Showing posts with label Hip hop. Show all posts
Showing posts with label Hip hop. Show all posts

18 May 2026

Τώρα η καρδιά μου είναι ελεύθερη

 

Η πολυπρισματική σύγχρονη jazz  fusion του Kamasi Washington συναντάει το hip hop στο κομμάτι Asha The First, από το Fearless Movement, το πέμπτο και ίσως καλύτερό του album. Συνοδοιπόροι του εδώ είναι οι δίδυμοι rappers Taj και Ras Austin των Coast Contra και ο μπασίστας, τραγουδιστής και παραγωγός Stephen ThundercatBruner, η μουσική πορεία του οποίου εκτείνεται από το crossover thrash των Suicidal Tendencies ως τη soul της Erikah Badu και το hip hop του Kendrick Lamar.

Παράλληλα, το Asha The First είναι σημείο συνάντησης της μουσικής καινοτομίας με το γέλιο ενός παιδιού: το κεντρικό μουσικό θέμα προέρχεται από μια μελωδία που έπαιζε στο πιάνο η Αsha, η τετράχρονη κόρη του Kamasi Washington, η οποία διακρίνεται να τρέχει γελώντας στο εξώφυλλο του album. Η αντίθεση με τη στατική εικόνα του πατέρα της, που θυμίζει σαμάνο όπως στα εξώφυλλα των προηγούμενων albums του, είναι συμβολική των αλλαγών που έχει φέρει στη ζωή του η Asha. Όπως λέει ο ίδιος στους The New York Times, «το οπτικό αποτέλεσμα αποδίδει τέλεια την ενέργειά της».

Το Asha The First είναι ένα προσωπικό κομμάτι για τον Kamasi Washington και, ταυτόχρονα, οι στίχοι του έχουν κοινωνικά ενσυνείδητο χαρακτήρα, μεταξύ άλλων για τη γονεϊκότητα. Με άλλα λόγια, το προσωπικό είναι πάντα πολιτικό, και εδώ αφορά και τη δημιουργία μουσικής πέρα από στερεότυπα, με τη βοήθεια της Asha. Όπως εξηγεί ο Kamasi Washington στο Paste, «όλα όσα κάνουν [τα παιδιά] είναι νέα, κάθε εμπειρία είναι μια νέα εμπειρία. Και καθώς μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε […] τι είναι ασφαλές. Αλλά αυτή η παιδική μουσική ενέργεια είναι ισχυρή, αυτή η ελευθερία που αποπνέουν τα παιδιά. Από αυτήν την άποψη μαθαίνω από εκείνη. Δεν φοβάται να πει οτιδήποτε. Θα δοκιμάσει οτιδήποτε, οπότε θα παίξει οτιδήποτε στο πιάνο. Τίποτα δεν είναι λάθος για εκείνη. Είναι απλά διαφορετικές εκδοχές του σωστού»



Από τις εκπληκτικές πρώτες κυκλοφορίες της Amy Gadiaga, της Sarah Hanahan και της Nicky Kokkoli στον θεμελιώδη σύγχρονο ήχο του Kamasi Washington, της Lakecia Benjamin και του Immanuel Wilkins, και από την συνεργασία της Esperanza Spalding με τον latin jazz θρύλο Milton Nascimento στην σύμπραξη του Wynton Marsalis με την Jazz At Lincoln Center Orchestra – μαζί, jazz και πολιτική από το παρελθόν στο παρόν, από τη μία άκρη του Ατλαντικού στην άλλη, από τη ρατσιστική βία στις γυναικοκτονίες (φωτογραφία: Elizabeth Leitzell)



24 March 2026

Τα όρια που δεν υπήρχαν

Από τα blues στην jazz, από τα gospel στη soul, από το funk στο hip hop – αγαπάμε αυτήν τη μουσική πέρα από συμβατικούς διαχωρισμούς μεταξύ ειδών που στην πραγματικότητα είναι αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις της μουσικής βιομηχανίας, αυτό που στη γλώσσα της ονομάζεται διαφοροποίηση προϊόντων. Το ακριβώς αντίθετο έχει σημασία: οι κοινές ρίζες,  οι παράλληλες πορείες και οι οργανικοί συνδυασμοί που χαρακτηρίζουν, ενδυναμώνουν και καθιστούν καινοτόμο και πρωτοπόρα τη μαύρη μουσική.

Στην αρχή ενός τέτοιου μουσικού νήματος θα (ξανα)συναντήσουμε τον Herbie Hancock, ο οποίος δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις δάφνες του, από τη συμμετοχή του στο δεύτερο κουαρτέτο του Miles Davis μέχρι την jazz fusion περίοδο των προσωπικών του κυκλοφοριών και τις πολλαπλές συνεργασίες του μέχρι σήμερα – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με την κορυφαία σύγχρονη μπασίστρια Meshell Ndegeocello στο Nocturnal Sunshine, από τη συλλογή Stolen Moments: Red Hot + Cool που κυκλοφόρησε το 1994 με σκοπό την ενημέρωση και την υποστήριξη έναντι του AIDS.



Ακολουθώντας το μουσικό νήμα του Herbie Hancock οδηγηθήκαμε στη συνεργασία του με τον Guru στο Timeless, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 3: Streetsoul του 2000. Με αυτήν τη σειρά κυκλοφοριών ο θρυλικός rapper και μέλος του ντουέτου Gang Starr συνέβαλε καθοριστικά στην υπέρβαση των ορίων μεταξύ της jazz και του hip hop. Καθόλου τυχαία, μαζί του θα (ξανα)συναντήσουμε τη Meshell Ndegeocello στο κομμάτι For You, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 2: The New Reality του 1995. Και ακολουθώντας το δικό της νήμα θα φτάσουμε στη συμμετοχή της, μαζί με τη H.E.R., στο Better Than I Imagined, από το album Black Radio III που κυκλοφόρησε το 2022 ο πολυβραβευμένος πιανίστας Robert Glasper υπερβαίνοντας τα όρια μεταξύ της jazz, της soul και του hip hop.



Μέχρι να ονειρευτούμε τη μουσική πέρα από κάθε όριο και συμβατικό διαχωρισμό: τα διαχρονικά νήματα που ενώνουν τα blues με τη soul, το funk, την jazz και το hip hop μέσα από εμβληματικές συνεργασίες κλασικών και σύγχρονων μουσικών (φωτογραφία: Jason Rodgers)

28 February 2026

Χρώμα για να βαφτεί όλη η γη πάνω απ’ το γκρι

 

Να μη συνηθίσουμε τον θάνατο.

Η φράση αυτή παραμένει επίκαιρη στη σκιά του εγκλήματος στα Τέμπη. Όχι μόνο λόγω των κυβερνητικών ευθυνών για τις παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας, για τις οποίες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στον σιδηρόδρομο είχαν προειδοποιήσει και απεργήσει, αλλά αγνοήθηκαν και λοιδορήθηκαν. Όχι μόνο λόγω των πολιτικών ιδιωτικοποίησης που δίνουν προτεραιότητα στα επιχειρηματικά κέρδη έναντι του κοινού καλού. Όχι μόνο λόγω του προσβλητικού κυνισμού υπουργικών δηλώσεων, όπως η παραδοχή ότι αν μιλούσαν για την επικινδυνότητα των τρένων κανείς δε θα αγόραζε εισιτήριο.

Είναι επίκαιρη κυρίως λόγω του ελλείμματος λογοδοσίας που χαρακτηρίζει σταθερά και συστηματικά ολόκληρο το διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε. Η αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ζωής και η ατιμωρησία που τη συνοδεύει άλλωστε δεν αφορά μόνο τα Τέμπη, όπως λέει στην Εφημερίδα των Συντακτών η επιζώσα Ηλιάννα Μανίκα:

«Στο ίδιο έργο θεατές. Σε όλες τις δολοφονίες του συστήματος: τους πρόσφυγες που πνίγονται, τους εργάτες που σκοτώνονται κάθε δύο μέρες, τις δολοφονίες της αστυνομίας, τους συνεπιβάτες μου που δολοφονήθηκαν επειδή τόλμησαν να μπουν στο τρένο, προβάλλονται η ατομική ευθύνη, το ανθρώπινο λάθος και τα «μεμονωμένα περιστατικά». Η δικαιοσύνη τους εξυπηρετεί την πολιτική των ισχυρών, που μας φτωχοποιεί, μας στερεί τα δικαιώματα, μέχρι και την ίδια μας τη ζωή. Πιστεύω, όμως, στο δίκιο. Γι’ αυτό δεν θα επιλέξω τη μοιρολατρική στάση και δεν θα αποδεχθώ τη ζοφερή αυτή κατάσταση. Θα συμμετάσχω στον αγώνα για να αποδοθεί δικαιοσύνη, γιατί, αν και την έχουν πάρει με το μέρος τους, εμείς θα αξιοποιήσουμε τη δύναμή μας ενάντια στη διαφθορά της για να επιβάλουμε το πραγματικό δίκιο».


Wonderland #143
Χρώμα για να βαφτεί όλη η γη πάνω απ’ το γκρι

Η παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω: σύγχρονο ριζοσπαστικό hip hop έναντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό και την εκμετάλλευση, από το Παρίσι μέχρι το Λος Άντζελες και από τη Γουατεμάλα μέχρι την Αθήνα – μαζί, το έγκλημα στα Τέμπη και το έλλειμμα λογοδοσίας ένα χρόνο μετά (φωτογραφία: Nick Miller)

8 February 2026

Ένας καλύτερος κόσμος

 

Το μόνο σίγουρο στον κόσμο είναι ότι δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν τον αλλάξουμε εμείς, και αν δεν κάνουμε κάτι για να γίνει καλύτερος θα συνεχίσει να αλλάζει προς το χειρότερο, προς τη φτώχεια, το μίσος, τον πόλεμο. Αυτό λέει το θρυλικό και πολυδιασκευασμένο, μέχρι σήμερα, στη δική μας εποχή, κομμάτι των Harold Melvin & the Blue Notes, με το οποίο θα ξεκινήσουμε σήμερα: Wake Up Everybody, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε το 1975.

Το Wake Up Everybody είναι μέρος των πρακτικά απέραντων νημάτων που διατρέχουν και συνδέουν τη μουσική της αφροαμερικανικής κοινότητας από τα spirituals την εποχή της δουλείας, τα gospel, τα blues και την jazz, τη soul και το funk των δεκαετιών του 60 και 70, και φυσικά το σύγχρονο hip hop. Ενδεικτικά, αυτό το κομμάτι χρησιμοποιούν ως sample οι Wu-Tang Clan στο A Better Tomorrow, από το ομώνυμο album τους του 2014, επικαιροποιώντας το περιεχόμενό του για τη δική μας εποχή αλλά και αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη διαχρονικότητα του αιτήματος για έναν καλύτερο κόσμο. 





H soul μουσική που άλλαξε τον κόσμο: πολιτικοποίηση και καλλιτεχνική αυτονομία από τα gospel στο funk και το σύγχρονο hip hop – μαζί, δυο λόγια για την έξωση του Συλλόγου Αρχαιολόγων και το ναυάγιο της Πύλου (Φωτογραφία: Hank Parker)

4 January 2026

20 κυκλοφορίες του 2025 για το μέλλον

Ό,τι λάμπει είναι χρυσός. Οι  λίστες με τα «καλύτερα» τραγούδια, albums κ.λπ. της χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία ουδέποτε έχει προωθήσει τα προϊόντα της μέσω άρθρων γνώμης. Όλη η μουσική άλλωστε μπορεί και πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε συναίσθημα που μας προκαλεί να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι γάιδαροι πετάνε.

Οπότε, όχι, αυτά δεν είναι τα «καλύτερα» του 2025. Είναι απλά μέρος της μουσικής που ακούσαμε και μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε να μοιραστούμε – και στις δύο περιπτώσεις, όμως, φαίνεται ότι θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Προς το παρόν, 20 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών σε χρονολογική και όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα εν μέσω στοχευμένων προωθήσεων, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.



1. Evan Nicole Bell
Shades of Blue (16 Ιανουαρίου)

Τραγουδίστρια και κιθαρίστρια, αυτοσχεδιάστρια και πολυοργανίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, παραγωγός και μηχανικός ήχου: η Evan Nicole Bell διακρίνεται σε ένα εντυπωσιακό φάσμα ρόλων στο πρώτο της album, δημιουργώντας έναν σύγχρονο και πολυδιάστατο blues ήχο που συνδυάζει folk, alternative rock και soul στοιχεία, και, ταυτόχρονα, συνομιλεί με τη διαχρονική επικαιρότητα ενός συναρπαστικού παρελθόντος. Αν τα blues είναι βαθιές ρίζες όσο και σημερινά άνθη, εδώ αναδεικνύονται με την παραδειγματική καλλιτεχνική αυτονομία που αφενός τους αξίζει και αφετέρου χαρακτηρίζει την ιστορία της δημιουργίας τους.




2. Sharon Van Etten 
& The Attachment Theory
Sharon Van Etten & The Attachment Theory (7 Φεβρουαρίου)

Καλλιτεχνικά ανήσυχη και διαρκώς εξελισσόμενη, η Sharon Van Etten επιστρέφει με το καλύτερο album της την τελευταία δεκαετία, αλλά και το πρώτο που αποτελεί συλλογική δημιουργία με το τωρινό της συγκρότημα. Η στροφή των τελευταίων ετών προς μια new wave κατεύθυνση εδώ ενισχύεται από ατμοσφαιρικά post-rock στοιχεία, σε αντίστιξη με τα οποία τα εκφραστικά φωνητικά της Sharon Van Etten ακούγονται πιο κοφτερά και ταυτόχρονα πιο τρυφερά από ποτέ. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζει συνολικά το album, σαν τη δυνατότητα να βλέπει κανείς την εγγενή ομορφιά της ζωής ακόμα και όταν το φως διαρκώς εξασθενεί. 




3. Anneke van Giersbergen
La Vie (28 Φεβρουαρίου)

Η μουσική πορεία της Anneke μετά τους The Gathering φτάνει τα 18 χρόνια προσωπικών κυκλοφοριών και πολλαπλών συνεργασιών. Τίποτα, ωστόσο, δε μοιάζει με αυτό το EP και ούτε θα μπορούσε, καθώς περιλαμβάνει 4 τραγούδια που έγραψε μετά την απώλεια των γονέων της. Κι όμως, αυτή δεν είναι μουσική του πένθους, αλλά της ουσίας του, του λόγου που έχει σημασία, με τη μοναδική ζεστασιά και αμεσότητα της Anneke να δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό και χαμηλών τόνων ύμνο στην αγάπη. Καθόλου τυχαία, πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας τριλογίας EPs που θα συγκροτήσουν το νέο της album με τίτλο La Vie, La Mort, L’Amour: η Ζωή, ο Θάνατος, η Αγάπη. 




4. Rationalistas
Προσάναμμα (8 Μαρτίου)

Το ενσυνείδητο και βιωματικό hip hop των Rationalistas, γειωμένo στην καθημερινότητα της γειτονιάς και της δουλειάς, ανταποκρίνεται στην εποχή μας με έναν τρόπο που την ξεπερνάει: οι ρίμες και τα beats συναρθρώνουν οργανικά τις προσωπικές μας δυσκολίες με τις κοινωνικές συνθήκες που τις προκαλούν, αλλά και την αλληλεγγύη που μας δίνει ανάσες, από την έμφυλη βία στην Ηλιούπολη μέχρι τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μια μουσική οργισμένη αλλά και υπέροχα μελαγχολική, ενδυναμωτική και ενίοτε χορευτική, στη σημαντικότερη μέχρι σήμερα στιγμή ενός παραδειγματικά συλλογικού hip hop σχήματος.




5. Backxwash
Only Dust Remains (28 Mαρτίου)

Με τη χειρουργική ακρίβεια της λάμας του νυστεριού, αλλά και το σπάραγμα της καρδιάς ενός τρομαγμένου πουλιού, η εκφραστική δύναμη της Backxwash αγγίζει τον προσωπικό και συλλογικό πόνο της εποχής μας – από την ταυτότητα, το τραύμα και τη θνητότητα μέχρι την αγριότητα της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Τα ηχητικά της τοπία συνθέτουν industrial, rock και ambient στοιχεία σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ενώ οι ρίμες της ισοδυναμούν άλλοτε με τον πύρινο λόγο ενός ιεροκήρυκα της Αποκάλυψης κι άλλοτε με εξομολογήσεις κυριολεκτικά τρομακτικής ευαλωτότητας.  Και ίσως είναι ακριβώς αυτή η μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της μουσικής της Backxwash που καθιστά το album της τόσο σημαντικό – και όχι μόνο για το hip hop ή το 2025.




6. Anouar Brahem
After the Last Sky (28 Mαρτίου)

Ο Τυνήσιος ουτίστας Anouar Brahem αντανακλά συγκλονιστικά πάνω στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη με κύριο όχημα τον jazz αυτοσχεδιασμό και τη βοήθεια του μπασίστα Dave Holland, του πιανίστα Django Bates και της τσελίστριας Anja Lechner. Ο τίτλος του album παραπέμπει σε ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Mahmoud Darwish, για τον οποίο η Παλαιστίνη ήταν «κάλεσμα και υπόσχεση ελευθερίας ταυτόχρονα», γράφει ο Adam Satz στις σημειώσεις του album, προσθέτοντας ότι ο Anouar Brahem ανταποκρίνεται και στις δυο αυτές πλευρές όπως έκαναν τα εκατομμύρια των διαδηλωτών σε όλο τον κόσμο: το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μοίρα της Παλαιστίνης.




7. Deafheaven
Lonely People With Power (28 Μαρτίου)

Είναι ευχή και κατάρα για ένα συγκρότημα του ακραίου ήχου να προσελκύει mainstream ενδιαφέρον και στην περίπτωση των Deafheaven το αποτέλεσμα την προηγούμενη δεκαετία ήταν να υπερεκτιμηθούν και να υποτιμηθούν ταυτόχρονα από διαφορετικά κοινά για διαφορετικούς λόγους. Αλλά μέχρι εδώ: φέτος δεν κυκλοφόρησαν απλά το καλύτερό τους album, αλλά επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους συνθέτοντας τα καλύτερα επιμέρους στοιχεία της με απαραίτητη αιχμή τα σχισμένα φωνητικά του George Clarke. Όσ@ αγαπάμε τη metal σκηνή, και τη μουσική περισσότερο από τους εαυτούς μας, ξέρουμε τι να κάνουμε.




8. Rhiannon Giddens & Justin Robinson
What Did the Blackbird Say to the Crow 
(18 Απριλίου)

H Rhiannon Giddens και ο Justin Robinson, βραβευμένοι folk μουσικοί και παλαιότερα συνοδοιπόροι στους Carolina Chocolate Drops, ερμηνεύουν 18 παραδοσιακά κομμάτια με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα της live ηχογράφησης σε εξωτερικούς χώρους. Το αποτέλεσμα είναι άλλη μια υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy του 2026, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτα την κριτική τους θέση υπέρ της μουσικής για την απόλαυση της κοινότητας αντί για τα συμφέροντα της αγοράς. «Ποιος είναι ο ρόλος της μουσικής στην κοινωνία μας;» επιμένει η Rhiannon Giddens. «Πώς μπορούμε να την αποσυνδέσουμε από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, όπου η μουσική είναι προϊόν και οι μουσικοί έχουν δευτερεύουσα σημασία;»




9. SUMAC & Moor Mother
The Film (25 Απριλίου)

Είναι καιρός να πάρουμε πίσω την ανάσα μας: ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος και η υποβλητική απαγγελία της hip hop ποιήτριας Moor Mother αφήνει προσωρινά τα free jazz ηχητικά τοπία των Irreversible Entanglements για να συναντηθεί εδώ με τον sludge metal πειραματισμό των SUMAC, οι οποίοι κυκλοφορούν μαζί της το καλύτερό τους album. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, πόλεμος και εκτοπισμός, συστημική βία και κλιματική κρίση, είναι τα θεματικά νήματα ενός album που η ίδια του η ύπαρξη ως ενιαίου έργου τέχνης αντιβαίνει τον καταναλωτικό προσανατολισμό της μουσικής βιομηχανίας. 




10. Hedvig Mollestad Trio
Bees In The Bonnet (9 Μαΐου)

Μια από τις πρωτοπόρες κιθαρίστριες της εποχής μας επιστρέφει μετά από τέσσερα χρόνια solo και συνεργατικών κυκλοφοριών στο φυσικό της περιβάλλον. Η παροιμιώδης χημεία της Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad κατεδαφίζει κάθε διαχωρισμό μεταξύ jazz, rock και metal – στην προκειμένη περίπτωση, σε τρεις άξονες: καταιγιστικός αυτοσχεδιασμός, ατμοσφαιρικός πειραματισμός, και μια μελωδική νηνεμία πριν την τελική καταιγίδα. Οι Hedvig Mollestad Trio είναι μια ασταμάτητη πηγή αναπάντεχης και συναρπαστικής μουσικής – χωρίς περιστροφές, η ευρωπαϊκή jazz δεν ήταν ποτέ καλύτερη. 




11. Pelican
Flickering Resonance (16 Μαΐου)

Τα λίγα δευτερόλεπτα του Sirius στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα σήμα εκπομπής – έτσι γράφαμε πέρσι, επί τη ευκαιρία του νέου EP του κουαρτέτου από το Σικάγο μετά την επανένωση της κλασικής του σύνθεσης: Trevor Shelley de Brauw και Laurent Schroeder-Lebec στις κιθάρες, Bryan και Larry Herweg στο μπάσο και τα ντραμς αντίστοιχα. Στα 24 χρόνια της πορείας τους, οι Pelican έχουν μια καθολικά ποιοτική δισκογραφία – μερικά albums, ωστόσο, διακρίνονται με την τιτάνια δύναμη μιας λυτρωτικής καταιγίδας και τo ελπιδοφόρο φως μιας αλκυονίδας μέρας ταυτόχρονα. Το φετινό Flickering Resonance είναι ένα τέτοιο album: η πρωτοποριακή και θεμελιώδης για το post-metal μουσική των Pelican ακούγεται άγρια και μελωδική, θλιμμένη αλλά πανίσχυρη, πολυπρισματική και την ίδια στιγμή προσιτή. Ή, αν προτιμάτε, είναι το ηχητικό αντίστοιχο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά τα χρόνια, για όλη τη σκηνή και την κοινότητα που τη στηρίζει. Είμαστε πολύ τυχεροί, και εκείνοι και εμείς.




12. Bruce Springsteen & E Street Band
Land Of Hope & Dreams (20 Μαΐου)

Κάλλιστα θα μπορούσε εδώ να βρίσκεται το set των επτά ακυκλοφόρητων albums του Bruce Springsteen, ή η εκτεταμένη επανακυκλοφορία του εμβληματικού album Nebraska. Αυτό το EP, ωστόσο, περιλαμβάνει εκπληκτικές εκτελέσεις τριών δικών του κομματιών και μιας διασκευής από τη φετινή του συναυλία στο Manchester, οι οποίες επιπλέον συνδέονται οργανικά με το μήνυμα αντίστασης και ελπίδας που συνιστά η οξυδερκής και εκτενής κριτική του Springsteen στη διακυβέρνηση Trump. Με άλλα λόγια, είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο για την οργανική σχέση μουσικής και πολιτικής, για τα επίδικα της εποχής της ανόδου της ακροδεξιάς, και για την ευθύνη που απορρέει από τον δημόσιο ρόλο των καλλιτεχνών.




13. Julia Hamos
Ellis Island (6 Ιουνίου)

Αν το φως είχε ήχο, θα ακουγόταν κάθε φορά που τα δάχτυλα της Julia Hamos αγγίζουν τα πλήκτρα του πιάνου – ή τουλάχιστον ένα τέτοιο φως λάμπει στα μάτια της όταν μιλάει για το μουσικό και προσωπικό της ταξίδι από και προς την πόλη της, τη Νέα Υόρκη, σημερινή και παντοτινή πόλη μεταναστών, και την Ουγγαρία, από όπου κατάγεται η οικογένεια της. Εξαιτίας της Julia Hamos οι κλασικοί Ούγγροι συνθέτες Béla Bartók, György Kurtág και György Ligeti συνομιλούν με την Meredith Monk, τον Charles Mingus, αλλά και την Ουγγρική Μελωδία του Franz Schubert, σε ένα album ευφυές, παθιασμένο και χαρακτηριστικό της εκφραστικής δυναμικής, αλλά και του κοινωνικού προσανατολισμού, της σύγχρονης κλασικής μουσικής.




14. Terri Lyne Carrington 
& Christie Dashiell
We Insist 2025! (13 Ιουνίου)

Μόνο μια κορυφαία μορφή της σύγχρονης jazz θα μπορούσε να τιμήσει αλλά και να επικαιροποιήσει τη διττή, μουσική και πολιτική, κληρονομιά ενός avant-garde album όπως το We Insist!, το οποίο κυκλοφόρησε ο Max Roach το 1960 υποστηρίζοντας το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Η πολυβραβευμένη ντράμερ, συνθέτρια, ακτιβίστρια και εκπαιδεύτρια Terri Lyne Carrington δεν είναι απλώς αυτή η μορφή: αφενός το έχει ξανακάνει με το Money Jungle των Ellington, Mingus και Roach, αφετέρου ο Max Roach υπήρξε μέντοράς της. Μαζί με την τραγουδίστρια και στιχουργό Christie Dashiell ενσωματώνουν με μοναδικό τρόπο funk, blues, afrobeat, spoken word και jazz poetry στοιχεία, αναδεικνύουν το αίτημα της φυλετικής δικαιοσύνης την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς και της εκλογής Trump, και πρεσβεύουν, όπως λέει η Terri Lyne Carrington, «το πνεύμα του συλλογικού αυτοσχεδιασμού, διαλογισμού και χαράς ως μορφές αντίστασης» – δηλαδή το πνεύμα της ίδιας της jazz ως διαχρονικής ριζοσπαστικής τέχνης. 




15. Los Angeles Philharmonic, 
Gustavo Dudamel, Alisa Weilerstein, 
Los Angeles Master Chorale, Tambuco
Gabriela Ortiz: Yanga (18 Ιουλίου)

Μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες στον κόσμο επιστρέφει στο έργο της Ortiz για ένα δεύτερο και ίσως ακόμα καλύτερο album, το οποίο αναμένεται να σαρώσει στα βραβεία Grammy του 2026, όπως το περσινό Revolución Diamantina. Το αξίζει και με το παραπάνω: από την εκτεταμένη χρήση αφρικανικών ρυθμών και οργάνων στη σύνθεση για τον επαναστάτη σκλάβο Gaspar Yanga, μέχρι τον φόρο τιμής στην Violeta Parra, κύρια μορφή του κινήματος πολιτικού τραγουδιού Nueva Canción στη Χιλή, αλλά και ένα νέο κοντσέρτο για τσέλο με θέμα την υπεράσπιση του Yucatán από την τουριστική ανάπτυξη στο Μεξικό. Με άλλα λόγια, αυτό το δεύτερο album σηματοδοτεί ότι το πρώτο δεν ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ενώ η υψηλή θεατότητα ορχήστρας, μαέστρου και βραβείων μπορεί να συμβάλλει σε ευρύτερες αλλαγές ρεπερτορίου. Το μέλλον της σύγχρονης κλασικής αναμένεται συναρπαστικό, αν μη τι άλλο.




16. Buddy Guy
Ain’t Done With The Blues (30 Ιουλίου)

Από τη δεκαετία του 60 που ξεκίνησε στο Σικάγο δίπλα στον Muddy Waters, τον HowlinWolf και την Koko Taylor, μέχρι τα δεκάδες προσωπικά albums και την πλειάδα των συνεργασιών που φτάνουν στις μέρες μας, ο Buddy Guy είναι ένας εμβληματικός, βραβευμένος και ακραία επιδραστικός κιθαρίστας. Δεν ήταν όμως ποτέ μουσικός που βασίζεται στις δόξες του παρελθόντος: ο μοναδικός του ήχος είναι και σήμερα πρωτότυπος και η μουσική του επίκαιρη, από τον σύγχρονο αντιρατσιστικό ύμνο Never Forget μέχρι το ντουέτο του με τον Christone “Kingfish” Ingram, επιφανή κιθαρίστα της νεότερης γενιάς, με τον οποίον έχει επιπλέον κάνει κοινή περιοδεία. Ο Buddy δεν έχει τελειώσει με τα blues γιατί όλες του οι νότες είναι συνώνυμες με την αγάπη για τη μουσική – και αυτή δεν έχει τέλος. 




17. Amanda Shires
Nobody’s Girl (26 Σεπτεμβρίου)

Πότε σταματήσαμε να αγαπάμε; Πώς καταλήγουμε να μη νιώθουμε τίποτα για να μη νιώθουμε πόνο; Πόσο εκκωφαντική έχει γίνει η σιωπή; Έχουν υπάρξει πολλά breakup albums στην ιστορία της δισκογραφίας, το Nobody’s Girl όμως δεν είναι σαν αυτά, όπως δεν είναι ούτε προβλέψιμο εγχειρίδιο αυτοφροντίδας, ούτε ναρκισσιστική εκφορά κάποιου πληγωμένου εγώ. Η Amanda Shires έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να αναπαράγει συμβάσεις, όπως έχει ήδη δείξει η συμβολή της στην ανάπτυξη της alternative country / americana σκηνής, και εδώ επικοινωνεί μια υπαρξιακή θα έλεγε κανείς ανατομία της πληγής, αναπόφευκτα οδυνηρή αλλά και αναπάντεχα ενδυναμωτική.  Ίσως ποτέ να μην ξεπερνάει κανείς εντελώς την κατάρρευση μιας σχέσης, αλλά ίσως να βοηθάει η επίγνωση ότι τουλάχιστον προσπάθησε να τη στηρίξει, όσο μάταιο κι αν ήταν. 




18. Rosalía
LUX (7 Νοεμβρίου)

Τα ύστερα του κόσμου – pop μουσική στη χώρα των θαυμάτων; Αφενός το έχουμε ξανακάνει με την Taylor Swift, αφετέρου η Rosalía υπερβαίνει αποτελεσματικά τους διαχωρισμούς μεταξύ pop και κλασικής, όπερας και παραδοσιακής μουσικής: 18 κομμάτια σε 13 γλώσσες, οργανωμένα σε τέσσερα μέρη κατά το πρότυπο των συμφωνικών έργων, με κύριο μουσικό συνοδοιπόρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η δυναμική στηρίζει ένα συναρπαστικά πρωτότυπο concept για τη θηλυκότητα και την πνευματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο, με αναπάντεχες συναισθηματικές όσο και υπαρξιακές πλευρές. Εσείς ξέρατε ότι μπορείτε να χωρέσετε σε ένα χαϊκού, ένα χαϊκού που καταλαμβάνει μια χώρα, μια χώρα που χωράει σε μια σκλήθρα, μια σκλήθρα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον γαλαξία;




19. Yawning Μan
Pavement Ends (14 Νοεμβρίου)

Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα ανθηρή χρονιά για τους πρωτοπόρους της σκηνής της Palm Desert, και εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται τα albums που κυκλοφόρησαν με τα συνεργατικά τους σχήματα Yawning Balch και SoftSun. Το  Pavement Ends, ωστόσο, δεν είναι απλά το καλύτερο των τριών, αλλά μια από τις σημαντικότερες στιγμές της συνολικής δισκογραφίας των Yawning Μan.  Ο κιθαρίστας Gary Arce, ο μπασίστας Mario Lalli και ο ντράμερ Bill Stinson δεν επαναπαύθηκαν ποτέ στις δάφνες τους και αυτή τη φορά η αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα οδηγεί τα ηχητικά τους τοπία σε μια μουσικά επιτακτική, συναισθηματικά φορτισμένη και ακαταμάχητα εξπρεσιονιστική κορύφωση.  




20. Svalbard
If We Could Still Be Saved (17 Νοεμβρίου)

«Επειδή υπάρχει ομορφιά σε αυτό που τελειώνει»: η γλυκόπικρη αποχαιρετιστήρια θύελλα αυτού του single είναι η τελική ηχογράφηση των Svalbard, οι οποίοι έχουν ανακοινώσει τη διάλυσή τους το 2026 και βρίσκονται στην τελευταία τους περιοδεία. Δεν ξέρω πόση ομορφιά υπάρχει όταν σταματάει η πορεία ενός τόσο μουσικά όσο και πολιτικά κομβικού συγκροτήματος, ξέρω όμως ότι υπάρχει η καλλιτεχνική ακεραιότητα και η προσωπική ειλικρίνεια που αποτελούσε πάντα κλειδί της σχέσης μας μαζί τους: το τέλος έρχεται γιατί η πολιτική οικονομία των πραγματικά εναλλακτικών συγκροτημάτων δεν είναι κατά κανόνα βιώσιμη, και το συγκεκριμένο δεν κάνει υποχωρήσεις και εκπτώσεις για να μπορέσει να επιβιώσει. Υπόκλιση και δάκρυα λοιπόν, αλλά μαζί παντοτινή εμπιστοσύνη και αγάπη – έτσι είναι οι καθαρές κουβέντες.



4 October 2025

Απέναντι σε κάθε εξουσία

 

Το hip hop δε γεννήθηκε τυχαία στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 70: ήταν η μουσική τέχνη των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων της αφρομερικανικής κοινότητας, η δική τους φωνή για τη δική τους εμπειρία και καθημερινότητα στην καρδιά της καπιταλιστικής μητρόπολης. Όπως όμως έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, για παράδειγμα στην περίπτωση των blues, η μουσική βιομηχανία απαλλοτρίωσε σε σημαντικό βαθμό την αυθεντική πολιτισμική έκφραση που πρέσβευε το hip hop, επιδιώκοντας να την παρουσιάσει ως ένα μουσικά εύπεπτο και πολιτικά αναιμικό εμπορικό προϊόν.

Λίγα συγκροτήματα έχουν κάνει τόσα πολλά για να ακούγεται η φωνή των από κάτω στο hip hop όσο οι Public Enemy – και λίγα κομμάτια είναι τόσο σημαντικά για τη μουσική ταυτότητα του συγκροτήματος, αλλά και συνολικά για τη hip hop κουλτούρα, όσο το Fight the Power. Κυκλοφόρησε το 1989 στο soundtrack της ταινίας Do the Right Thing του Spike Lee, ο οποίος θα σκηνοθετήσει και το video clip του τραγουδιού αίροντας συμβολικά τη διάκριση μεταξύ μουσικής συναυλίας και πολιτικής διαδήλωσης. 

Το Fight the Power παραμένει μέχρι σήμερα εμβληματικό, συνδυάζοντας την πρωτοποριακή παραγωγή των The Bomb Squad και τη δυναμική ενός μεγάλου φάσματος samples της αφροαμερικανικής μουσικής κουλτούρας, το solo του διακεκριμένου τόσο στην jazz όσο και στην κλασσική σαξοφωνίστα Branford Marsalis, και τη στιχουργική της εξέγερσης με αιχμή τις ριζοσπαστικές ρίμες του Chuck D. Το 1990 θα ακολουθήσει δεύτερη εκτέλεση στο album Fear of a Black Planet των Public Enemy, ενώ το 2020 το επετειακό και πολιτικά επικαιροποιημένο remix του Fight the Power θα υπογραμμίσει τη διαχρονική του σημασία ως τραγούδι πολιτικής διαμαρτυρίας.




Hip hop που δε μασάει τα λόγια του ενάντια στον ρατσισμό, την εκμετάλλευση και την αστυνομική βία (εικόνα: Shepard Fairey)

23 June 2025

Δε θα αγοράσω αυτό που μου πουλάς

Λίγοι σύγχρονοι μουσικοί είναι τόσο πρωτότυποι όσο ο Tom Morello – εμβληματικός και πολιτικοποιημένος κιθαρίστας του σύγχρονου σκληρού ήχου που αντλεί, φυσικά από το metal και το rock, αλλά και σε μεγάλο βαθμό από το hip hop, έχοντας, παράλληλα, μια σημαντική ακουστική πλευρά όπως και μια πειραματική ηλεκτρονική διάσταση.

Μια εκπομπή για τον Tom Morello, ωστόσο, δύσκολα μπορεί να μην ξεκινήσει με τα φοβερά riffs και το solo που παίζει στο Killing in the Name – το κλασσικό, πλέον, κομμάτι των Rage Against The Machine από το πρώτο τους album που κυκλοφόρησε το 1992 με τίτλο το όνομά τους. Είναι ένα τραγούδι πολιτικής διαμαρτυρίας ενάντια στην αστυνομική βία και τον ρατσισμό, πράγμα που το καθιστά επίκαιρο και στη σύγχρονη εποχή του κινήματος Black Lives Matter ενάντια στις δολοφονίες αφροαμερικανών από την αστυνομία.

Το Killing in the Name ήταν επίσης αιχμή ενός συμβολικού πλήγματος στη μουσική βιομηχανία, τον Δεκέμβρη του 2009 στην Βρετανία. Δύο κοινοί θνητοί, ο John και η Tracy Morter, απηύδησαν με το τηλεπαιχνίδι The X Factor και τα τραγούδια των νικητών του, τα οποία επί τέσσερα χρόνια έφταναν στην πρώτη θέση των singles την εβδομάδα των Χριστουγέννων. Ξεκίνησαν λοιπόν μια ομάδα στο Facebook με σκοπό να ανέβει στη θέση αυτή το Killing in the Name και τα κατάφεραν.

Και καθώς λίγες μέρες νωρίτερα οι Rage Against The Machine είχαν παίξει το Killing in the Name στο BBC Radio 5 αρνούμενοι να λογοκρίνουν τους στίχους του, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε, παραφράζοντας τον στίχο Fuck you I wont do what you tell me, «άντε γαμήσου, δε θα αγοράσω αυτό που μου πουλάς».



H πολιτικοποιημένη μουσική και ο πρωτότυπος ήχος του Τom Morello, από τους Rage Against The Machine και τους Audioslave στους Prophets Of Rage και τους Street Sweeper Social Club.

29 April 2025

Ως κοινό τόπο όλων και ιδιοκτησία κανενός

Πώς αντιλαμβάνεται τη σημασία της μουσικής κοινότητας, αλλά και τον εαυτό της ως μέρος αυτής της κοινότητας, μια παρέα φτωχών αφροαμερικανών που έχει μεγαλώσει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Νέας Υόρκης; Η απάντηση που έδωσαν οι Wu-Tang Clan στο single C.R.E.A.M. (Cash Rules Everything Around Me) του 1993 καταγράφει τον συλλογικό χαρακτήρα του hip hop και την επιβίωση των μουσικών του μέσα από τη φτώχια και την περιθωριοποίηση. 

Ταυτόχρονα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του ρόλου που έχει το sampling, όχι μόνο ως μουσική τεχνική, αλλά ως πολιτισμική στρατηγική που συναρθρώνει οργανικά το έργο  μουσικών από διαφορετικά είδη και εποχές. Παλαιότερα ρυθμικά αποσπάσματα, ριφς και μελωδικές φράσεις – όπως, στην προκειμένη περίπτωση,  η εισαγωγή του single As Long As I've Got You των The Charmels από το 1967 – επαναπροσδιορίζονται και ενσωματώνονται καταργώντας ιεραρχίες και διαχωρισμούς, ενοποιώντας τη μουσική κουλτούρα της αφροαμερικανικής κοινότητας ως κοινό τόπο όλων και ιδιοκτησία κανενός, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με άλλους τρόπους στην τζαζ και τα μπλουζ.


\

Η γέννηση του hip hop στις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης, μέσα από old school, new school, golden age και σύγχρονες ηχογραφήσεις (φωτογραφία: Martha Cooper)

6 April 2025

Αρνούμαστε να είμαστε αυτό που θέλετε να είμαστε

 

Όχι, η reggae δεν είναι μια ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, ούτε σκοπός της είναι να διασκεδάζει λευκά ακροατήρια. Είναι μια αμιγώς πολιτικοποιημένη μουσική κουλτούρα ενάντια στο παρόν αλλά και το παρελθόν του ρατσισμού, το οποίο περιλαμβάνει το τραύμα της δουλείας. Και, από αυτήν την άποψη, η reggae ενώνει ένα πολιτικό νήμα από την Tζαμάικα της εποχής του διατλαντικού εμπορίου σκλάβων μέχρι τις μεταποικιακές αντιστάσεις στις γειτονιές των σύγχρονων καπιταλιστικών μητροπόλεων.  

Καθόλου τυχαία, το Μουσείο του Λονδίνου στα Docklands στεγάζεται σε ένα κτήριο που την εποχή της δουλείας λειτουργούσε ως αποθήκη ζάχαρης από τις φυτείες των λεγόμενων Δυτικών Ινδιών. Σύμφωνα με την έκθεση Λονδίνο, Ζάχαρη και Δουλεία, πλοία εταιριών όπως η Royal Africa Company στα τέλη του 17ου αιώνα και η Company of Merchants Trading to Africa μετά το 1750, ξεκινούσαν από τις αποβάθρες μπροστά από το σημερινό μουσείο και πήγαιναν στην Αφρική, όπου φόρτωναν το κερδοφόρο τους εμπόρευμα: ανθρώπους που μετέφεραν στην Καραϊβική για να τους πουλήσουν σαν σκλάβους. Και στον δρόμο του γυρισμού μετέφεραν στο Λονδίνο ένα άλλο κερδοφόρο εμπόρευμα: τη ζάχαρη που παρήγαγαν οι σκλάβοι στις φυτείες, η οποία ήταν προϊόν πολυτελείας εκείνη την εποχή.

Πάνω από 3.100 πλοία, λέει το Μουσείο, έφυγαν από το Λονδίνο για να μεταφέρουν στην Καραϊβική πάνω από 1 εκατομμύριο Αφρικανούς σε καθεστώς δουλείας, με αποτέλεσμα στα τέλη του 180υ αιώνα το ένα τέταρτο των εσόδων της Βρετανίας να προέρχεται από εισαγωγές από τις Δυτικές Ινδίες. Η φρικιαστική αυτή επιχείρηση παραγωγής και πώλησης σκλάβων και ζάχαρης δημιούργησε τεράστιο πλούτο, ο οποίος αποτέλεσε θεμέλιο του Βρετανικού ιμπεριαλισμού. Για να δικαιολογηθεί ωστόσο η αγριότητα της βίας και της εκμετάλλευσης, έπρεπε να απαξιωθεί η ανθρώπινη υπόσταση των σκλάβων και να υποτιμηθεί ο πολιτισμός τους. Και έτσι, εδώ θα συναντήσουμε τον βιολογικό αλλά και τον πολιτισμικό ρατσισμό, οι ρίζες των οποίων δεν είναι ξέχωρες από οικονομικά συμφέροντα.

Στις φυτείες, συνεχίζει το Μουσείο, θα επικρατήσει καθεστώς τρόμου και βαναυσότητας, αλλά και συστηματική υπονόμευση της κοινής πολιτισμικής ταυτότητας των σκλάβων. Τα πραγματικά τους αφρικανικά ονόματα θα αντικατασταθούν, οικογένειες θα χωριστούν, όσοι μιλάνε την ίδια γλώσσα θα σταλούν σε διαφορετικές φυτείες, και τα αφρικανικά έθιμα θα απαγορευτούν. Κι όμως, παρά τις ακραίες συνθήκες βίας και καταπίεσης, τα αφρικανικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά θα αντέξουν στον χρόνο και θα ενσωματωθούν σε μια νέα αφροκαραϊβική κουλτούρα που θα αναδειχτεί σταδιακά, μέρος της οποίας είναι σήμερα η reggae.

Την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας κύρια πηγή  εξαγωγών ζάχαρης ήταν – το μαντέψατε; Η Τζαμάικα των φυτειών όπου αρχικά δούλευαν σκλάβοι, και, μετά την κατάργηση της δουλείας, οι φτωχοί απόγονοί τους: 92% του πληθυσμού της χώρας σήμερα είναι αφρικανικής ή μικτής αφρικανικής καταγωγής, κυρίως από τη Γκάνα και τη Νιγηρία. Η Τζαμάικα θα ανεξαρτητοποιηθεί το 1962 και η reggae μουσική, που αναπτύσσεται ραγδαία στο τέλος εκείνης της δεκαετίας, θα αντικατοπτρίσει από τα κάτω το παρελθόν και το παρόν του ρατσισμού. 



Η reggae θα εστιάσει στην έννοια της Βαβυλώνας, η οποία προέρχεται από το κίνημα Rastafari και μεταφορικά σηματοδοτεί το δυτικό, αποικιοκρατικό και σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο ιστορικά περιλαμβάνει τη δουλεία και συνεχίζεται με διαφορετικές μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, το εξώφυλλο του Survival, του πλέον πολιτικοποιημένου άλμπουμ των Bob Marley & the Wailers από το 1979, περιλαμβάνει μια ιστορική και μαζί εφιαλτική αποτύπωση των απάνθρωπων συνθηκών της δουλείας: την κάτοψη του αμπαριού του βρετανικού δουλεμπορικού πλοίου Brooks. Ταυτόχρονα, το βλέμμα του Marley είναι σύγχρονο, συνολικό και ριζοσπαστικό: αρνούμαστε να είμαστε αυτό που θέλετε να είμαστε, λέει στο κομμάτι Babylon System, όπου, μεταξύ άλλων, ασκεί κριτική σε θρησκευτικούς θεσμούς αλλά και στην εκπαίδευση: πείτε στα παιδιά την αλήθεια, επιμένει ο Marley, το σύστημα της Βαβυλώνας είναι ο βρικόλακας που πίνει το αίμα όσων υποφέρουν.  

Οπότε όχι, η reggae δεν είναι μια ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, όπως έχει συχνά προσπαθήσει η μουσική βιομηχανία να μας πείσει. Φυσικά, όπως και άλλες μουσικές των από κάτω, έχει προωθηθεί και πουληθεί σε λευκά ακροατήρια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πιο εμπορικά επιτυχημένο reggae άλμπουμ όλων των εποχών με 25 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως: τη συλλογή «μεγαλύτερων επιτυχιών» του Bob Marley με τίτλο Legend που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Με αυτήν την κυκλοφορία η δισκογραφική εταιρεία Island είχε σκοπό να μεγιστοποιήσει τις πωλήσεις της στοχεύοντας το mainstream λευκό ακροατήριο, και το έπραξε προτεραιοποιώντας τραγούδια με θέμα την αγάπη και την ειρήνη και αποφεύγοντας αφροκεντρικά τραγούδια ριζοσπαστικής πολιτικής διαμαρτυρίας. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή ενός ευπώλητου, δηλαδή πολιτικά αποδυναμωμένου και συμβατικού, μουσικού προϊόντος, πράγμα που αφορά επίσης το σύγχρονο merchandising και την πρόσφατη βιογραφική ταινία για τον Marley.

Oι Wailers είχαν άλλωστε από πολύ νωρίς νιώσει την πίεση της μουσικής βιομηχανίας, καθώς το μάρκετινγκ της εταιρείας Island επεδίωκε εξατομικευμένη προώθηση εστιάζοντας στο όνομα του Bob Marley εις βάρος της συλλογικής ταυτότητας του συγκροτήματος, με αποτέλεσμα την αποχώρηση του Peter Tosh και του Bunny Wailer το 1974 – o δεύτερος μάλιστα είχε αποκαλέσει «Chris Whiteworst» τον επικεφαλής της εταιρείας Chris Blackwell. Και οι δύο μουσικοί θα συνεχίσουν τον ριζοσπαστικό τους προσανατολισμό σε κλασσικά πλέον κομμάτια, όπως το Not Gonna Give It Up που ασκεί κριτική στην εκμετάλλευση της Αφρικής, από το άλμπουμ του Peter Tosh Mamma Africa του 1983, και το Fighting Against Conviction που αναφέρεται στην φτώχεια στο γκέτο του Κίνγκστον, από το άλμπουμ του Bunny Wailer Blackheart Man του 1976.




Τη δεκαετία του 70 και του 80 – όπως είχε αντίστοιχα συμβεί με τα blues την δεκαετία του 60 – λευκοί μουσικοί, κυρίως βρετανοί, θα οικειοποιηθούν ρυθμούς και μελωδίες της reggae, κατά κανόνα ανεξάρτητα από τις πολιτικές της σημασίες, απευθυνόμενοι σε λευκά ακροατήρια με το αζημίωτο για τη μουσική βιομηχανία. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η μουσική που προέρχεται από τους σκλάβους και δημιουργείται από τους σύγχρονους απογόνους τους – δηλαδή η πρωτοπόρα σύγχρονη μουσική που εκτείνεται από τα gospels και τα spirituals, στα blues, την jazz και τη soul – θα οδηγήσει σε μια νέα καινοτομία που θα σφραγίσει τη μουσική για τα επόμενα 50 χρόνια: τη γέννηση του hip hop στις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης, το οποίο θα εξελιχθεί σε παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω μέχρι σήμερα. Και ως τέτοιο δε θα μπορούσε να μη συναντηθεί με την reggae, όπως συναντούν οι The Roots τον Bob Marley στο remix του Burnin’ and Lootin’ από τη συλλογή Chant Down Babylon του 1999: για όλους τους από κάτω, για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε γκέτο.



Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)

21 February 2025

Αυτό εδώ είναι για τη γειτονιά

 

Το hip hop είναι η παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω και η ριζοσπαστική έκφρασή του στην ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί εξαίρεση: οι μουσικοί και οι γειτονιές και οι κοινότητες τους φτιάχνουν ρίμες και beats πλήρως αποκλεισμένοι τόσο από τα mainstream όσο και από τα εναλλακτικά με ή χωρίς εισαγωγικά μέσα. Και ίσως για αυτό η σύγχρονη hip hop σκηνή έχει μπορέσει να αποκτήσει όχι απλά δημοφιλία αλλά άμεση και αυθεντική σχέση μεταξύ κοινού και μουσικών, και να εκφράσει καλύτερα από κάθε άλλο είδος ουσιαστική κριτική στη δυστοπία της εποχής μας: την εποχή της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονιακών πολιτικών φτωχοποίησης, ιδιωτικοποίησης και όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Την εποχή της επικράτησης της αγοράς επί της δημόσιας υγείας, της υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης των νοσοκομείων. Την εποχή των εγκλημάτων στα Τέμπη και στην Πύλο. Την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς, του κυνισμού και της αναλωσιμοτητας της ανθρώπινης ζωής.




Ο ριζοσπαστικός ήχος του σύγχρονου hip hop από τον ΛΕΞ στους Στίχοιμα, τη Sara και τους Social Waste, τους Rationalistas και τους Taburo Bota, ενάντια στον ρατσισμό, την εκμετάλλευση και τον ζόφο που μας περιβάλλει.