«Πέρασα
την περισσότερη ζωή μου ως μουσικός μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στο
αμερικανικό όνειρο και την αμερικανική πραγματικότητα», έλεγε ο Bruce Springsteen σε μία από τις συναυλίες του το 2008. Και φυσικά είχε δίκιο: ως συνθέτης,
στιχουργός, τραγουδιστής και μουσικός με κοινωνική και ταξική συνείδηση, το έργο
του δε θα μπορούσε να μην αναφέρεται στην εμπειρία και την καθημερινότητα της
εργατικής τάξης, από την οποία άλλωστε προέρχεται.
Στην αφίσα της σημερινής
εκπομπής υπάρχει μία από τις φωτογραφίες που έβγαλε o Terry O’Neil το 1975: σε πρώτο πλάνο είναι ο Bruce Springsteen στο Sunset Strip του Los Angeles και στο βάθος διακρίνεται η διαφημιστική γιγαντοαφίσα με το εξώφυλλο
του Born to Run, του album που κυκλοφόρησε εκείνη την χρονιά και τον καθιέρωσε. Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε
συμβολική φωτογραφία, με την έννοια ότι σε όλη του τη μουσική πορεία και παρά
την συντριπτική του επιτυχία, ο Springsteen κατάφερε να παραμείνει σε αυτό το
πρώτο πλάνο, γειωμένος σαν να ήταν οποιοσδήποτε από εμάς στη μέση οποιουδήποτε
δρόμου, και να μην αφομοιωθεί από το θέαμα της ίδιας του της εικόνας στο πεδίο της
μουσικής βιομηχανίας: αυτή είναι η πηγή της αυθεντικότητάς του, της ποιητικής
και του αφηγηματικού χαρακτήρα της μουσικής του, αλλά και της έντασης των ερμηνειών
του στο στούντιο και στις συναυλίες που κατά κανόνα υπερβαίνουν τις 3 ώρες.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Greetings from Asbury Park, N.J. και The Wild, the Innocent & the E Street Shuffle, τα δύο πρώτα albums του Bruce Springsteen που κυκλοφόρησαν στην αρχή και το τέλος του 1973 αντίστοιχα. Από το πρώτο θα ακούσουμε το Lost in the Flood, το οποίο αναφέρεται στη πορεία ενός περιθωριοποιημένου βετεράνου προς τον θάνατο, και από το δεύτερο, τι άλλο; Μια σερενάτα για την αιώνια Νέα Υόρκη.
Τα
δύο πρώτα albums θα προσφέρουν στον Bruce Springsteen καλλιτεχνική αναγνώριση, όχι όμως εμπορική
επιτυχία. Αυτή θα έρθει με το επόμενό του album, το περίφημο Born to Run του 1975. Στην αρχή της μουσικής του πορείας,
η εταιρεία του είχε προσπαθήσει να τον προωθήσει ως τον «νέο Dylan», και στη
συνέχεια έκανε μια μεγάλη διαφημιστική καμπάνια παρουσιάζοντάς τον ως «το μέλλον
του rock ’n’ roll» – ο ίδιος ασφυκτιούσε με όλα αυτά, και σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό πριν την πρώτη του συναυλία στο Λονδίνο, βλέποντας την επιγραφή «Επιτέλους
το Λονδίνο είναι έτοιμο για τον Bruce Springsteen και την E Street Band» στην
μαρκίζα του Hammersmith Odeon θα σκίσει οργισμένος τις διαφημιστικές
αφίσες στην είσοδο.
Το Born to Run δείχνει ξεκάθαρα ποιος είναι ο Bruce Springsteen: οκτώ τραγούδια τοποθετημένα σε σειρά ώστε κάθε τετράδα να ξεκινάει με την ελπίδα και να καταλήγει στην απόγνωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εμβληματικό ομώνυμο κομμάτι στη μέση του album αποτελεί ωδή στην ελπίδα ενός νέου ζευγαριού να ξεφύγει από την αδιέξοδη ζωή του στην πόλη των νικημένων ηρώων. Αντίθετα, το Jungleland κλείνει το album με την ιστορία του Magic Rat και του Ξυπόλυτου Κοριτσιού: εκείνος σκοτώνεται από το ίδιο του το όνειρο, χωρίς ούτε ένας άνθρωπος να κοιτάζει το ασθενοφόρο που τον μεταφέρει, ενώ εκείνη σβύνει ολομόναχη το φως του υπνοδωματίου. «Οι ποιητές εδώ κάτω», καταλήγουν οι στίχοι του Springsteen, «δε γράφουν τίποτα απολύτως / απλά κάνουν πίσω και τα αφήνουν όλα ως έχουν».
Την περίοδο του Born to Run θα αποκτήσει την κλασσική της σύνθεση η θρυλική E Street Band, ο οργανικός ήχος της οποίας ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα ταυτισμένος με τη μουσική του Bruce Springsteen. Για τις ηχογραφήσεις αυτού του album θα προστεθούν στο συγκρότημα ο πιανίστας Roy Bittan και ο ντράμερ Max Weinberg, μαζί με τους ήδη συμμετέχοντες Garry Tallent στο μπάσο, Danny Federici στα πλήκτρα, και Clarence Clemons στο τενόρο σαξόφωνο, το αξέχαστο σόλο του οποίου στο Jungleland μόλις ακούσαμε. Επιπλέον, ο κιθαρίστας και φίλος του Springsteen Steve Van Zandt θα συμβάλλει στην ενορχήστρωση των πνευστών και τα δεύτερα φωνητικά, για να γίνει στη συνέχεια πλήρες μέλος, αναλαμβάνοντας τις rhythm κιθάρες.
Παρά την τεράστια επιτυχία του Born to Run, ο Bruce Springsteen δε θα επιδιώξει να κυκλοφορήσει έναν κλώνο του, και θα έρθει επιπλέον σε ρήξη με τον μάνατζέρ του, ο οποίος προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία μέσω μιας live κυκλοφορίας. Μετά από δικαστική διαμάχη που τον εμπόδισε να ηχογραφήσει επί ένα χρόνο, ο Springsteen θα παρουσιάσει ένα πιο μελαγχολικό αλλά και πιο ώριμο album, το Darkness on the Edge of Town του 1978, το οποίο χαρακτηριζόταν από την εσκεμμένη στροφή προς έναν περισσότερο άμεσο ήχο και μια πιο λιτή παραγωγή σε σύγκριση με το Born to Run.
Η μουσική κατεύθυνση και το στιχουργικό περιεχόμενο αυτού του album φωτίζουν κυριολεκτικά το σκοτάδι που σκεπάζει τις ζωές των κοινωνικά περιθωριοποιημένων και οικονομικά αδύναμων. Ενδεικτικά, στο Racing in the Street, ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια σε όλη τη μουσική πορεία του Springsteen, θα συναντήσουμε ένα ζευγάρι που έχει συντριβεί: εκείνος εκτονώνει την αδιέξοδη ζωή του κάνοντας κόντρες με αυτοκίνητα τη νύχτα, και εκείνη έχει δει όλα της τα όνειρα να σκίζονται, αφήνοντάς την να κοιτάζει με απλανές βλέμμα τη νύχτα.
Το Darkness on the Edge
of Town είχε μεγάλη καλλιτεχνική αναγνώριση αλλά μέτρια εμπορική επιτυχία, πράγμα
που θα αλλάξει με το διπλό και πολυπρισματικό album The River, το οποίο θα ακολουθήσει
το 1980 για να
παραμείνει μέχρι σήμερα η τρίτη πιο δημοφιλής κυκλοφορία του Bruce Springsteen. Πρόκειται για μια συνειδητή προσπάθεια
να μεταγραφεί η καταιγιστική επί σκηνής ενέργεια και ο ενθουσιασμός της E
Street Band σε
μια στούντιο ηχογράφηση μέσα από ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών διαφορετικού ύφους. Μεταξύ
αυτών βρίσκονται μερικά από τα πιο γνωστά κομμάτια του Springsteen, όπως το ιδιαίτερα επιτυχημένο single Hungry Heart που
δανείζεται τον τίτλο του από έναν στίχο του ποιήματος Οδυσσέας του Alfred, Lord Tennyson.
Η συγκεκριμένη αχόρταγη καρδιά, ωστόσο, και ο παντοτινά περιπλανώμενος κάτοχός της αποτελούν σπουδή στη χαρμολύπη: η αναγνωρίσιμη pop μελωδία και ο χαρούμενος, σχεδόν χορευτικός ρυθμός του τραγουδιού συνυπάρχουν αντιθετικά με την αφήγηση του αδιεξόδου ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε την οικογένειά του για να αναζητήσει τον έρωτα και κατέληξε ολομόναχος. Από την άλλη μεριά, στο θρυλικό και ακαταμάχητα θλιμμένο ομώνυμο κομμάτι του album, ο Springsteen συνεχίζει να ξετυλίγει το νήμα της ζωής των από κάτω, με το ποτάμι ως σύμβολο της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή που καταρρέει – πηγή έμπνευσης εδώ ήταν ο αγώνας που έδωσαν η αδελφή του και ο γαμπρός του για να επιβιώσουν όταν εκείνος έχασε τη δουλειά του.
Tο τέλος της θριαμβευτικής περιοδείας για το album The River, η οποία κράτησε ένα χρόνο με 140 συναυλίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, βρίσκει τον Bruce Springsteen με ανάμικτα συναισθήματα για
τον ρόλο του ως καλλιτέχνη και ακόμα περισσότερο επιφυλακτικό απέναντι στην επιτυχία
και τη συνακόλουθη αποκοπή του από το κοινωνικό και ταξικό πλαίσιο για το
οποίο έγραφε. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυρθεί στην επαρχία
του New Jersey και έξι μήνες αργότερα να επανέλθει έχοντας ηχογραφήσει με ένα
τετρακάναλο μαγνητόφωνο στο υπνοδωμάτιό του τα ακουστικά demos δεκαεπτά νέων τραγουδιών.
Παρότι αυτά τα κομμάτια θα
ενορχηστρωθούν για ηλεκτρικά όργανα στις πρόβες με την E Street Band, ο Springsteen κλίνει τελικά υπέρ της μινιμαλιστικής folk
αμεσότητας των demos
και για πρώτη φορά θα χρησιμοποιήσει ακούσιο υλικό, δηλαδή μουσική την οποία δε
σκόπευε να κυκλοφορήσει στη μορφή με την οποία την ηχογράφησε. Δέκα από αυτά τα
demos θα συγκροτήσουν το album Nebraska του 1982,
με κοινό θεματικό άξονα, όπως λέει ο ίδιος στο βιβλίο Songs του 2003, «[τ]η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σταθερότητα και εκείνη τη
στιγμή που ο χρόνος σταματάει και όλα σκοτεινιάζουν, τη στιγμή που τα πράγματα
που σε συνδέουν με τον κόσμο σου – η δουλειά σου, η οικογένεια σου, οι φίλοι, η
πίστη σου, η αγάπη και η ευγνωμοσύνη στην καρδιά σου – σε απογοητεύουν».
Το Nebraska είναι η πλέον απρόβλεπτη και αντιεμπορική κυκλοφορία της μουσικής του πορείας. Την περίοδο της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολούθησε τον εκλογικό θρίαμβο του Ronald Reagan, ο Springsteen προτάσσει μια ευθεία αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου μέσω ιστοριών για τους φτωχούς και αλλοτριωμένους που οδηγούνται στην κατάρρευση και το έγκλημα. Σε μια εποχή επικράτησης της pop ελαφρότητας, της ευρείας χρήσης ηλεκτρονικών οργάνων και «γυαλιστερών» παραγωγών, αλλά και της μουσικής επιτήδευσης σε μεγάλο μέρος των mainstream αλλά και των εναλλακτικών ακουσμάτων, προτάσσει έναν τραχύ και ακατέργαστο ακουστικό ήχο και μια λιτή, υποβλητική και βαθιά θλιμμένη, στοιχειωμένη θα έλεγε κανείς, ερμηνεία με ελάχιστες χαραμάδες ελπίδας, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας επούλωσης των τραυμάτων από τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του.
Στα ακουστικά demos του Nebraska, ωστόσο, υπάρχουν επιπλέον κομμάτια που θα κυκλοφορήσουν στο επόμενο και πλέον επιτυχημένο album Born in the USA το 1984, όπως το ομώνυμο και το Downbound Train, μαζί με κομμάτια που προέκυψαν στις σχετικές πρόβες, όπως τα I’m Goin’ Down και I’m on Fire. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή Entertainment Tonight εκείνη τη χρονιά, ο Bruce Springsteen ρωτήθηκε πώς συμφιλιώνει το γεγονός ότι απομυθοποιεί το αμερικανικό όνειρο με τα τραγούδια του με το γεγονός ότι ο ίδιος είναι η προσωποποίηση του αμερικανικού ονείρου λόγω της επιτυχίας του. Και εκείνος έδωσε μια αφοπλιστικά ειλικρινή απάντηση: «δεν ξέρω, δεν είναι κάτι που έχω επιλύσει». Αυτό, ωστόσο, που έχει επιλύσει από την πρώτη δεκαετία της μουσικής του πορείας αυτό το εργατόπαιδο από το New Jersey είναι η διαφορά ανάμεσα στην εμπορική επιτυχία και την καλλιτεχνική ακεραιότητα, με την ξεκάθαρη επικράτηση της δεύτερης να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα, όπως έχουμε δει σε άλλη εκπομπή.
Baby, we were born to run: η εργατική τάξη και ο ροκ ποιητής της που παρά την επιτυχία δεν έπαψε να μιλάει για το σκοτάδι στην άκρη της πόλης (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Terry O'Neil, 24.10.2019 @ enfo | radio)

No comments:
Post a Comment