πρόσφατα. O Bruce Springsteen δεν είχε δει την ταινία των συναυλιών πριν την ολοκλήρωσή της στην τωρινή εποχή, και όπως λέει στον Andy Green στο Rolling Stone ένιωσε μεγάλη συναισθηματική ένταση βλέποντας ξανά τον Danny Federici και τον Clarence Clemons που δε βρίσκονται πια στη ζωή.



Kαι ίσως για έναν τέτοιο λόγο το ωραιότερο κομμάτι από το Letter to Υou να είναι το Ill See You In My Dreams: εδώ η αγάπη είναι για τη ζωή και για τους ανθρώπους, τους φίλους και μουσικούς συνοδοιπόρους, και ειδικά εκείνους που δεν είναι μαζί μας πια. O θάνατος δεν είναι το τέλος, θα ξαναβρεθούμε γιατί θα σε δω στα όνειρα μου, λέει ο Bruce Springsteen συνοψίζοντας τα νήματα που διατρέχουν αυτό το album: την αγάπη για τη ζωή, την αναγνώριση του πόνου και της απώλειας, και τη μουσική της ελπίδας, της δημιουργικότητας και της συλλογικότητας. 



Η τέχνη της μουσικής και της ζωής, η τέχνη του να μεγαλώνεις χωρίς να παραιτείσαι: δύο πρόσφατα albums του Bruce Springsteen και της E Street Band, στα οποία το «καινούριο» είναι «παλιό», το «παλιό» «καινούριο», και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Rob DeMartin, 28.12.2021 @ The Soundscapes | Mixcloud)

17 October 2025

Η συλλογική ανθοφορία της ερήμου

Συλλογικότητα και συμμετοχικότητα: αυτοί ήταν πάντα και παραμένουν μέχρι σήμερα οι βασικοί πυλώνες της σκηνής της Palm Desert, όπως δείχνει το παράδειγμα νέων κυκλοφοριών από βετεράνους desert rock μουσικούς σαν τους Brant Bjork Trio: εδώ θα συναντήσουμε τον Brant Bjork στα φωνητικά και την κιθάρα, ο οποίος ξεκίνησε ως ντράμερ των Kyuss και των Fu Manchu, τον Mario Lalli στο μπάσο, ο οποίος προέρχεται από τους Yawning Man και τους Fatso Jetson, και τον Ryan Gut στα ντραμς, ο οποίος συμμετέχει στους Stoner. 



Ακολουθώντας, ωστόσο, το νήμα της συμμετοχικότητας, θα ξανασυναντήσουμε αυτούς τους τρεις κυρίους στους Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – εδώ, μαζί με τον Brant Bjork στην κιθάρα, τον Mario Lalli στο μπάσο και τον Ryan Gut στα ντραμς, συμμετέχουν οι επίσης πολυπράγμωνες Sean Wheeler στα φωνητικά και Mathias Schneeberger στα πλήκτρα, που έχουν αμφότεροι συμμετάσχει σε κοινά εγχειρήματα με τους Bjork και Lalli.

Αυτό συμβαίνει συχνά στη σκηνή της Palm Desert, όπως έχουμε δει και παλαιότερα στην περίπτωση των Yawning Balch και των Big Scenic Nowhere, και, πράγμα σημαντικότερο, συμβαίνει αυθεντικά: εδώ δεν υπάρχουν κατασκευασμένα από το μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας supergroups, ούτε ευπώλητα ντουέτα ή ευκαιριακές συμμετοχές ενός μουσικού στο album ενός άλλου που τις κανονίζει η εταιρεία τους.

Αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα οργανικό μουσικό οικοσύστημα, για έναν αστερισμό μακροχρόνιων συνοδοιπόρων και συνεργατικών σχημάτων. Εδώ, το επίδικο δεν είναι οι μουσικοί ατομικά ή η πορεία των επιμέρους συγκροτημάτων τους, αλλά η από κοινού αντιπροσώπευση του συλλογικού χαρακτήρα της ερήμου, μέσω του οποίου παράγει διαχρονικά τους μουσικούς της καρπούς, από τις αυτοοργανωμένες συναυλίες που γέννησαν τον ήχο της μέχρι τη σημερινή της ανθοφορία.


Μια φορά κι έναν καιρό στην έρημο ζούσε η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού και ο πολιτισμός της συλλογικότητας: η επέτειος των 30 ετών από την κυκλοφορία του εμβληματικού album Welcome Τo Sky Valley των Kyuss, αλλά και ο σύγχρονος ήχος της Palm Desert Scene μέσα από τις φετινές κυκλοφορίες των Brant Bjork Trio, Fu Manchu, Hermano, SoftSun και Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – μαζί, μια πρώτη γεύση από τα νέα albums των 1000mods και Planet Of Zeus (Φωτογραφία: Dag Sverre Randen)

11 October 2025

Στην πόλη των νικημένων ηρώων

 

«Πέρασα την περισσότερη ζωή μου ως μουσικός μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στο αμερικανικό όνειρο και την αμερικανική πραγματικότητα», έλεγε ο Bruce Springsteen σε μία από τις συναυλίες του το 2008. Και φυσικά είχε δίκιο: ως συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής και μουσικός με κοινωνική και ταξική συνείδηση, το έργο του δε θα μπορούσε να μην αναφέρεται στην εμπειρία και την καθημερινότητα της εργατικής τάξης, από την οποία άλλωστε προέρχεται.

Στην αφίσα της σημερινής εκπομπής υπάρχει μία από τις φωτογραφίες που έβγαλε o Terry ONeil το 1975: σε πρώτο πλάνο είναι ο Bruce Springsteen στο Sunset Strip του Los Angeles και στο βάθος διακρίνεται η διαφημιστική γιγαντοαφίσα με το εξώφυλλο του Born to Run, του album που κυκλοφόρησε εκείνη την χρονιά και τον καθιέρωσε. Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε συμβολική φωτογραφία, με την έννοια ότι σε όλη του τη μουσική πορεία και παρά την συντριπτική του επιτυχία, ο Springsteen κατάφερε να παραμείνει σε αυτό το πρώτο πλάνο, γειωμένος σαν να ήταν οποιοσδήποτε από εμάς στη μέση οποιουδήποτε δρόμου, και να μην αφομοιωθεί από το θέαμα της ίδιας του της εικόνας στο πεδίο της μουσικής βιομηχανίας: αυτή είναι η πηγή της αυθεντικότητάς του, της ποιητικής και του αφηγηματικού χαρακτήρα της μουσικής του, αλλά και της έντασης των ερμηνειών του στο στούντιο και στις συναυλίες που κατά κανόνα υπερβαίνουν τις 3 ώρες.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Greetings from Asbury Park, N.J. και The Wild, the Innocent & the E Street Shuffle, τα δύο πρώτα albums του Bruce Springsteen που κυκλοφόρησαν στην αρχή και το τέλος του 1973 αντίστοιχα. Από το πρώτο θα ακούσουμε το Lost in the Flood, το οποίο αναφέρεται στη πορεία ενός περιθωριοποιημένου βετεράνου προς τον θάνατο, και από το δεύτερο, τι άλλο; Μια σερενάτα για την αιώνια Νέα Υόρκη. 



Τα δύο πρώτα albums θα προσφέρουν στον Bruce Springsteen καλλιτεχνική αναγνώριση, όχι όμως εμπορική επιτυχία. Αυτή θα έρθει με το επόμενό του album, το περίφημο Born to Run του 1975. Στην αρχή της μουσικής του πορείας, η εταιρεία του είχε προσπαθήσει να τον προωθήσει ως τον «νέο Dylan», και στη συνέχεια έκανε μια μεγάλη διαφημιστική καμπάνια παρουσιάζοντάς τον ως «το μέλλον του rock ’n’ roll» – ο ίδιος ασφυκτιούσε με όλα αυτά, και σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό πριν την πρώτη του συναυλία στο Λονδίνο, βλέποντας την επιγραφή «Επιτέλους το Λονδίνο είναι έτοιμο για τον Bruce Springsteen και την E Street Band» στην μαρκίζα του Hammersmith Odeon θα σκίσει οργισμένος τις  διαφημιστικές αφίσες στην είσοδο.

Το Born to Run δείχνει ξεκάθαρα ποιος είναι ο Bruce Springsteen: οκτώ τραγούδια τοποθετημένα σε σειρά ώστε κάθε τετράδα να ξεκινάει με την ελπίδα και να καταλήγει στην απόγνωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εμβληματικό ομώνυμο κομμάτι στη μέση του album αποτελεί ωδή στην ελπίδα ενός νέου ζευγαριού να ξεφύγει από την αδιέξοδη ζωή του στην πόλη των νικημένων ηρώων. Αντίθετα, το Jungleland κλείνει το album με την ιστορία του Magic Rat και του Ξυπόλυτου Κοριτσιού: εκείνος σκοτώνεται από το ίδιο του το όνειρο, χωρίς ούτε ένας άνθρωπος να κοιτάζει το ασθενοφόρο που τον μεταφέρει, ενώ εκείνη σβύνει ολομόναχη το φως του υπνοδωματίου. «Οι ποιητές εδώ κάτω», καταλήγουν οι στίχοι του Springsteen, «δε γράφουν τίποτα απολύτως / απλά κάνουν πίσω και τα αφήνουν όλα ως έχουν».




Την περίοδο του Born to Run θα αποκτήσει την κλασσική της σύνθεση η θρυλική E Street Band, ο οργανικός ήχος της οποίας ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα ταυτισμένος με τη μουσική του Bruce Springsteen. Για τις ηχογραφήσεις αυτού του album θα προστεθούν στο συγκρότημα ο πιανίστας Roy Bittan και ο ντράμερ Max Weinberg, μαζί με τους ήδη συμμετέχοντες Garry Tallent στο μπάσο, Danny Federici στα πλήκτρα, και Clarence Clemons στο τενόρο σαξόφωνο, το αξέχαστο σόλο του οποίου στο Jungleland μόλις ακούσαμε. Επιπλέον, ο κιθαρίστας και φίλος του Springsteen Steve Van Zandt θα συμβάλλει στην ενορχήστρωση των πνευστών και τα δεύτερα φωνητικά, για να γίνει στη συνέχεια πλήρες μέλος, αναλαμβάνοντας τις rhythm κιθάρες.

Παρά την τεράστια επιτυχία του Born to Run, ο Bruce Springsteen δε θα επιδιώξει να κυκλοφορήσει έναν κλώνο του, και θα έρθει επιπλέον σε ρήξη με τον μάνατζέρ του, ο οποίος προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία μέσω μιας live κυκλοφορίας. Μετά από δικαστική διαμάχη που τον εμπόδισε να ηχογραφήσει επί ένα χρόνο, ο Springsteen θα παρουσιάσει ένα πιο μελαγχολικό αλλά και πιο ώριμο album, το Darkness on the Edge of Town του 1978, το οποίο χαρακτηριζόταν από την εσκεμμένη στροφή προς έναν περισσότερο άμεσο ήχο και μια πιο λιτή παραγωγή σε σύγκριση με το Born to Run.

Η μουσική κατεύθυνση και το στιχουργικό περιεχόμενο αυτού του album φωτίζουν κυριολεκτικά το σκοτάδι που σκεπάζει τις ζωές των κοινωνικά περιθωριοποιημένων και οικονομικά αδύναμων. Ενδεικτικά, στο Racing in the Street, ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια σε όλη τη μουσική πορεία του Springsteen, θα συναντήσουμε ένα ζευγάρι που έχει συντριβεί: εκείνος εκτονώνει την αδιέξοδη ζωή του κάνοντας κόντρες με αυτοκίνητα τη νύχτα, και εκείνη έχει δει όλα της τα όνειρα να σκίζονται, αφήνοντάς την να κοιτάζει με απλανές βλέμμα τη νύχτα.



Το Darkness on the Edge of Town είχε μεγάλη καλλιτεχνική αναγνώριση αλλά μέτρια εμπορική επιτυχία, πράγμα που θα αλλάξει με το διπλό και πολυπρισματικό album The River, το οποίο θα ακολουθήσει το 1980 για να παραμείνει μέχρι σήμερα η τρίτη πιο δημοφιλής κυκλοφορία του Bruce Springsteen. Πρόκειται για μια συνειδητή προσπάθεια να μεταγραφεί η καταιγιστική επί σκηνής ενέργεια και ο ενθουσιασμός της E Street Band σε μια στούντιο ηχογράφηση μέσα από ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών διαφορετικού ύφους. Μεταξύ αυτών βρίσκονται μερικά  από τα πιο γνωστά κομμάτια του Springsteen, όπως το ιδιαίτερα επιτυχημένο single Hungry Heart που δανείζεται τον τίτλο του από έναν στίχο του ποιήματος Οδυσσέας του Alfred, Lord Tennyson.  

Η συγκεκριμένη αχόρταγη καρδιά, ωστόσο, και ο παντοτινά περιπλανώμενος κάτοχός της αποτελούν σπουδή στη χαρμολύπη: η αναγνωρίσιμη pop μελωδία και ο χαρούμενος, σχεδόν χορευτικός ρυθμός του τραγουδιού συνυπάρχουν αντιθετικά με την αφήγηση του αδιεξόδου ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε την οικογένειά του για να αναζητήσει τον έρωτα και κατέληξε ολομόναχος. Από την άλλη μεριά, στο θρυλικό και ακαταμάχητα θλιμμένο ομώνυμο κομμάτι του album, ο Springsteen συνεχίζει να ξετυλίγει το νήμα της ζωής των από κάτω, με το ποτάμι ως σύμβολο της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή που καταρρέει – πηγή έμπνευσης εδώ ήταν ο αγώνας που έδωσαν η αδελφή του και ο γαμπρός του για να επιβιώσουν όταν εκείνος έχασε τη δουλειά του.




Tο τέλος της θριαμβευτικής περιοδείας για το album The River, η οποία κράτησε ένα χρόνο με 140 συναυλίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, βρίσκει τον Bruce Springsteen με ανάμικτα συναισθήματα για τον ρόλο του ως καλλιτέχνη και ακόμα περισσότερο επιφυλακτικό απέναντι στην επιτυχία και τη συνακόλουθη αποκοπή του από το κοινωνικό και ταξικό πλαίσιο για το οποίο έγραφε. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυρθεί στην επαρχία του New Jersey και έξι μήνες αργότερα να επανέλθει έχοντας ηχογραφήσει με ένα τετρακάναλο μαγνητόφωνο στο υπνοδωμάτιό του τα ακουστικά demos δεκαεπτά νέων τραγουδιών.

Παρότι αυτά τα κομμάτια θα ενορχηστρωθούν για ηλεκτρικά όργανα στις πρόβες με την E Street Band, ο Springsteen κλίνει τελικά υπέρ της μινιμαλιστικής folk αμεσότητας των demos και για πρώτη φορά θα χρησιμοποιήσει ακούσιο υλικό, δηλαδή μουσική την οποία δε σκόπευε να κυκλοφορήσει στη μορφή με την οποία την ηχογράφησε. Δέκα από αυτά τα demos θα συγκροτήσουν το album Nebraska του 1982, με κοινό θεματικό άξονα, όπως λέει ο ίδιος στο βιβλίο Songs του 2003, «[τ]η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σταθερότητα και εκείνη τη στιγμή που ο χρόνος σταματάει και όλα σκοτεινιάζουν, τη στιγμή που τα πράγματα που σε συνδέουν με τον κόσμο σου – η δουλειά σου, η οικογένεια σου, οι φίλοι, η πίστη σου, η αγάπη και η ευγνωμοσύνη στην καρδιά σου – σε απογοητεύουν».  

Το Nebraska είναι η πλέον απρόβλεπτη και αντιεμπορική κυκλοφορία της μουσικής του πορείας. Την περίοδο της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολούθησε τον εκλογικό θρίαμβο του Ronald Reagan, ο Springsteen προτάσσει μια ευθεία αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου μέσω ιστοριών για τους φτωχούς και αλλοτριωμένους που οδηγούνται στην κατάρρευση και το έγκλημα. Σε μια εποχή επικράτησης της pop ελαφρότητας, της ευρείας χρήσης ηλεκτρονικών οργάνων και «γυαλιστερών» παραγωγών, αλλά και της μουσικής επιτήδευσης σε μεγάλο μέρος των mainstream αλλά και των εναλλακτικών ακουσμάτων, προτάσσει έναν τραχύ και ακατέργαστο ακουστικό ήχο και μια λιτή, υποβλητική και βαθιά θλιμμένη, στοιχειωμένη θα έλεγε κανείς, ερμηνεία με ελάχιστες χαραμάδες ελπίδας, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας επούλωσης των τραυμάτων από τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του.

Στα ακουστικά demos του Nebraska, ωστόσο, υπάρχουν επιπλέον κομμάτια που θα κυκλοφορήσουν στο επόμενο και πλέον επιτυχημένο album Born in the USA το 1984, όπως το ομώνυμο και το Downbound Train, μαζί με κομμάτια που προέκυψαν στις σχετικές πρόβες, όπως τα Im GoinDown και Im on Fire. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή Entertainment Tonight εκείνη τη χρονιά, ο Bruce Springsteen ρωτήθηκε πώς συμφιλιώνει το γεγονός ότι απομυθοποιεί το αμερικανικό όνειρο με τα τραγούδια του με το γεγονός ότι ο ίδιος είναι η προσωποποίηση του αμερικανικού ονείρου λόγω της επιτυχίας του. Και εκείνος έδωσε μια αφοπλιστικά ειλικρινή απάντηση: «δεν ξέρω, δεν είναι κάτι που έχω επιλύσει». Αυτό, ωστόσο, που έχει επιλύσει από την πρώτη δεκαετία της μουσικής του πορείας αυτό το εργατόπαιδο από το New Jersey είναι η διαφορά ανάμεσα στην εμπορική επιτυχία και την καλλιτεχνική ακεραιότητα, με την ξεκάθαρη επικράτηση της δεύτερης να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα, όπως έχουμε δει σε άλλη εκπομπή.



Baby, we were born to run: η εργατική τάξη και ο ροκ ποιητής της που παρά την επιτυχία δεν έπαψε να μιλάει για το σκοτάδι στην άκρη της πόλης (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Terry O'Neil, 24.10.2019 @ enfo | radio)

4 October 2025

Απέναντι σε κάθε εξουσία

 

Το hip hop δε γεννήθηκε τυχαία στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 70: ήταν η μουσική τέχνη των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων της αφρομερικανικής κοινότητας, η δική τους φωνή για τη δική τους εμπειρία και καθημερινότητα στην καρδιά της καπιταλιστικής μητρόπολης. Όπως όμως έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, για παράδειγμα στην περίπτωση των blues, η μουσική βιομηχανία απαλλοτρίωσε σε σημαντικό βαθμό την αυθεντική πολιτισμική έκφραση που πρέσβευε το hip hop, επιδιώκοντας να την παρουσιάσει ως ένα μουσικά εύπεπτο και πολιτικά αναιμικό εμπορικό προϊόν.

Λίγα συγκροτήματα έχουν κάνει τόσα πολλά για να ακούγεται η φωνή των από κάτω στο hip hop όσο οι Public Enemy – και λίγα κομμάτια είναι τόσο σημαντικά για τη μουσική ταυτότητα του συγκροτήματος, αλλά και συνολικά για τη hip hop κουλτούρα, όσο το Fight the Power. Κυκλοφόρησε το 1989 στο soundtrack της ταινίας Do the Right Thing του Spike Lee, ο οποίος θα σκηνοθετήσει και το video clip του τραγουδιού αίροντας συμβολικά τη διάκριση μεταξύ μουσικής συναυλίας και πολιτικής διαδήλωσης. 

Το Fight the Power παραμένει μέχρι σήμερα εμβληματικό, συνδυάζοντας την πρωτοποριακή παραγωγή των The Bomb Squad και τη δυναμική ενός μεγάλου φάσματος samples της αφροαμερικανικής μουσικής κουλτούρας, το solo του διακεκριμένου τόσο στην jazz όσο και στην κλασσική σαξοφωνίστα Branford Marsalis, και τη στιχουργική της εξέγερσης με αιχμή τις ριζοσπαστικές ρίμες του Chuck D. Το 1990 θα ακολουθήσει δεύτερη εκτέλεση στο album Fear of a Black Planet των Public Enemy, ενώ το 2020 το επετειακό και πολιτικά επικαιροποιημένο remix του Fight the Power θα υπογραμμίσει τη διαχρονική του σημασία ως τραγούδι πολιτικής διαμαρτυρίας.




Hip hop που δε μασάει τα λόγια του ενάντια στον ρατσισμό, την εκμετάλλευση και την αστυνομική βία (εικόνα: Shepard Fairey)