Eίναι αυτό που δε θα γίνουμε ποτέ: βολικά παθητικοί και αναισθητοποιημένοι
απέναντι στη φρίκη της γενοκτονίας που συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει στην
Παλαιστίνη.
Και είναι αυτό που κάνουμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε: να επιμένουμε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον
όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
Ένας τρόπος υπάρχει
για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας, και αυτός φυσικά είναι η αλεπού. Όταν, στο ομώνυμο βιβλίο του Antoine de Saint-Exupéry, ο Μικρός
Πρίγκηπας γνωρίζει την αλεπού, τής ζητάει να παίξουν μαζί γιατί είναι πολύ
λυπημένος. Δε μπορώ, απαντάει εκείνη, δεν είμαι εξημερωμένη. Και όταν τη ρωτάει τι θα
πει αυτό, η αλεπού απαντάει ότι σημαίνει να δημιουργείς σχέσεις: για μένα, του
εξηγεί, δεν είσαι παρά ένα μικρό αγόρι, ίδιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγόρια, και για
σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αλλά αν
με εξημερώσεις, θα γίνεις μοναδικός για μένα στον κόσμο, και εγώ, αντίστοιχα,
μοναδική για σένα.
Σε αυτό το σημείο,
ο Μικρός Πρίγκηπας θα καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει
τόσο σημαντικό το τριαντάφυλλο που έχει στον πλανήτη του. Τα άλλα τριαντάφυλλα μπορεί να είναι εξίσου
όμορφα αλλά δεν έχουν κανένα νόημα γιατί κανένας δεν τα έχει εξημερώσει, ούτε αυτά
έχουν εξημερώσει κανέναν. Μπορεί να φαίνονται ίδια με το δικό του τριαντάφυλλο,
εκείνο όμως είναι σημαντικό γιατί είναι αυτό που πότισε, αυτό που φρόντισε,
αυτό που προστάτεψε από τον άνεμο.
Αυτό είναι όλο – όποιος κι αν είναι ο πλανήτης μας, όπου κι
αν είναι το σπίτι μας, είτε βρισκόμαστε σε μακρινές χώρες είτε σε διπλανές
γειτονιές, το ίδιο χρειάζεται να εξημερώνουμε και να εξημερωνόμαστε. Όπως,
άλλωστε, λέει η αλεπού όταν αποχαιρετάει τον Μικρό Πρίγκηπα, μόνο με την καρδιά
βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.
Η φράση αυτή παραμένει
επίκαιρη στη σκιά του εγκλήματος στα Τέμπη. Όχι μόνο λόγω των κυβερνητικών
ευθυνών για τις παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας, για τις οποίες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στον σιδηρόδρομο είχαν προειδοποιήσει και απεργήσει,
αλλά αγνοήθηκαν και λοιδορήθηκαν. Όχι μόνο λόγω των πολιτικών ιδιωτικοποίησης
που δίνουν προτεραιότητα στα επιχειρηματικά κέρδη έναντι του κοινού καλού. Όχι
μόνο λόγω του προσβλητικού κυνισμού υπουργικών δηλώσεων, όπως η παραδοχή ότι αν
μιλούσαν για την επικινδυνότητα των τρένων κανείς δε θα αγόραζε εισιτήριο.
Είναι επίκαιρη κυρίως
λόγω του ελλείμματος λογοδοσίας που χαρακτηρίζει σταθερά και συστηματικά ολόκληρο
το διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε. Η αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ζωής και η ατιμωρησία που τη συνοδεύει άλλωστε δεν αφορά μόνο τα Τέμπη, όπως λέει στην Εφημερίδα των Συντακτών η επιζώσα Ηλιάννα Μανίκα:
«Στο ίδιο έργο
θεατές. Σε όλες τις δολοφονίες του συστήματος: τους πρόσφυγες που πνίγονται,
τους εργάτες που σκοτώνονται κάθε δύο μέρες, τις δολοφονίες της αστυνομίας,
τους συνεπιβάτες μου που δολοφονήθηκαν επειδή τόλμησαν να μπουν στο τρένο,
προβάλλονται η ατομική ευθύνη, το ανθρώπινο λάθος και τα «μεμονωμένα
περιστατικά». Η δικαιοσύνη τους εξυπηρετεί την πολιτική των ισχυρών, που μας
φτωχοποιεί, μας στερεί τα δικαιώματα, μέχρι και την ίδια μας τη ζωή. Πιστεύω,
όμως, στο δίκιο. Γι’ αυτό δεν θα επιλέξω τη μοιρολατρική στάση και δεν θα
αποδεχθώ τη ζοφερή αυτή κατάσταση. Θα συμμετάσχω στον αγώνα για να αποδοθεί
δικαιοσύνη, γιατί, αν και την έχουν πάρει με το μέρος τους, εμείς θα
αξιοποιήσουμε τη δύναμή μας ενάντια στη διαφθορά της για να επιβάλουμε το
πραγματικό δίκιο».
Η παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω: σύγχρονο ριζοσπαστικό hip hop έναντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό και την εκμετάλλευση, από το Παρίσι μέχρι το Λος Άντζελες και από τη Γουατεμάλα μέχρι την Αθήνα – μαζί, το έγκλημα στα Τέμπη και το έλλειμμα λογοδοσίας ένα χρόνο μετά (φωτογραφία: Nick Miller)
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες με τα «καλύτερα»
τραγούδια, albums κ.λπ. της
χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία
ουδέποτε έχει προωθήσει τα προϊόντα της μέσω άρθρων γνώμης. Όλη η μουσική
άλλωστε μπορεί και πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε
συναίσθημα που μας προκαλεί να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι
γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2025. Είναι απλά μέρος της μουσικής που ακούσαμε
και μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε
να μοιραστούμε – και στις δύο περιπτώσεις, όμως, φαίνεται ότι θα μας
απασχολήσει στο μέλλον. Προς το παρόν, 20 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών σε
χρονολογική και όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα εν
μέσω στοχευμένων προωθήσεων, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Evan Nicole Bell
Shades of Blue (16 Ιανουαρίου)
Τραγουδίστρια και κιθαρίστρια, αυτοσχεδιάστρια και πολυοργανίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, παραγωγός και μηχανικός ήχου: η Evan Nicole Bell διακρίνεται σε ένα εντυπωσιακό φάσμα ρόλων στο πρώτο της album, δημιουργώντας έναν σύγχρονο και πολυδιάστατο blues ήχο που συνδυάζει folk, alternative rock και soul στοιχεία, και, ταυτόχρονα, συνομιλεί με τη διαχρονική επικαιρότητα ενός συναρπαστικού παρελθόντος. Αν τα blues είναι βαθιές ρίζες όσο και σημερινά άνθη, εδώ αναδεικνύονται με την παραδειγματική καλλιτεχνική αυτονομία που αφενός τους αξίζει και αφετέρου χαρακτηρίζει την ιστορία της δημιουργίας τους.
2. Sharon Van Etten
& The Attachment Theory
Sharon Van Etten & The Attachment Theory (7 Φεβρουαρίου)
Καλλιτεχνικά ανήσυχη και διαρκώς εξελισσόμενη, η Sharon Van Etten επιστρέφει με το καλύτερο album της την τελευταία δεκαετία, αλλά και το πρώτο που αποτελεί συλλογική
δημιουργία με το τωρινό της συγκρότημα. Η στροφή των τελευταίων ετών προς μια new wave κατεύθυνση εδώ ενισχύεται από ατμοσφαιρικά post-rock στοιχεία, σε αντίστιξη με τα οποία τα εκφραστικά φωνητικά της
Sharon Van Etten ακούγονται πιο κοφτερά και ταυτόχρονα πιο τρυφερά από ποτέ. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζει συνολικά το album, σαν τη δυνατότητα να βλέπει κανείς την
εγγενή ομορφιά της ζωής ακόμα και όταν το φως διαρκώς εξασθενεί.
3. Anneke van Giersbergen
La Vie (28 Φεβρουαρίου)
Η μουσική πορεία της Anneke μετά τους The Gatheringφτάνει τα
18 χρόνια προσωπικών κυκλοφοριών και πολλαπλών συνεργασιών. Τίποτα, ωστόσο, δε
μοιάζει με αυτό το EP
και ούτε θα μπορούσε, καθώς περιλαμβάνει 4 τραγούδια που έγραψε μετά την απώλεια των γονέων της. Κι όμως, αυτή δεν είναι μουσική του πένθους, αλλά της ουσίας
του, του λόγου που έχει σημασία, με τη μοναδική ζεστασιά και αμεσότητα της Anneke να δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό και
χαμηλών τόνων ύμνο στην αγάπη. Καθόλου τυχαία, πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας
τριλογίας EPs που
θα συγκροτήσουν το νέο της album με τίτλο La Vie, La Mort, L’Amour: η Ζωή, ο Θάνατος, η
Αγάπη.
4. Rationalistas
Προσάναμμα (8 Μαρτίου)
Το ενσυνείδητο και βιωματικό hip hop των Rationalistas, γειωμένoστην καθημερινότητα της γειτονιάς και της δουλειάς, ανταποκρίνεται στην εποχή μας με έναν τρόπο που την ξεπερνάει: οι
ρίμες και τα beats συναρθρώνουν
οργανικά τις προσωπικές μας δυσκολίες με τις κοινωνικές συνθήκες που τις
προκαλούν, αλλά και την αλληλεγγύη που μας δίνει ανάσες, από την έμφυλη βία στην
Ηλιούπολη μέχρι τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μια μουσική οργισμένη αλλά και
υπέροχα μελαγχολική, ενδυναμωτική και ενίοτε χορευτική, στη σημαντικότερη μέχρι
σήμερα στιγμή ενός παραδειγματικά συλλογικού hip hop σχήματος.
5. Backxwash
Only Dust Remains (28 Mαρτίου)
Με τη χειρουργική ακρίβεια της λάμας του νυστεριού, αλλά και το σπάραγμα της
καρδιάς ενός τρομαγμένου πουλιού, η εκφραστική δύναμη της Backxwashαγγίζει τον προσωπικό και συλλογικό πόνο της εποχής
μας – από την ταυτότητα, το τραύμα και τη θνητότητα μέχρι την αγριότητα της
γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Τα ηχητικά της τοπία συνθέτουν industrial, rock και ambient στοιχεία σαν να ήταν το
πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ενώ οι ρίμες της ισοδυναμούν άλλοτε με τον πύρινο
λόγο ενός ιεροκήρυκα της Αποκάλυψης κι άλλοτε με εξομολογήσεις κυριολεκτικά τρομακτικής
ευαλωτότητας. Και ίσως είναι ακριβώς αυτή
η μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της
μουσικής της Backxwash που καθιστά το album της τόσο σημαντικό – και όχι μόνο
για το hip hop ή το 2025.
6. Anouar Brahem
After the Last Sky (28 Mαρτίου)
Ο Τυνήσιος ουτίστας Anouar Brahem αντανακλά συγκλονιστικά πάνω στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη
με κύριο όχημα τον jazz αυτοσχεδιασμό και τη βοήθεια του μπασίστα Dave Holland, του πιανίστα Django Bates και της τσελίστριας Anja Lechner. Ο τίτλος του album παραπέμπει σε ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Mahmoud Darwish, για τον οποίο η Παλαιστίνη ήταν «κάλεσμα και υπόσχεση ελευθερίας ταυτόχρονα»,
γράφει ο Adam Satz στις σημειώσεις του album, προσθέτοντας ότι ο Anouar Brahem ανταποκρίνεται
και στις δυο αυτές πλευρές όπως έκαναν τα εκατομμύρια των διαδηλωτών σε όλο τον
κόσμο: το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο
με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
7. Deafheaven
Lonely People With Power (28 Μαρτίου)
Είναι ευχή και κατάρα για ένα συγκρότημα του ακραίου ήχου να προσελκύει mainstream ενδιαφέρον και στην περίπτωση των Deafheaven το αποτέλεσμα την προηγούμενη δεκαετία ήταν
να υπερεκτιμηθούν και να υποτιμηθούν ταυτόχρονα από διαφορετικά κοινά για
διαφορετικούς λόγους. Αλλά μέχρι εδώ: φέτος δεν κυκλοφόρησαν απλά το καλύτερό
τους album, αλλά
επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους συνθέτοντας τα καλύτερα επιμέρους στοιχεία
της με απαραίτητη αιχμή τα σχισμένα φωνητικά του George Clarke. Όσ@ αγαπάμε τη metal σκηνή, και τη μουσική περισσότερο από
τους εαυτούς μας, ξέρουμε τι να κάνουμε.
8. Rhiannon Giddens & Justin Robinson
What Did the Blackbird Say to the Crow
(18 Απριλίου)
HRhiannon Giddens και ο Justin Robinson, βραβευμένοι folk μουσικοί και παλαιότερα συνοδοιπόροι στους Carolina Chocolate Drops, ερμηνεύουν
18 παραδοσιακά κομμάτια με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα της live ηχογράφησης σε εξωτερικούς χώρους. Το
αποτέλεσμα είναι άλλη μια υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy
του 2026, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτα την κριτική τους θέση υπέρ της μουσικής
για την απόλαυση της κοινότητας αντί για τα συμφέροντα της αγοράς. «Ποιος είναι
ο ρόλος της μουσικής στην κοινωνία μας;» επιμένει η Rhiannon Giddens. «Πώς
μπορούμε να την αποσυνδέσουμε από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, όπου η μουσική
είναι προϊόν και οι μουσικοί έχουν δευτερεύουσα σημασία;»
9. SUMAC & Moor Mother
The Film (25 Απριλίου)
Είναι καιρός να πάρουμε πίσω την ανάσα μας: ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος
και η υποβλητική απαγγελία της hip hop ποιήτριας Moor Mother αφήνει προσωρινά τα free jazz ηχητικά τοπία των Irreversible Entanglements για να συναντηθεί εδώ με τον sludge metal πειραματισμό των SUMAC, οι οποίοι κυκλοφορούν μαζί της το καλύτερό τους album. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες,
πόλεμος και εκτοπισμός, συστημική βία και κλιματική κρίση, είναι τα θεματικά
νήματα ενός album που η
ίδια του η ύπαρξη ως ενιαίου έργου τέχνης αντιβαίνει τον καταναλωτικό προσανατολισμό
της μουσικής βιομηχανίας.
10. Hedvig Mollestad Trio
Bees In The Bonnet (9 Μαΐου)
Μια από τις πρωτοπόρες κιθαρίστριες της εποχής μας επιστρέφει μετά από τέσσερα
χρόνια solo και συνεργατικών
κυκλοφοριών στο φυσικό της περιβάλλον. Η παροιμιώδης χημεία της Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad κατεδαφίζει
κάθε διαχωρισμό μεταξύ jazz, rock και metal – στην προκειμένη περίπτωση, σε τρεις
άξονες: καταιγιστικός αυτοσχεδιασμός, ατμοσφαιρικός πειραματισμός, και μια
μελωδική νηνεμία πριν την τελική καταιγίδα. Οι Hedvig Mollestad Trio είναι μια ασταμάτητη
πηγή αναπάντεχης και συναρπαστικής μουσικής – χωρίς περιστροφές, η ευρωπαϊκή jazz δεν ήταν ποτέ καλύτερη.
11. Pelican
Flickering Resonance (16 Μαΐου)
Τα λίγα δευτερόλεπτα του Sirius στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα
σήμα εκπομπής – έτσι γράφαμε πέρσι, επί τη ευκαιρία του νέου EP του κουαρτέτου από το
Σικάγο μετά την επανένωση της κλασικής του σύνθεσης: Trevor Shelley de Brauw και
Laurent Schroeder-Lebec στις κιθάρες, Bryan και Larry Herweg στο μπάσο και τα
ντραμς αντίστοιχα. Στα 24 χρόνια της πορείας τους, οι Pelican έχουν μια καθολικά ποιοτική δισκογραφία
– μερικά albums, ωστόσο, διακρίνονται με την τιτάνια δύναμη μιας λυτρωτικής καταιγίδας και τo ελπιδοφόρο φως μιας αλκυονίδας μέρας ταυτόχρονα. Το φετινό Flickering Resonance είναι
ένα τέτοιο album: η πρωτοποριακή και θεμελιώδης για το post-metal μουσική των Pelican ακούγεται άγρια και μελωδική, θλιμμένη αλλά πανίσχυρη, πολυπρισματική και την ίδια στιγμή προσιτή. Ή, αν προτιμάτε, είναι το ηχητικό αντίστοιχο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά τα χρόνια, για όλη τη σκηνή και την κοινότητα που τη στηρίζει. Είμαστε
πολύ τυχεροί, και εκείνοι και εμείς.
12. Bruce Springsteen & E Street Band
Land Of Hope & Dreams (20 Μαΐου)
Κάλλιστα θα μπορούσε εδώ να βρίσκεται το set των επτά ακυκλοφόρητων albumsτου Bruce Springsteen, ή η εκτεταμένη
επανακυκλοφορία του εμβληματικού album Nebraska. Αυτό το EP, ωστόσο, περιλαμβάνει εκπληκτικές εκτελέσεις τριών δικών του κομματιών και μιας διασκευής από τη φετινή του συναυλία στο Manchester, οι οποίες επιπλέον συνδέονται οργανικά με το μήνυμα αντίστασης και
ελπίδας που συνιστά η οξυδερκής και εκτενής κριτική του Springsteenστη διακυβέρνηση Trump. Με άλλα λόγια, είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο
για την οργανική σχέση μουσικής και πολιτικής, για τα επίδικα της εποχής της
ανόδου της ακροδεξιάς, και για την ευθύνη που απορρέει από τον δημόσιο ρόλο των
καλλιτεχνών.
13. Julia Hamos
Ellis Island (6 Ιουνίου)
Αν το φως είχε ήχο, θα ακουγόταν κάθε φορά που τα δάχτυλα της Julia Hamosαγγίζουν τα πλήκτρα του πιάνου – ή
τουλάχιστον ένα τέτοιο φως λάμπει στα μάτια της όταν μιλάει για το μουσικό και προσωπικό της ταξίδι από και προς την πόλη της, τη Νέα Υόρκη, σημερινή και
παντοτινή πόλη μεταναστών, και την Ουγγαρία, από όπου κατάγεται η οικογένεια της.
Εξαιτίας της Julia Hamos οι κλασικοί Ούγγροι συνθέτες BélaBartók, GyörgyKurtág και GyörgyLigeti συνομιλούν με την Meredith Monk, τον Charles Mingus, αλλά και την Ουγγρική Μελωδία του Franz Schubert, σε ένα album ευφυές, παθιασμένο και χαρακτηριστικό της
εκφραστικής δυναμικής, αλλά και του κοινωνικού προσανατολισμού, της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
14. Terri Lyne Carrington
& Christie Dashiell
We Insist 2025! (13 Ιουνίου)
Μόνο μια κορυφαία μορφή της σύγχρονης jazz θα μπορούσε να τιμήσει αλλά και να επικαιροποιήσει τη διττή,
μουσική και πολιτική, κληρονομιά ενός avant-garde album όπως το We Insist!, το οποίο κυκλοφόρησε ο Max Roach το 1960 υποστηρίζοντας το Κίνημα για τα
Πολιτικά Δικαιώματα. Η πολυβραβευμένη ντράμερ, συνθέτρια, ακτιβίστρια και
εκπαιδεύτρια Terri Lyne Carrington δεν είναι απλώς αυτή η μορφή: αφενός το έχει
ξανακάνει με το Money Jungle των Ellington, Mingus και Roach, αφετέρου ο Max Roach
υπήρξε μέντοράς της. Μαζί με την τραγουδίστρια και στιχουργό Christie Dashiell ενσωματώνουν με μοναδικό τρόπο funk, blues, afrobeat,
spoken word και jazz poetry στοιχεία, αναδεικνύουν το αίτημα της φυλετικής
δικαιοσύνης την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς και της εκλογής Trump, και πρεσβεύουν, όπως λέει η Terri Lyne Carrington, «το πνεύμα του συλλογικού
αυτοσχεδιασμού, διαλογισμού και χαράς ως μορφές αντίστασης» – δηλαδή το πνεύμα της
ίδιας της jazz ως διαχρονικής ριζοσπαστικής τέχνης.
15. Los Angeles Philharmonic,
Gustavo Dudamel, Alisa Weilerstein,
Los Angeles Master Chorale, Tambuco
Gabriela Ortiz: Yanga (18 Ιουλίου)
Μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες στον κόσμο επιστρέφει στο έργο της Ortiz
για ένα δεύτερο και ίσως ακόμα καλύτερο album, το οποίο αναμένεται να σαρώσει
στα βραβεία Grammy του
2026, όπως το περσινό Revolución Diamantina. Το αξίζει και με το παραπάνω: από την
εκτεταμένη χρήση αφρικανικών ρυθμών και οργάνων στη σύνθεση για τον επαναστάτη σκλάβο Gaspar
Yanga, μέχρι τον φόρο
τιμής στην Violeta Parra, κύρια μορφή του κινήματος πολιτικού τραγουδιούNueva Canción στη Χιλή, αλλά και
ένα νέο κοντσέρτο για τσέλο με θέμα την υπεράσπιση του Yucatán από την τουριστική
ανάπτυξη στο Μεξικό. Με άλλα λόγια, αυτό το δεύτερο album σηματοδοτεί ότι το πρώτο δεν ήταν η εξαίρεση
που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ενώ η υψηλή θεατότητα ορχήστρας, μαέστρου και βραβείων μπορεί
να συμβάλλει σε ευρύτερες αλλαγές ρεπερτορίου. Το μέλλον της σύγχρονης κλασικής αναμένεται
συναρπαστικό, αν μη τι άλλο.
16. Buddy Guy
Ain’t Done With The Blues (30 Ιουλίου)
Από τη δεκαετία του 60 που ξεκίνησε στο
Σικάγο δίπλα στον Muddy Waters, τον Howlin’ Wolf και την Koko Taylor, μέχρι τα δεκάδες
προσωπικά albums και την πλειάδα των συνεργασιών που φτάνουν στις μέρες μας, ο
Buddy Guy είναι ένας εμβληματικός, βραβευμένος και ακραία επιδραστικός κιθαρίστας. Δεν ήταν όμως
ποτέ μουσικός που βασίζεται στις δόξες του παρελθόντος: ο μοναδικός του ήχος είναι
και σήμερα πρωτότυπος και η μουσική του επίκαιρη, από τον σύγχρονο
αντιρατσιστικό ύμνο Never Forget μέχρι το ντουέτο του με τον Christone
“Kingfish” Ingram, επιφανή κιθαρίστα της νεότερης γενιάς, με τον οποίον έχει επιπλέον κάνει κοινή περιοδεία. Ο Buddy δεν έχει τελειώσει με τα blues
γιατί όλες του οι νότες είναι συνώνυμες με την αγάπη για τη μουσική – και αυτή δεν έχει
τέλος.
17. Amanda Shires
Nobody’s Girl (26 Σεπτεμβρίου)
Πότε σταματήσαμε να αγαπάμε; Πώς καταλήγουμε να μη νιώθουμε τίποτα για να μη
νιώθουμε πόνο; Πόσο εκκωφαντική έχει γίνει η σιωπή; Έχουν υπάρξει πολλά breakup albums στην ιστορία της δισκογραφίας, το Nobody’s Girl όμως δεν είναι σαν αυτά,
όπως δεν είναι ούτε προβλέψιμο εγχειρίδιο αυτοφροντίδας, ούτε ναρκισσιστική εκφορά
κάποιου πληγωμένου εγώ. Η Amanda Shires έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να
αναπαράγει συμβάσεις, όπως έχει ήδη δείξει η συμβολή της στην ανάπτυξη της alternative country / americana σκηνής,
και εδώ επικοινωνεί μια υπαρξιακή θα έλεγε κανείς ανατομία της πληγής, αναπόφευκτα
οδυνηρή αλλά και αναπάντεχα ενδυναμωτική. Ίσως ποτέ να μην ξεπερνάει κανείς εντελώς την κατάρρευση μιας σχέσης, αλλά ίσως να βοηθάει η επίγνωση ότι τουλάχιστον προσπάθησε να τη στηρίξει, όσο μάταιο
κι αν ήταν.
18. Rosalía
LUX (7 Νοεμβρίου)
Τα ύστερα του κόσμου – pop μουσική στη χώρα των θαυμάτων; Αφενός το έχουμε ξανακάνει με την Taylor Swift, αφετέρου η Rosalía υπερβαίνει αποτελεσματικά τους διαχωρισμούς μεταξύ pop και κλασικής, όπερας και παραδοσιακής μουσικής: 18 κομμάτια σε 13 γλώσσες, οργανωμένα σε τέσσερα μέρη κατά το πρότυπο των συμφωνικών έργων, με κύριο μουσικό συνοδοιπόρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η δυναμική στηρίζει ένα συναρπαστικά πρωτότυπο concept για τη θηλυκότητα και την πνευματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο, με αναπάντεχες συναισθηματικές όσο και υπαρξιακές πλευρές. Εσείς ξέρατε ότι μπορείτε να χωρέσετε σε ένα χαϊκού, ένα χαϊκού που καταλαμβάνει μια χώρα, μια χώρα που χωράει σε μια σκλήθρα, μια σκλήθρα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον γαλαξία;
19. Yawning Μan
Pavement Ends (14 Νοεμβρίου)
Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα ανθηρή χρονιά για τους πρωτοπόρους της σκηνής
της Palm Desert, και εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται τα albums που κυκλοφόρησαν με τα συνεργατικά
τους σχήματα Yawning Balch και SoftSun. Το Pavement
Ends, ωστόσο, δεν είναι απλά το καλύτερο των τριών, αλλά μια από τις σημαντικότερες
στιγμές της συνολικής δισκογραφίας των Yawning Μan. Ο κιθαρίστας Gary Arce, ο μπασίστας Mario Lalli και ο ντράμερ Bill Stinson δεν επαναπαύθηκαν ποτέ στις δάφνες τους και αυτή τη φορά η
αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα οδηγεί τα ηχητικά τους τοπία σε μια μουσικά επιτακτική,
συναισθηματικά φορτισμένη και ακαταμάχητα εξπρεσιονιστική κορύφωση.
20. Svalbard
If We Could Still Be Saved (17 Νοεμβρίου)
«Επειδή υπάρχει ομορφιά σε αυτό που τελειώνει»: η γλυκόπικρη αποχαιρετιστήρια
θύελλα αυτού του single είναι η τελική ηχογράφηση των Svalbard, οι οποίοι έχουν ανακοινώσει τη διάλυσή τους το 2026 και βρίσκονται στην τελευταία τους περιοδεία. Δεν ξέρω πόση ομορφιά υπάρχει
όταν σταματάει η πορεία ενός τόσο μουσικά όσο και πολιτικά κομβικού συγκροτήματος,
ξέρω όμως ότι υπάρχει η καλλιτεχνική ακεραιότητα και η προσωπική ειλικρίνεια που
αποτελούσε πάντα κλειδί της σχέσης μας μαζί τους: το τέλος έρχεται γιατί η
πολιτική οικονομία των πραγματικά εναλλακτικών συγκροτημάτων
δεν είναι κατά κανόνα βιώσιμη, και το συγκεκριμένο δεν κάνει υποχωρήσεις και εκπτώσεις για να μπορέσει να επιβιώσει. Υπόκλιση και δάκρυα λοιπόν, αλλά μαζί παντοτινή εμπιστοσύνη και
αγάπη – έτσι είναι οι καθαρές κουβέντες.
«Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται
θλιμμένες, είναι ότι διαθέτει ο κόσμος μας, για ν' αγαπάς τις μέρες τούτες»:
έτσι έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις στα Σχόλια του Τρίτου, ασκώντας κριτική στα
Χριστούγεννα των εμπόρων και του αστικού καθωσπρεπισμού.
Και φυσικά είχε δίκιο, ίσως όμως η αγάπη να βρίσκεται και στα πρόσωπα αυτών
που χρειάζεται να δώσουν μάχη για την υγεία τους, ή και τη ζωή τους, τις μέρες
των γιορτών. Είναι ιδιαίτερο συναίσθημα να βρίσκεται κανείς σε ένα νοσοκομείο, ελπίζοντας
ότι θα γίνει καλά και θα μπορέσει να κάνει Χριστούγεννα με τους δικούς του. Δεν
είναι λίγο και δεν είναι δεδομένο.
Κάποτε είχα διαβάσει ότι τα νοσοκομεία έχουν ακούσει πιο ειλικρινείς
προσευχές από τις εκκλησίες. Δε γράφονται συχνά τραγούδια για τέτοια πράγματα,
δεν είναι καθόλου εύκολο. Το κομμάτι με το οποίο θα κλείσουμε όμως είναι μια τέτοια κοσμική προσευχή: Soon You’ll Get Better, ένα τραγούδι της Taylor Swift για τη μάχη της μητέρας της με τον
καρκίνο, από το album Lover του 2019.
Κι όμως, δεν έχουμε όλοι και όλες αρκετά χρήματα, ούτε πάντα τους αγαπημένους μας κοντά, ούτε είμαστε μόνιμα σε καλή συναισθηματική ή σωματική κατάσταση, και τότε δε χωράμε στη συμβατική χαρά και κατανάλωση των γιορτών. Κι όμως, δεν είμαστε μόνοι, ούτε οι μόνοι, και χωράμε πάντα ο ένας στην αλήθεια της άλλης και φυσικά στη μουσική: 12 + 1 κομμάτια για το είναι, και όχι το φαίνεσθαι, των Χριστουγέννων (Φωτογραφία: Hulton-Deutsch Collection)
Κι όμως, δεν πηγαίνουν
όλοι οι άνθρωποι διακοπές – δε φτάνουν σε όλους μας τα χρήματα, ή χρειάζεται να
εργαστούμε ακόμα και τον Αύγουστο, ή δεν έχουμε αρκετά καλή σωματική ή ψυχική υγεία,
ή έχουμε την ευθύνη άρρωστων, ηλικιωμένων, ευάλωτων ανθρώπων και δεν τους
εγκαταλείπουμε. Έχουμε όμως αυτήν την πόλη, την Αθήνα εννοώ, που την αγαπάμε
παρότι κάνει ό,τι μπορεί για να μας δυσκολέψει και μας το ανταποδίδει με τους
ανθρώπινους ρυθμούς της τον Δεκαπενταύγουστο: περπατάμε στη μέση των άδειων δρόμων
της, βρίσκουμε σκιά στις πυλωτές της και ησυχία στις πλατείες της, και ένας
αστικός μύθος λέει ότι τις νύχτες κανείς δε μένει αδιάφορος μπροστά στα φώτα
της όταν τα κοιτάζει από τις κορυφές των λόφων της.
Τίποτα δεν είναι
εύκολο και όλα αξίζουν μια μέρα σαν αυτή – μια καλοκαιρινή μέρα.
Για την τρυφερότητα της άδειας πόλης τον Αύγουστο, για τα χρήματα που δε φτάνουν και τις ζωές που περισσεύουν, για το καλοκαίρι των από κάτω (φωτογραφία: Paul McDonough)
Δεν είναι εύκολο, αλλά η μουσική μπορεί να είναι διαχρονικά συναρπαστική,
τόσο θυμωμένη όσο και μελαγχολική, μπορεί να προστατεύσει την ειλικρίνειά της
από τη δημοφιλία της, μπορεί να φωτίσει τις ατομικές μας χαρές αλλά και τις
συντριβές, μπορεί να βγάλει τη γλώσσα της στην καταναλωτική ευδαιμονία, όχι
μόνο τότε, την πλαστική δεκαετία του 90, αλλά και σήμερα που τα δόντια του
νεοφιλελευθερισμού προβάλουν μέσα από το παγωμένο του χαμόγελο. Αυτό που είναι
δύσκολο για τη μουσική είναι να μην πληγωθεί κάνοντας όλα αυτά, να μη γίνουν οι
φίλοι της σκελετοί που παίζουν τον ρυθμό με τα κόκκαλά τους.
Οπότε, ναι, αγαπήσαμε πολύ τον ήχο των Soundgarden, και εκείνοι ανταποκρίθηκαν δίνοντάς μας τη
μουσική μας ταυτότητα, τη μουσική ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς, πράγμα που συνοψίζεται
νομίζω πολύ καλά στην εμβληματική φωτογραφία του Lance Mercer που μπορείτε να δείτε και στην αφίσα της σημερινής εκπομπής: ο Chris Cornell έχει αφεθεί σε
μια θάλασσα από χέρια, έχοντας κάνει stage diving στο φεστιβάλ Lollapalooza το 1992. Τον προηγούμενο χρόνο οι Soundgarden είχαν κυκλοφορήσει το Badmotorfinger, το τρίτο και καλύτερο μέχρι τότε album τους, και με αυτό θα ξεκινήσουμε σήμερα.
Η σκηνή του
Seattleέβραζε υπόγεια αρκετά χρόνια πριν ξεσπάσει
το 1991, τελειώνοντας την ελαφρότητα, την επιτήδευση και την απίστευτη μουσική
ανία που κυριαρχούσε στην πλειοψηφία των mainstream αλλά και των εναλλακτικών
ακουσμάτων της δεκαετίας του 80. Υπήρχαν φυσικά διαφορές στο εσωτερικό της σκηνής και μεταξύ των πιο
δημοφιλών συγκροτημάτων της, όπως ήταν οι Nirvana, οι Pearl Jam, οι Soundgarden
και οι Alice In Chains – όλοι μαζί, ωστόσο, κατάφεραν να επαναπροσδιορίσουν με
πρωτότυπο και αυθεντικό τρόπο τη μορφή και το περιεχόμενο της rock μουσικής,
πράγμα που μέχρι τότε φαινόταν ακατόρθωτο καθώς τα συγκροτήματα που προηγήθηκαν
είχαν αποκτήσει μυθικό status, από τους Beatles μέχρι τους Black Sabbath και
από τους Led Zeppelin μέχρι τους Stooges.
Κοινή μουσική καρδιά της σκηνής του Seattle ήταν ένας τιτάνιος και
παραμορφωμένος κιθαριστικός ήχος: μέσα από ελάσσονες κλίμακες, πρωτότυπα
ρυθμικά μοτίβα και δυναμικές αντιθέσεις ανάμεσα στην ένταση και τη μελωδία, τα συγκροτήματα αντανακλούσαν πάνω στην αλλοτρίωση, την περιθωριοποίηση και τα προσωπικά και
κοινωνικά αδιέξοδα των συμμέτοχων της σκηνής, μουσικών και κοινού μαζί. Και οι μουσικοί
δεν ήταν ματαιόδοξα είδωλα σε mainstream ή εναλλακτικά βάθρα, αλλά έρχονταν από
τα κάτω όπως εμείς και είχαν τρωτές αρρενωπότητες σαν τις δικές
μας: τους συναισθανόμασταν αντί να τους θαυμάζουμε. Εδώ δεν υπήρχε η
αυταρέσκεια της επιτυχίας και ο κυνισμός της διασκέδασης, ούτε η ευπώλητη πόζα κάποιου
αυτοαποκαλούμενου νεωτερισμού.
Τo grunge, όπως επικράτησε να ονομάζεται αυτή η μουσική κουλτούρα, δεν
έμοιαζε με το rock της εποχής του, αλλά ούτε και με το hard rock του
παρελθόντος: ο ήχος τoυ ήταν πιο βαρύς και μελαγχολικός, τραχύς και σκοτεινός –
αλλά δεν ήταν ούτε metal ούτε punk ακριβώς, παρότι αντλούσε και συνέθετε
στοιχεία και των δύο. Με άλλα λόγια, ήταν ένας ήχος με διακριτή ταυτότητα και
αναγνωρίσιμο ύφος που υπερέβαινε συμβατικούς διαχωρισμούς και
κατηγοριοποιήσεις. Και, από αυτήν την άποψη, ήταν, μαζί με τη ραγδαία άνοδο του
hip hop και την πολύπλευρη ανάπτυξη του metal, η σημαντικότερη μουσική εξέλιξη
εκείνων των δεκαετιών, και όχι μόνο.
Τριάντα χρόνια αργότερα, το magnum opus των Soundgarden, το album
Superunknown του 1994, είναι, μαζί με το αντίστοιχο album Dirt των Alice in
Chains, ίσως η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της μουσικής κληρονομιάς της σκηνής. Τα
ογκώδη riffs, οι καθοριστικές μελωδίες και η ρυθμικά ασυνήθιστη προσέγγιση του
συγκροτήματος, η οδυνηρή και ταυτόχρονα ενδυναμωτική διαλεκτική της μουσικής
και των στίχων του Chris Cornell, η καθηλωτική κι όμως ευάλωτη φωνή του, η
αυτοσχεδιαστικά πρωτότυπη κιθάρα του Kim Thayil, η πέτρινη και την ίδια στιγμή
ελαστική rhythm section των Ben Shepperd και Matt Cameron: όλα όσα έκαναν τον
ήχο των Soundgarden να ξεχωρίσει φτάνουν με αυτό το album στο απόγειό τους, ενώ οι πρόβες
και τα demos που περιλαμβάνει η επετειακή έκδοση παρέχουν πρόσβαση στον τρόπο
με τον οποίο έφτασαν εκεί.
H αυθεντικότητα της σκηνής του Seattle θα δυσκολευτεί απέναντι στη μουσική
βιομηχανία, καθώς τα συγκροτήματα δεν ήταν διατεθειμένα να συμμορφωθούν με το
μάρκετινγκ του «εναλλακτικού» rock, ούτε ήταν προετοιμασμένα να διαχειριστούν
τις συνέπειες της παγκόσμιας δημοφιλίας, δυστυχώς με τραγικά αποτελέσματα. Η
πορεία των Nirvana θα σταματήσει πρόωρα με την αυτοκτονία του Κurt Cobain, και
το ίδιο θα συμβεί με την κλασσική σύνθεση των Alice In Chains λόγω της απώλειας
του Layne Staley, και αργότερα και του Mike Star, από υπερβολική δόση
ναρκωτικών, ενώ τα μέλη που επιβίωσαν θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να
ανακαλύψουν ένα νέο δρόμο. Μόνο οι Pearl Jam θα μπορέσουν να συνεχίσουν, αφού
όμως πρώτα κάνουν γενναίες αντιεμπορικές κινήσεις για να μειώσουν συνειδητά τη
δημοφιλία τους και να συρρικνώσουν την κλίμακα του κοινού τους.
Ούτε οι Soundgarden άντεξαν τη συνθήκη της «επιτυχίας»: διαλύθηκαν το 1997,
ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του ναι μεν σπουδαίου αλλά και αμφίθυμου ως προς
τη μουσική του κατεύθυνση πέμπτου album τους Down on the Upside. Η διάλυσή τους
ήταν «πράξη αυτοσυντήρησης», είχε πει ο Chris Cornell το 2005 στο Classic Rock,
η οποία διατήρησε την καλλιτεχνική ακεραιότητα της μουσικής τους και προστάτεψε
τους ίδιους από τη φθορά που έχει ένα συγκρότημα όταν καταλήγει να κάνει
περιοδείες και ηχογραφήσεις χωρίς να είναι περήφανο για αυτές: πρόκειται για
την πίεση που προκαλεί ο εξαντλητικός κύκλος εργασιών της μουσικής βιομηχανίας,
δηλαδή η συνεχής διαδοχή εκτεταμένων περιοδειών και νέων κυκλοφοριών, όπως
αναφέρει στην ίδια συνέντευξη ο Μat Cameron.
Με άλλα λόγια, οι Soundgarden «κατασπαράχθηκαν» από τη βιομηχανία της
μουσικής, όπως ισχυρίζεται ο Μat Cameron στην εφημερίδα The Guardian. «Αυτό που
μας ανάγκασε να διαλυθούμε, και όχι απλά να κάνουμε μια παύση», εξήγησε ο Chris
Cornell στο Revolver, «ήταν ότι οι Soundgarden είχαν γίνει business, και αυτή η
πλευρά άρχισε να μπορεί να μας υπαγορεύει τι θα κάνουμε και πού και πώς θα το
κάνουμε, είτε θέλαμε και νιώθαμε άνετα με αυτό, είτε όχι». Η απόφασή τους να
διαλυθούν διέσωσε το ακριβώς αντίθετο: την κοινότητα, το πνεύμα και την
πρακτική του ανήκειν σε ένα συγκρότημα, αυτό που ο Chris Cornell αποκαλεί
«συλλογικό όραμα» των Soundgarden. Αυτός είναι ο λόγος που δώδεκα χρόνια μετά
τη διάλυσή του το συγκρότημα θα μπορέσει να επιστρέψει, και τρία χρόνια αργότερα
να κυκλοφορήσει το King Animal, ένα από τα καλύτερα αλλά και λιγότερο προσιτά
albums των Soundgarden, ορίζοντας τι σημαίνει τίμια επανένωση.
Οι πρώτες κυκλοφορίες των Soundgarden μπορεί να είναι λιγότερο γνωστές αλλά
δεν είναι λιγότερο σημαντικές. Αν, για παράδειγμα, το Hunted Down, το θρυλικό
πρώτο single του συγκροτήματος από το μακρινό 1987, είναι ενδεικτικό του
αρχικού εναλλακτικού του ύφους, το Beyond the Wheel, με τα doom metal
χαρακτηριστικά και τα καταλυτικά φωνητικά του Chris Cornell από το πρώτο album
Ultramega OK του 1988, ήταν κομβικό όχι μόνο για τον ήχο των Soundgarden αλλά
και για τον επαναπροσδιορισμό του σκληρού ήχου συνολικά. Σε όλες τις
ηχογραφήσεις αυτής της περιόδου θα συναντήσουμε και τον πρώτο μπασίστα του
συγκροτήματος Hiro Yamamoto, o οποίος αποχώρησε το 1989.
Οι Soundgarden ηχογράφησαν σημαντικές διασκευές ως φόρο τιμής σε ένα ευρύ
φάσμα επιρροών και αγαπημένων τους τραγουδιών, ενδεικτικά από τον Howlin’ Wolf
στους Black Sabbath. Για παράδειγμα, η διασκευή του Come Together των Beatles,
b-side του single Hands All Over από το δεύτερο άλμπουμ Louder Than Love, είναι
χαρακτηριστική όχι μόνο του τρόπου που το συγκρότημα αναφερόταν και εμπνεόταν
από το παρελθόν, αλλά και του τρόπου που το επαναπροσέγγιζε και το ανανέωνε
διαφέροντας από αυτό. Και όπως συμβαίνει με όλους τους σπουδαίους μουσικούς, δε
μπορεί να γίνει αφιέρωμα στους Soundgarden χωρίς αναφορά στην επίδοση που είχαν
επί σκηνής, με ενδεικτικό παράδειγμα εδώ το Slaves & Bulldozers, στο οποίο
συνήθιζαν να αφήνουν τους εαυτούς τους ελεύθερους από μουσικές φόρμες και
συμβάσεις.
Κι όμως, παρά τα όποια και όσα καταφέρνει, στο τέλος η μουσική είναι
δύσκολο να μην πληγωθεί, με αποτέλεσμα να είναι αντίστοιχα δύσκολο να ακούει
κανείς σήμερα κομμάτια όπως το Like Suicide, ιδιαίτερα με τη συγκινητική
αμεσότητα που έχει η ηχογράφηση της πρόβας του. Στις 18 Μαΐου του 2017, μετά
από μια συναυλία που έμελλε να γίνει το κύκνειο άσμα του συγκροτήματος χωρίς
κανείς να το έχει φανταστεί, ο Chris Cornell αφαίρεσε τη ζωή του στα πενήντα
δύο του χρόνια, έχοντας δώσει πολυετή μάχη με την κατάθλιψη και έχοντας μιλήσει
με γενναιότητα για αυτήν δημόσια. «Ο καλύτερος τραγουδιστής που έχουμε στον
πλανήτη», όπως τον είχε αποκαλέσει ο επιστήθιος φίλος του Eddie Vedder,
παραμένει ως «φωνή της γενιάς μας και διαχρονικός καλλιτέχνης», όπως
αναγράφεται στο μνήμα του. Και όταν η μουσική τελειώνει μένουμε μόνοι με την
πληγή που είναι το άλλο όνομα της αγάπης, ή τουλάχιστον το άλλο όνομα της
αγάπης μιας ολόκληρης γενιάς.
Η μουσική ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς, μέσα από singles, b-sides, demos, πρόβες και live ηχογραφήσεις, και μια φωνή που μας λείπει και θα μας λείπει πάντα (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Lance Mercer, 12.12.2019 @ enfo | radio)
Η μουσική ενάντια
στην κατάθλιψη και την παραίτηση: ακριβώς αυτό ήταν η Δεύτερη Συμφωνία του Sergei Rachmaninoff, μια απάντηση στη νευρική κατάρρευση που του προκάλεσε η πολύ αρνητική υποδοχή
της Πρώτης Συμφωνίας του το 1897. Χρειάστηκαν δώδεκα χρόνια – και ενδιάμεσα η επιτυχία του Δεύτερου Κοντσέρτου για Πιάνο – για να επανέλθει με
την πρεμιέρα της Δεύτερης Συμφωνίας, το 1909, η οποία στη συνέχεια θα βραβευτεί
και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο δημοφιλή και σημαντικά έργα κλασσικής
μουσικής.
Ως προς την εκτέλεση,
δε νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία: μερικές φορές συμβαίνει η συνάντηση του έργου
ενός συνθέτη με μια συγκεκριμένη ορχήστρα και μαέστρο να έχει αποτελέσματα που θα
τα έλεγε κανείς σχεδόν μαγικά, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου σε διεύθυνση του Gennadi Rozhdestvensky το 1988.
Χρειάζεται, ωστόσο,
μια ίσως ασυνήθιστη αλλά πάντως απαραίτητη προειδοποίηση περιεχομένου: δε μπορώ
να ξέρω τι έχει κάθε άνθρωπος μέσα του, τι έχει περάσει και τι νιώθει εξαιτίας αυτού
που έχει περάσει. Ένας μπορεί να είναι ερωτευμένος, ενώ ένας άλλος μπορεί να
πενθεί. Ένας υποφέρει από νοσταλγία, ας πούμε για
την πόλη του, αν ζει πολύ καιρό μακριά της. Άλλος ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη, ας
πούμε μπαίνοντας στο σπίτι του μετά από μια μακρά περίοδο νοσηλείας.
Δεν ξέρω λοιπόν τι
νιώθετε, ξέρω όμως πώς ό,τι κι αν νιώθετε, αυτή η μουσική θα το βρει. Θα μπει μέσα
σας, θα το βρει και θα συνδεθεί μαζί του για πάντα. Και όταν συμβεί αυτό, δε θα
μπορέσετε ποτέ να τη βγάλετε από μέσα σας, δε θα γλιτώσετε ποτέ από αυτήν, ή,
αντίστροφα, δε θα είστε ποτέ ξανά μόνοι. Θα την ακούτε χωρίς να παίζει πουθενά,
θα την σιγοτραγουδάτε και οι άνθρωποι γύρω σας θα σας κοιτάζουν σα να είστε ημίτρελοι.
Γιατί αυτό ακριβώς είναι
η κλασσική: μουσική για ημίτρελους. Και όχι για αυτούς που την επικαλούνται για
να κάνουν τους δήθεν «γνώστες», να εκμεταλλευτούν δηλαδή το πολιτιστικό της κεφάλαιο
για ίδιον όφελος. Αυτοί αγαπούν την εξουσία – εμείς λέμε για τους ανθρώπους που
αγαπούν τη μουσική.
Και αυτή είναι μια
μουσική που αν την αγαπήσετε, δε θα την ξεχάσετε ποτέ αλλά ούτε και εκείνη εσάς.
Εύχομαι ολόψυχα να μη βρεθεί κανείς σε θέση ανάγκης – αλλά αν συμβεί κάτι
τέτοιο, αυτή η μουσική θα είναι εκεί. Θα είναι εκεί και θα σας κρατάει το χέρι.
Γιατί οι συνθέσεις για μπαλέτο του Tchaikovsky και του Prokofiev παραμένουν συναρπαστικές μέχρι σήμερα; Ήταν το θυελλώδες κοντσέρτο για βιολί του Tchaikovsky το metal της εποχής του; Και γιατί όποιος ακούει τη δεύτερη συμφωνία του Rachmaninoff δε μπορεί ποτέ να τη βγάλει από μέσα του; (εικόνες: Amourette Illustration)
Λίγοι σύγχρονοι
μουσικοί είναι τόσο πρωτότυποι όσο ο Tom Morello – εμβληματικός
και πολιτικοποιημένος κιθαρίστας του σύγχρονου σκληρού ήχου που αντλεί, φυσικά
από το metal και
το rock, αλλά και σε μεγάλο βαθμό από το hip hop, έχοντας, παράλληλα, μια σημαντική ακουστική πλευρά όπως και μια πειραματική ηλεκτρονική διάσταση.
Μια εκπομπή για τον
Tom Morello, ωστόσο, δύσκολα μπορεί να μην ξεκινήσει με τα φοβερά riffs και το solo που παίζει στο Killing in
the Name– το κλασσικό,
πλέον, κομμάτι των Rage Against The
Machine από το πρώτο τους album που κυκλοφόρησε το
1992 με τίτλο το όνομά τους. Είναι ένα τραγούδι πολιτικής διαμαρτυρίας ενάντια στην
αστυνομική βία και τον ρατσισμό, πράγμα που το καθιστά επίκαιρο
και στη σύγχρονη εποχή του κινήματος Black Lives Matter ενάντια στις δολοφονίες
αφροαμερικανών από την αστυνομία.
Το Killing in the Name ήταν επίσης αιχμή ενός
συμβολικού πλήγματος στη μουσική βιομηχανία, τον Δεκέμβρη του 2009 στην Βρετανία.
Δύο κοινοί θνητοί, ο John και η Tracy Morter, απηύδησαν με το
τηλεπαιχνίδι The X Factor και τα τραγούδια των νικητών του, τα οποία επί τέσσερα χρόνια έφταναν στην πρώτη θέση των
singles την
εβδομάδα των Χριστουγέννων. Ξεκίνησαν λοιπόν μια ομάδα στο Facebookμε σκοπό να ανέβει
στη θέση αυτή το Killing in the Name και τα κατάφεραν.
Και καθώς λίγες μέρες
νωρίτερα οι Rage Against The Machine είχαν παίξει το Killing in the Name στο BBC Radio 5αρνούμενοι να λογοκρίνουν τους στίχους του, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε, παραφράζοντας τον
στίχο Fuck you I
won’t do
what you tell me,«άντε γαμήσου, δε θα αγοράσω αυτό που μου πουλάς».
H πολιτικοποιημένη μουσική και ο πρωτότυπος ήχος του Τom Morello, από τους Rage Against The Machine και τους Audioslave στους Prophets Of Rage και τους Street Sweeper Social Club.
Ένα από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να ειπωθεί για ένα
τραγούδι είναι ότι είναι radio-friendly, δηλαδή ότι έχει τυποποιηθεί και ακολουθεί
τη mainstreamραδιοφωνική συνταγή – μικρή
διάρκεια, εύκολη μελωδία, προσιτός ήχος, γυαλισμένη παραγωγή, απλή δομή – ώστε να ταιριάζει σε μια ροή αντίστοιχων
τραγουδιών, να χωράει στο λεγόμενο ραδιοφωνικό ‘πρόγραμμα’.
Ακόμα κι όταν ορισμένα τραγούδια ξεφεύγουν από την τυποποίηση,
υπάρχει το διαβόητο edit: το μουσικό αντίστοιχο με το κρεβάτι του Προκρούστη,
όπου ένα τραγούδι πετσοκόβεται για να χωρέσει στο ραδιόφωνο. Ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι το Purple Rain του Prince, η πρωτότυπη
διάρκεια του οποίου στο ομώνυμο album υπερβαίνει
τα 8 λεπτά, ενώ η edit εκδοχή στο single την περιορίζει στα 4 λεπτά, αποκλείοντας
τον αυτοσχεδιασμό του Prince και την ένταση της κιθάρας του.
Όλα αυτά συνέβαιναν γιατί το παραδοσιακό ραδιόφωνο ήταν – όχι αποκλειστικά,
όπως έχουμε ξαναπεί, αλλά κατά βάση – μέσο προώθησης των προϊόντων της μουσικής
βιομηχανίας στους καταναλωτές της. Ταυτόχρονα, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ανταγωνίζονταν
ο ένας τον άλλον με έπαθλο μια μεγαλύτερη φέτα από την πίτα της ακροαματικότητας
ανά ωριαία ραδιοφωνική ζώνη, ώστε να προσελκύουν διαφημίσεις και να έχουν έσοδα
από την αγορά.
Αλίμονο λοιπόν αν παιζόταν ένα τραγούδι απαιτητικό, πολύπλοκο,
μακροσκελές – ούτε εύπεπτο single
που προωθεί μια δισκογραφική εταιρεία ήταν, ούτε με το υπόλοιπο ‘πρόγραμμα’
ταίριαζε, και, επιπλέον, μπορεί οι ακροατές να έχαναν το ενδιαφέρον τους και να
άλλαζαν σταθμό. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, την εποχή της ψηφιοποίησης, πολλά
από αυτά τα συμβατικά χαρακτηριστικά
έχουν επιβιώσει ως ένα είδος ραδιοφωνικής παράδοσης που όχι μόνο δεν
αμφισβητείται αλλά αναπαράγεται ακόμα και από κατά τα άλλα εναλλακτικούς και
δήθεν ποιοτικούς σταθμούς.
Υπάρχει όμως, και υπήρχε πάντα, ένα διαφορετικό και πολύ καλύτερο
ραδιόφωνο. Μπορούμε να ακούσουμε ένα ενδεικτικό σύγχρονο παράδειγμα μέσω του Merged
In Dreams – Ne Plus Ultra από το άλμπουμ Live Αt BBC Maida Vale Studios, την
ηχογράφηση δηλαδή που έκαναν οι Elder για το Rock Show του ΒΒC Radio 1. Τρία τραγούδια έπαιξαν μόνο,
αλλά με συνολική διάρκεια 39 λεπτά. Σε αυτήν τη μουσική έδωσε βήμα το Rock Show: στην αυτοσχεδιαστική δεινότητα των Elder, την
καλλιτεχνική τους αυτονομία και τις διάρκειες που αυτή υποβάλλει.
Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι το Rock Show τα κάνει όλα τέλεια –
σημαίνει, όμως, ότι το ΒΒC Radio
1 είναι ένα δημόσιο ραδιόφωνο, όχι ένα ραδιόφωνο υπόλογο στις δυνάμεις της αγοράς.
To ΒΒC, άλλωστε, έχει από την
ίδρυσή του συγκεκριμένο αξιακό πλαίσιο: να ενημερώνει, να εκπαιδεύει και να
ψυχαγωγεί είναι οι τρεις ιστορικοί πυλώνες της λειτουργίας του. Αξιακό πλαίσιο
όμως θα συναντήσουμε και στο δημόσιο ραδιόφωνο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού,
το National Public Radio, ένα δίκτυο 200 μη κερδοσκοπικών σταθμών, τη χρηματοδότηση
του οποίου σκοπεύει να περικόψει η διακυβέρνηση Τραμπ.
Και το αξιακό αυτό πλαίσιο είναι η ελεύθερη και ανεξάρτητη
δημοσιογραφία, σκοπός της οποίας, όπως γράφει το δίκτυο ΝPR, δεν είναι να ακολουθεί τους
«από τα πάνω» ορισμούς του τι είναι σημαντικό, αλλά να δίνει φωνή σε όλους και τις
κοινότητες τους τοπικά και διεθνώς. Και, επιπλέον, να συμβάλλει στη δημιουργία «ενός
κόσμου στον οποίο να θέλουμε να ζήσουμε», όπως λέει ο σταθμός KEXP, με βάση αξίες όπως η συμπεριληπτικότητα,
η διαφορετικότητα και η ισότητα. Και φυσικά τόσο το NPR όσο και o KEXP δίνουν βήμα live ηχογραφήσεων, όπως είναι τα Tiny Desk Concertsκαι το Live on KEXPαντίστοιχα, υπό ένα τέτοιο
αξιακό πρίσμα.
Επιτρέψτε μου λοιπόν να ρωτήσω, στην Ελλάδα, και με εξαίρεση
το Τρίτο Πρόγραμμα της περιόδου του Μάνου Χατζιδάκι, πόσους από τους θεωρούμενους
ως σπουδαίους, εναλλακτικούς, ποιοτικούς κ.λπ. ραδιοφωνικούς σταθμούς, του παρόντος
ή του παρελθόντος, έχετε ακούσει να αρθρώνουν αξιακό λόγο για τον ρόλο τους;
Και σε ποιο αξιακό πλαίσιο βασίζεται η ραδιοφωνική πρακτική τους;
Οι ανοιχτοί ορίζοντες της ερήμου από την Καλιφόρνια στην Αθήνα και από το Βερολίνο στο Λονδίνο, από τα πρόσφατα albums των Greenleaf, Psychlona και Slomosa στις νέες κυκλοφορίες των Nightstalker, Daenoma, Year Of The Cobra και Yawning Balch – και μαζί, δυο λόγια για το αξιακό πλαίσιο και την πρακτική του ραδιοφώνου με αφορμή την ηχογράφηση των Elder για το BBC Radio 1 (φωτογραφία: Erick Laubach)