Eίναι αυτό που δε θα γίνουμε ποτέ: βολικά παθητικοί και αναισθητοποιημένοι
απέναντι στη φρίκη της γενοκτονίας που συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει στην
Παλαιστίνη.
Και είναι αυτό που κάνουμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε: να επιμένουμε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον
όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
Όχι, αυτό δεν είναι
ένα εύπεπτο προϊόν που το μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας προωθεί ως «world music» σε δυτικά αυτιά που αρέσκονται στον
εξωτισμό. H
κολεκτίβα των Tinariwen παίζει tishoumaren, δηλαδή το πολιτικοποιημένο, ευθέως
αντιαποικιακό είδος που συνδυάζει στοιχεία των blues αλλά και του rock με την παραδοσιακή μουσική των λαών της ερήμου
Σαχάρα. Με άλλα λόγια, οι Tinariwen είναι μεταξύ των επιφανών εκπροσώπων μιας υβριδικής μουσικής χωρίς
σύνορα που αποτελείται από τραγούδια αγώνα και αντίστασης – καθόλου
συμπτωματικά και πολύ εύστοχα, ο τίτλος του album Amatssou που κυκλοφόρησαν το 2023 σημαίνει πέρα από τον φόβο.
Για κάθε αγάπη που αντέχει μέχρι ο ήλιος να γίνει στάχτη: νέες κυκλοφορίες από τη σύγχρονη κλασσική των Balmorhea στο post-metal των Pelican, από τον blues ήχο των Gov’t Mule στα desert blues των Tinariwen, και από το alternative rock των The Last Internationale στην alternative country του Tyler Childers και του Jason Isbell (Φωτογραφία: Michael Chow)
Η Christina Pluhar και το μουσικό της σύνολο L’Arpeggiata αναδεικνύουν το έργο των συνθετριών του 17ου αιώνα στο album Wonder Women, εξερευνώντας, παράλληλα, τα εμπόδια στον δρόμο των γυναικών καλλιτεχνών, «πολλά από τα οποία δεν περιορίζονται στον
17ο αιώνα αλλά ισχύουν και σήμερα», όπως λέει η ίδια σε συνέντευξή της
στο Gramophone. To album περιλαμβάνει επίσης παραδοσιακά
τραγούδια, όπως το μεξικάνικο La Bruja που ερμηνεύει η Luciana Mancini. Ο τίτλος του κυριολεκτικά
σημαίνει μάγισσα, αλλά το κομμάτι δεν έχει σχέση με μαγικές δυνάμεις: όπως εξηγεί η Christina
Pluhar στο Presto Music, με αυτή τη λέξη αποκαλούσαν οι άνδρες της προηγούμενης
γενιάς στο Μεξικό τις γυναίκες που δεν συμμορφώνονταν με τους παραδοσιακούς
κοινωνικούς ρόλους, εκείνες που «προσπαθούσαν να είναι ελεύθερες και ανεξάρτητες
και δεν ήθελαν να βρίσκονται στη σκιά των συζύγων τους».
Από το φεμινιστικό punk των Frenzee στην εναλλακτική country της Gillan Welch, και από τη μάχη της Taylor Swift με τη μουσική βιομηχανία στην 40η επέτειο του Βorn In The USA του Bruce Springsteen – επειδή στο ραδιόφωνο που αγαπάμε οι «νέες» κυκλοφορίες είναι παλιές, οι «παλιές» νέες, και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή.
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες με τα «καλύτερα»
τραγούδια, albums κ.λπ. της
χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία
ουδέποτε έχει προωθήσει τα προϊόντα της μέσω άρθρων γνώμης. Όλη η μουσική
άλλωστε μπορεί και πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε
συναίσθημα που μας προκαλεί να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι
γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2025. Είναι απλά μέρος της μουσικής που ακούσαμε
και μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε
να μοιραστούμε – και στις δύο περιπτώσεις, όμως, φαίνεται ότι θα μας
απασχολήσει στο μέλλον. Προς το παρόν, 20 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών σε
χρονολογική και όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα εν
μέσω στοχευμένων προωθήσεων, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Evan Nicole Bell
Shades of Blue (16 Ιανουαρίου)
Τραγουδίστρια και κιθαρίστρια, αυτοσχεδιάστρια και πολυοργανίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, παραγωγός και μηχανικός ήχου: η Evan Nicole Bell διακρίνεται σε ένα εντυπωσιακό φάσμα ρόλων στο πρώτο της album, δημιουργώντας έναν σύγχρονο και πολυδιάστατο blues ήχο που συνδυάζει folk, alternative rock και soul στοιχεία, και, ταυτόχρονα, συνομιλεί με τη διαχρονική επικαιρότητα ενός συναρπαστικού παρελθόντος. Αν τα blues είναι βαθιές ρίζες όσο και σημερινά άνθη, εδώ αναδεικνύονται με την παραδειγματική καλλιτεχνική αυτονομία που αφενός τους αξίζει και αφετέρου χαρακτηρίζει την ιστορία της δημιουργίας τους.
2. Sharon Van Etten
& The Attachment Theory
Sharon Van Etten & The Attachment Theory (7 Φεβρουαρίου)
Καλλιτεχνικά ανήσυχη και διαρκώς εξελισσόμενη, η Sharon Van Etten επιστρέφει με το καλύτερο album της την τελευταία δεκαετία, αλλά και το πρώτο που αποτελεί συλλογική
δημιουργία με το τωρινό της συγκρότημα. Η στροφή των τελευταίων ετών προς μια new wave κατεύθυνση εδώ ενισχύεται από ατμοσφαιρικά post-rock στοιχεία, σε αντίστιξη με τα οποία τα εκφραστικά φωνητικά της
Sharon Van Etten ακούγονται πιο κοφτερά και ταυτόχρονα πιο τρυφερά από ποτέ. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζει συνολικά το album, σαν τη δυνατότητα να βλέπει κανείς την
εγγενή ομορφιά της ζωής ακόμα και όταν το φως διαρκώς εξασθενεί.
3. Anneke van Giersbergen
La Vie (28 Φεβρουαρίου)
Η μουσική πορεία της Anneke μετά τους The Gatheringφτάνει τα
18 χρόνια προσωπικών κυκλοφοριών και πολλαπλών συνεργασιών. Τίποτα, ωστόσο, δε
μοιάζει με αυτό το EP
και ούτε θα μπορούσε, καθώς περιλαμβάνει 4 τραγούδια που έγραψε μετά την απώλεια των γονέων της. Κι όμως, αυτή δεν είναι μουσική του πένθους, αλλά της ουσίας
του, του λόγου που έχει σημασία, με τη μοναδική ζεστασιά και αμεσότητα της Anneke να δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό και
χαμηλών τόνων ύμνο στην αγάπη. Καθόλου τυχαία, πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας
τριλογίας EPs που
θα συγκροτήσουν το νέο της album με τίτλο La Vie, La Mort, L’Amour: η Ζωή, ο Θάνατος, η
Αγάπη.
4. Rationalistas
Προσάναμμα (8 Μαρτίου)
Το ενσυνείδητο και βιωματικό hip hop των Rationalistas, γειωμένoστην καθημερινότητα της γειτονιάς και της δουλειάς, ανταποκρίνεται στην εποχή μας με έναν τρόπο που την ξεπερνάει: οι
ρίμες και τα beats συναρθρώνουν
οργανικά τις προσωπικές μας δυσκολίες με τις κοινωνικές συνθήκες που τις
προκαλούν, αλλά και την αλληλεγγύη που μας δίνει ανάσες, από την έμφυλη βία στην
Ηλιούπολη μέχρι τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μια μουσική οργισμένη αλλά και
υπέροχα μελαγχολική, ενδυναμωτική και ενίοτε χορευτική, στη σημαντικότερη μέχρι
σήμερα στιγμή ενός παραδειγματικά συλλογικού hip hop σχήματος.
5. Backxwash
Only Dust Remains (28 Mαρτίου)
Με τη χειρουργική ακρίβεια της λάμας του νυστεριού, αλλά και το σπάραγμα της
καρδιάς ενός τρομαγμένου πουλιού, η εκφραστική δύναμη της Backxwashαγγίζει τον προσωπικό και συλλογικό πόνο της εποχής
μας – από την ταυτότητα, το τραύμα και τη θνητότητα μέχρι την αγριότητα της
γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Τα ηχητικά της τοπία συνθέτουν industrial, rock και ambient στοιχεία σαν να ήταν το
πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ενώ οι ρίμες της ισοδυναμούν άλλοτε με τον πύρινο
λόγο ενός ιεροκήρυκα της Αποκάλυψης κι άλλοτε με εξομολογήσεις κυριολεκτικά τρομακτικής
ευαλωτότητας. Και ίσως είναι ακριβώς αυτή
η μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της
μουσικής της Backxwash που καθιστά το album της τόσο σημαντικό – και όχι μόνο
για το hip hop ή το 2025.
6. Anouar Brahem
After the Last Sky (28 Mαρτίου)
Ο Τυνήσιος ουτίστας Anouar Brahem αντανακλά συγκλονιστικά πάνω στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη
με κύριο όχημα τον jazz αυτοσχεδιασμό και τη βοήθεια του μπασίστα Dave Holland, του πιανίστα Django Bates και της τσελίστριας Anja Lechner. Ο τίτλος του album παραπέμπει σε ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Mahmoud Darwish, για τον οποίο η Παλαιστίνη ήταν «κάλεσμα και υπόσχεση ελευθερίας ταυτόχρονα»,
γράφει ο Adam Satz στις σημειώσεις του album, προσθέτοντας ότι ο Anouar Brahem ανταποκρίνεται
και στις δυο αυτές πλευρές όπως έκαναν τα εκατομμύρια των διαδηλωτών σε όλο τον
κόσμο: το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο
με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
7. Deafheaven
Lonely People With Power (28 Μαρτίου)
Είναι ευχή και κατάρα για ένα συγκρότημα του ακραίου ήχου να προσελκύει mainstream ενδιαφέρον και στην περίπτωση των Deafheaven το αποτέλεσμα την προηγούμενη δεκαετία ήταν
να υπερεκτιμηθούν και να υποτιμηθούν ταυτόχρονα από διαφορετικά κοινά για
διαφορετικούς λόγους. Αλλά μέχρι εδώ: φέτος δεν κυκλοφόρησαν απλά το καλύτερό
τους album, αλλά
επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους συνθέτοντας τα καλύτερα επιμέρους στοιχεία
της με απαραίτητη αιχμή τα σχισμένα φωνητικά του George Clarke. Όσ@ αγαπάμε τη metal σκηνή, και τη μουσική περισσότερο από
τους εαυτούς μας, ξέρουμε τι να κάνουμε.
8. Rhiannon Giddens & Justin Robinson
What Did the Blackbird Say to the Crow
(18 Απριλίου)
HRhiannon Giddens και ο Justin Robinson, βραβευμένοι folk μουσικοί και παλαιότερα συνοδοιπόροι στους Carolina Chocolate Drops, ερμηνεύουν
18 παραδοσιακά κομμάτια με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα της live ηχογράφησης σε εξωτερικούς χώρους. Το
αποτέλεσμα είναι άλλη μια υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy
του 2026, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτα την κριτική τους θέση υπέρ της μουσικής
για την απόλαυση της κοινότητας αντί για τα συμφέροντα της αγοράς. «Ποιος είναι
ο ρόλος της μουσικής στην κοινωνία μας;» επιμένει η Rhiannon Giddens. «Πώς
μπορούμε να την αποσυνδέσουμε από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, όπου η μουσική
είναι προϊόν και οι μουσικοί έχουν δευτερεύουσα σημασία;»
9. SUMAC & Moor Mother
The Film (25 Απριλίου)
Είναι καιρός να πάρουμε πίσω την ανάσα μας: ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος
και η υποβλητική απαγγελία της hip hop ποιήτριας Moor Mother αφήνει προσωρινά τα free jazz ηχητικά τοπία των Irreversible Entanglements για να συναντηθεί εδώ με τον sludge metal πειραματισμό των SUMAC, οι οποίοι κυκλοφορούν μαζί της το καλύτερό τους album. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες,
πόλεμος και εκτοπισμός, συστημική βία και κλιματική κρίση, είναι τα θεματικά
νήματα ενός album που η
ίδια του η ύπαρξη ως ενιαίου έργου τέχνης αντιβαίνει τον καταναλωτικό προσανατολισμό
της μουσικής βιομηχανίας.
10. Hedvig Mollestad Trio
Bees In The Bonnet (9 Μαΐου)
Μια από τις πρωτοπόρες κιθαρίστριες της εποχής μας επιστρέφει μετά από τέσσερα
χρόνια solo και συνεργατικών
κυκλοφοριών στο φυσικό της περιβάλλον. Η παροιμιώδης χημεία της Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad κατεδαφίζει
κάθε διαχωρισμό μεταξύ jazz, rock και metal – στην προκειμένη περίπτωση, σε τρεις
άξονες: καταιγιστικός αυτοσχεδιασμός, ατμοσφαιρικός πειραματισμός, και μια
μελωδική νηνεμία πριν την τελική καταιγίδα. Οι Hedvig Mollestad Trio είναι μια ασταμάτητη
πηγή αναπάντεχης και συναρπαστικής μουσικής – χωρίς περιστροφές, η ευρωπαϊκή jazz δεν ήταν ποτέ καλύτερη.
11. Pelican
Flickering Resonance (16 Μαΐου)
Τα λίγα δευτερόλεπτα του Sirius στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα
σήμα εκπομπής – έτσι γράφαμε πέρσι, επί τη ευκαιρία του νέου EP του κουαρτέτου από το
Σικάγο μετά την επανένωση της κλασικής του σύνθεσης: Trevor Shelley de Brauw και
Laurent Schroeder-Lebec στις κιθάρες, Bryan και Larry Herweg στο μπάσο και τα
ντραμς αντίστοιχα. Στα 24 χρόνια της πορείας τους, οι Pelican έχουν μια καθολικά ποιοτική δισκογραφία
– μερικά albums, ωστόσο, διακρίνονται με την τιτάνια δύναμη μιας λυτρωτικής καταιγίδας και τo ελπιδοφόρο φως μιας αλκυονίδας μέρας ταυτόχρονα. Το φετινό Flickering Resonance είναι
ένα τέτοιο album: η πρωτοποριακή και θεμελιώδης για το post-metal μουσική των Pelican ακούγεται άγρια και μελωδική, θλιμμένη αλλά πανίσχυρη, πολυπρισματική και την ίδια στιγμή προσιτή. Ή, αν προτιμάτε, είναι το ηχητικό αντίστοιχο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά τα χρόνια, για όλη τη σκηνή και την κοινότητα που τη στηρίζει. Είμαστε
πολύ τυχεροί, και εκείνοι και εμείς.
12. Bruce Springsteen & E Street Band
Land Of Hope & Dreams (20 Μαΐου)
Κάλλιστα θα μπορούσε εδώ να βρίσκεται το set των επτά ακυκλοφόρητων albumsτου Bruce Springsteen, ή η εκτεταμένη
επανακυκλοφορία του εμβληματικού album Nebraska. Αυτό το EP, ωστόσο, περιλαμβάνει εκπληκτικές εκτελέσεις τριών δικών του κομματιών και μιας διασκευής από τη φετινή του συναυλία στο Manchester, οι οποίες επιπλέον συνδέονται οργανικά με το μήνυμα αντίστασης και
ελπίδας που συνιστά η οξυδερκής και εκτενής κριτική του Springsteenστη διακυβέρνηση Trump. Με άλλα λόγια, είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο
για την οργανική σχέση μουσικής και πολιτικής, για τα επίδικα της εποχής της
ανόδου της ακροδεξιάς, και για την ευθύνη που απορρέει από τον δημόσιο ρόλο των
καλλιτεχνών.
13. Julia Hamos
Ellis Island (6 Ιουνίου)
Αν το φως είχε ήχο, θα ακουγόταν κάθε φορά που τα δάχτυλα της Julia Hamosαγγίζουν τα πλήκτρα του πιάνου – ή
τουλάχιστον ένα τέτοιο φως λάμπει στα μάτια της όταν μιλάει για το μουσικό και προσωπικό της ταξίδι από και προς την πόλη της, τη Νέα Υόρκη, σημερινή και
παντοτινή πόλη μεταναστών, και την Ουγγαρία, από όπου κατάγεται η οικογένεια της.
Εξαιτίας της Julia Hamos οι κλασικοί Ούγγροι συνθέτες BélaBartók, GyörgyKurtág και GyörgyLigeti συνομιλούν με την Meredith Monk, τον Charles Mingus, αλλά και την Ουγγρική Μελωδία του Franz Schubert, σε ένα album ευφυές, παθιασμένο και χαρακτηριστικό της
εκφραστικής δυναμικής, αλλά και του κοινωνικού προσανατολισμού, της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
14. Terri Lyne Carrington
& Christie Dashiell
We Insist 2025! (13 Ιουνίου)
Μόνο μια κορυφαία μορφή της σύγχρονης jazz θα μπορούσε να τιμήσει αλλά και να επικαιροποιήσει τη διττή,
μουσική και πολιτική, κληρονομιά ενός avant-garde album όπως το We Insist!, το οποίο κυκλοφόρησε ο Max Roach το 1960 υποστηρίζοντας το Κίνημα για τα
Πολιτικά Δικαιώματα. Η πολυβραβευμένη ντράμερ, συνθέτρια, ακτιβίστρια και
εκπαιδεύτρια Terri Lyne Carrington δεν είναι απλώς αυτή η μορφή: αφενός το έχει
ξανακάνει με το Money Jungle των Ellington, Mingus και Roach, αφετέρου ο Max Roach
υπήρξε μέντοράς της. Μαζί με την τραγουδίστρια και στιχουργό Christie Dashiell ενσωματώνουν με μοναδικό τρόπο funk, blues, afrobeat,
spoken word και jazz poetry στοιχεία, αναδεικνύουν το αίτημα της φυλετικής
δικαιοσύνης την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς και της εκλογής Trump, και πρεσβεύουν, όπως λέει η Terri Lyne Carrington, «το πνεύμα του συλλογικού
αυτοσχεδιασμού, διαλογισμού και χαράς ως μορφές αντίστασης» – δηλαδή το πνεύμα της
ίδιας της jazz ως διαχρονικής ριζοσπαστικής τέχνης.
15. Los Angeles Philharmonic,
Gustavo Dudamel, Alisa Weilerstein,
Los Angeles Master Chorale, Tambuco
Gabriela Ortiz: Yanga (18 Ιουλίου)
Μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες στον κόσμο επιστρέφει στο έργο της Ortiz
για ένα δεύτερο και ίσως ακόμα καλύτερο album, το οποίο αναμένεται να σαρώσει
στα βραβεία Grammy του
2026, όπως το περσινό Revolución Diamantina. Το αξίζει και με το παραπάνω: από την
εκτεταμένη χρήση αφρικανικών ρυθμών και οργάνων στη σύνθεση για τον επαναστάτη σκλάβο Gaspar
Yanga, μέχρι τον φόρο
τιμής στην Violeta Parra, κύρια μορφή του κινήματος πολιτικού τραγουδιούNueva Canción στη Χιλή, αλλά και
ένα νέο κοντσέρτο για τσέλο με θέμα την υπεράσπιση του Yucatán από την τουριστική
ανάπτυξη στο Μεξικό. Με άλλα λόγια, αυτό το δεύτερο album σηματοδοτεί ότι το πρώτο δεν ήταν η εξαίρεση
που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ενώ η υψηλή θεατότητα ορχήστρας, μαέστρου και βραβείων μπορεί
να συμβάλλει σε ευρύτερες αλλαγές ρεπερτορίου. Το μέλλον της σύγχρονης κλασικής αναμένεται
συναρπαστικό, αν μη τι άλλο.
16. Buddy Guy
Ain’t Done With The Blues (30 Ιουλίου)
Από τη δεκαετία του 60 που ξεκίνησε στο
Σικάγο δίπλα στον Muddy Waters, τον Howlin’ Wolf και την Koko Taylor, μέχρι τα δεκάδες
προσωπικά albums και την πλειάδα των συνεργασιών που φτάνουν στις μέρες μας, ο
Buddy Guy είναι ένας εμβληματικός, βραβευμένος και ακραία επιδραστικός κιθαρίστας. Δεν ήταν όμως
ποτέ μουσικός που βασίζεται στις δόξες του παρελθόντος: ο μοναδικός του ήχος είναι
και σήμερα πρωτότυπος και η μουσική του επίκαιρη, από τον σύγχρονο
αντιρατσιστικό ύμνο Never Forget μέχρι το ντουέτο του με τον Christone
“Kingfish” Ingram, επιφανή κιθαρίστα της νεότερης γενιάς, με τον οποίον έχει επιπλέον κάνει κοινή περιοδεία. Ο Buddy δεν έχει τελειώσει με τα blues
γιατί όλες του οι νότες είναι συνώνυμες με την αγάπη για τη μουσική – και αυτή δεν έχει
τέλος.
17. Amanda Shires
Nobody’s Girl (26 Σεπτεμβρίου)
Πότε σταματήσαμε να αγαπάμε; Πώς καταλήγουμε να μη νιώθουμε τίποτα για να μη
νιώθουμε πόνο; Πόσο εκκωφαντική έχει γίνει η σιωπή; Έχουν υπάρξει πολλά breakup albums στην ιστορία της δισκογραφίας, το Nobody’s Girl όμως δεν είναι σαν αυτά,
όπως δεν είναι ούτε προβλέψιμο εγχειρίδιο αυτοφροντίδας, ούτε ναρκισσιστική εκφορά
κάποιου πληγωμένου εγώ. Η Amanda Shires έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να
αναπαράγει συμβάσεις, όπως έχει ήδη δείξει η συμβολή της στην ανάπτυξη της alternative country / americana σκηνής,
και εδώ επικοινωνεί μια υπαρξιακή θα έλεγε κανείς ανατομία της πληγής, αναπόφευκτα
οδυνηρή αλλά και αναπάντεχα ενδυναμωτική. Ίσως ποτέ να μην ξεπερνάει κανείς εντελώς την κατάρρευση μιας σχέσης, αλλά ίσως να βοηθάει η επίγνωση ότι τουλάχιστον προσπάθησε να τη στηρίξει, όσο μάταιο
κι αν ήταν.
18. Rosalía
LUX (7 Νοεμβρίου)
Τα ύστερα του κόσμου – pop μουσική στη χώρα των θαυμάτων; Αφενός το έχουμε ξανακάνει με την Taylor Swift, αφετέρου η Rosalía υπερβαίνει αποτελεσματικά τους διαχωρισμούς μεταξύ pop και κλασικής, όπερας και παραδοσιακής μουσικής: 18 κομμάτια σε 13 γλώσσες, οργανωμένα σε τέσσερα μέρη κατά το πρότυπο των συμφωνικών έργων, με κύριο μουσικό συνοδοιπόρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η δυναμική στηρίζει ένα συναρπαστικά πρωτότυπο concept για τη θηλυκότητα και την πνευματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο, με αναπάντεχες συναισθηματικές όσο και υπαρξιακές πλευρές. Εσείς ξέρατε ότι μπορείτε να χωρέσετε σε ένα χαϊκού, ένα χαϊκού που καταλαμβάνει μια χώρα, μια χώρα που χωράει σε μια σκλήθρα, μια σκλήθρα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον γαλαξία;
19. Yawning Μan
Pavement Ends (14 Νοεμβρίου)
Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα ανθηρή χρονιά για τους πρωτοπόρους της σκηνής
της Palm Desert, και εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται τα albums που κυκλοφόρησαν με τα συνεργατικά
τους σχήματα Yawning Balch και SoftSun. Το Pavement
Ends, ωστόσο, δεν είναι απλά το καλύτερο των τριών, αλλά μια από τις σημαντικότερες
στιγμές της συνολικής δισκογραφίας των Yawning Μan. Ο κιθαρίστας Gary Arce, ο μπασίστας Mario Lalli και ο ντράμερ Bill Stinson δεν επαναπαύθηκαν ποτέ στις δάφνες τους και αυτή τη φορά η
αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα οδηγεί τα ηχητικά τους τοπία σε μια μουσικά επιτακτική,
συναισθηματικά φορτισμένη και ακαταμάχητα εξπρεσιονιστική κορύφωση.
20. Svalbard
If We Could Still Be Saved (17 Νοεμβρίου)
«Επειδή υπάρχει ομορφιά σε αυτό που τελειώνει»: η γλυκόπικρη αποχαιρετιστήρια
θύελλα αυτού του single είναι η τελική ηχογράφηση των Svalbard, οι οποίοι έχουν ανακοινώσει τη διάλυσή τους το 2026 και βρίσκονται στην τελευταία τους περιοδεία. Δεν ξέρω πόση ομορφιά υπάρχει
όταν σταματάει η πορεία ενός τόσο μουσικά όσο και πολιτικά κομβικού συγκροτήματος,
ξέρω όμως ότι υπάρχει η καλλιτεχνική ακεραιότητα και η προσωπική ειλικρίνεια που
αποτελούσε πάντα κλειδί της σχέσης μας μαζί τους: το τέλος έρχεται γιατί η
πολιτική οικονομία των πραγματικά εναλλακτικών συγκροτημάτων
δεν είναι κατά κανόνα βιώσιμη, και το συγκεκριμένο δεν κάνει υποχωρήσεις και εκπτώσεις για να μπορέσει να επιβιώσει. Υπόκλιση και δάκρυα λοιπόν, αλλά μαζί παντοτινή εμπιστοσύνη και
αγάπη – έτσι είναι οι καθαρές κουβέντες.
Κι όμως, δεν πηγαίνουν
όλοι οι άνθρωποι διακοπές – δε φτάνουν σε όλους μας τα χρήματα, ή χρειάζεται να
εργαστούμε ακόμα και τον Αύγουστο, ή δεν έχουμε αρκετά καλή σωματική ή ψυχική υγεία,
ή έχουμε την ευθύνη άρρωστων, ηλικιωμένων, ευάλωτων ανθρώπων και δεν τους
εγκαταλείπουμε. Έχουμε όμως αυτήν την πόλη, την Αθήνα εννοώ, που την αγαπάμε
παρότι κάνει ό,τι μπορεί για να μας δυσκολέψει και μας το ανταποδίδει με τους
ανθρώπινους ρυθμούς της τον Δεκαπενταύγουστο: περπατάμε στη μέση των άδειων δρόμων
της, βρίσκουμε σκιά στις πυλωτές της και ησυχία στις πλατείες της, και ένας
αστικός μύθος λέει ότι τις νύχτες κανείς δε μένει αδιάφορος μπροστά στα φώτα
της όταν τα κοιτάζει από τις κορυφές των λόφων της.
Τίποτα δεν είναι
εύκολο και όλα αξίζουν μια μέρα σαν αυτή – μια καλοκαιρινή μέρα.
Για την τρυφερότητα της άδειας πόλης τον Αύγουστο, για τα χρήματα που δε φτάνουν και τις ζωές που περισσεύουν, για το καλοκαίρι των από κάτω (φωτογραφία: Paul McDonough)
Τo dub είναι οργανικό μέρος της
αφρο-καραϊβικής μουσικής κουλτούρας και ως τέτοιο αρχικά συμβάδισε με τη reggae
– ήταν, θα μπορούσαμε να πούμε, η άλλη της πλευρά, τόσο κυριολεκτικά όσο και
μεταφορικά. Οι dub εκδοχές reggae κομματιών εμφανίστηκαν ως b-sides σε singles, και είχαν τη μορφή ατμοσφαιρικών remixes
με ενισχυμένο τον ήχο των ντραμς και του μπάσου, αφαίρεση ή και απομόνωση φωνητικών, και προσθήκη
ηχητικών εφέ όπως echo και reverb.
«Η πρώτη πλευρά ενός δίσκου θα με αφύπνιζε μέσω κοινωνικού σχολιασμού που μιλούσε
για την πολιτική, τη φυλή, την τάξη, την ανθρωπότητα, τη δικαιοσύνη και την
αδικία, για την αγάπη και για τη θλίψη», λέει στο Μουσείο του Λονδίνου η Sistah
Stella του Κινήματος Rastafari. «Αλλά ήταν η δεύτερη πλευρά με το dub που μου έδινε ένα εντελώς βαθύ και εσωτερικό,
σχεδόν ηλεκτρικό κύμα ενδυνάμωσης. Είναι, ξέρεις, η
μπασογραμμή, όπως χτυπάει πάνω σου διώχνει κάθε τι αρνητικό».
To dub αναπτύχθηκε ραγδαία τη δεκαετία του 70 στην Τζαμάικα, αλλά και στο
Λονδίνο από την αφρο-καραϊβική
μεταναστευτική κοινότητα. Η έκθεση Dub London: Bassline of the City στο Μουσείο του Λονδίνου περιλάμβανε
ομοίωμα δισκοπωλείου ως χαρακτηριστικό χώρο συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης της
κοινότητας: οι άνθρωποι δεν πήγαιναν εκεί απλά για να αγοράσουν δίσκους, αλλά
για να συζητήσουν, να γνωριστούν, να μάθουν νέα από τη Τζαμάικα αλλά και τα νέα
της γειτονιάς τους, λέει η επιμελήτρια Theresa Dhaliwal Davies στην εφημερίδα The Guardian. Έφταναν μετανάστες από την Καραϊβική, προσθέτει ο dub MC Papa Face, και πήγαιναν
κατευθείαν από το αεροδρόμιο με τις βαλίτσες τους στο reggae και dub δισκοπωλείο που διατηρούσε τη
δεκαετία του 80 στο Λονδίνο: «το δισκοπωλείο θα ήταν η πρώτη τους πραγματική
εμπειρία από την Αγγλία – ήξεραν ότι θα έβρισκαν άκρη εκεί – ήταν σαν ένα
καταφύγιο, σαν ένα δικό τους σπίτι».
Αυτή η μουσική ήταν επίσης συνδεδεμένη με το άνοιγμα χώρων για την αφρο-καραϊβική
κοινότητα ενάντια στον κοινωνικό της αποκλεισμό, όπως στην περίπτωση των πάρτυ σε
αυτοοργανωμένα clubs που
στεγάζονταν προσωρινά σε σπίτια των μελών της και χρησιμοποιούσαν αυτοσχέδια
ηχητικά συστήματα για να παίξουν τη μουσική της. Μια σχετική αναπαράσταση των
πάρτυ ως μορφή αντίστασης υπάρχει στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς Small Axe του Steve McQueen με τίτλο Lovers Rock. «Ήταν μια DIY κουλτούρα»,
λέει o σκηνοθέτης
στην εφημερίδα The Guardian, «και μέρος του λόγου για αυτό ήταν ότι
οι μαύροι δεν ήταν τόσο ευπρόσδεκτοι στα clubs οπότε έπρεπε να δημιουργήσουν έναν δικό τους χώρο».
Μαζί με τα reggae και lovers rock τραγούδια του επεισοδίου, ακούγεται και το κλασσικό
Kunta Kinte Dub των The Revolutionaries από το 1976, κομμάτι που φέρει το
όνομα του σκλάβου που αποτελεί τον κύριο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα Roots του Alex Haley.
To dub άσκησε επιρροή
στην pop, το rock και το punk, ήταν καταλυτικό για την εξέλιξη όλου του
φάσματος της χορευτικής ηλεκτρονικής μουσικής, όπως και της ambient και του trip hop, αποτελεί θεμέλιο του jungle και του drum & bass,
και συνομιλεί με το hip hop. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς
το σύγχρονο μουσικό τοπίο χωρίς το dub. Ταυτόχρονα, ωστόσο, πρόκειται για αμιγώς λαϊκή μουσική: πολιτισμικά
υπήρξε και παραμένει έκφραση της αφρο-καραϊβικής διασποράς, μέρος του
soundtrack της γιορτής της και των συμβολικών μορφών της αντίστασής της, και αποτελεί
σύγχρονο ηχητικό σημείο αναφοράς μιας διεθνούς και σε μεγάλο βαθμό underground σκηνής.
Και από αυτήν την άποψη, οι μουσικές, αισθητικές και τεχνολογικές
καινοτομίες του dub ναι
μεν υπήρξαν επιδραστικές και υιοθετήθηκαν από άλλα είδη ή και δημιούργησαν νέα,
αλλά δεν υπήρξαν ποτέ πολιτικά ουδέτερες. Ως ηχητική αποδόμηση αλλά και
ανασύνθεση της reggae, αναγωγή στον σκληρό της πυρήνα αλλά και ανάδειξη των
βασικών της χαρακτηριστικών, το dub είναι επίτευγμα μηχανικών ήχου και παραγωγών όπως
ο King Tubby και o Lee “Scratch” Perry, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το King
Tubby Meets Rockers Uptown του Augustus Pablo από το 1976 και το Blackboard
Jungle Dub των The Upsetters από το 1973. Αυτός ο καινοτόμος ήχος αποτελεί αντανάκλαση πάνω στην τραυματική ιστορία της
Καραϊβικής, τη δουλεία και την αποικιοκρατία, ισχυρίζεται ο Joe Davidson: τα θραυσματικά ηχητικά τοπία του dub αναγκάζουν τον ακροατή να συμπληρώσει
ο ίδιος τα κενά τους, να φανταστεί την ανασύνθεση του κόσμου.
Η τεχνική της αφαίρεσης ή απομόνωσης φωνητικών από την αρχική ηχογράφηση
δεν είναι απλά καλλιτεχνική επιλογή, και το κενό που δημιουργείται, ή και
υποβάλλεται από ηχητικά εφέ όπως το echo, δεν είναι ένα στουντιακό τρικ: πρόκειται για πολιτικές δηλώσεις, όπως
επισημαίνουν οι Mad Collective Connection, για την ηχητική δημιουργία χώρων
όπου μπορεί κανείς «να σκεφτεί, να νιώσει, και να αντισταθεί». Με άλλα λόγια,
το dub είναι πρωτοπόρα,
αυθεντική και κοινωνικά ριζωμένη πολιτισμική έκφραση και πρακτική που έρχεται
από τα κάτω, σε αντίθεση με το μοντέλο μαζικής και εμπορευματοποιημένης
διασκέδασης των mainstream DJ sets ηλεκτρονικής μουσικής.
Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)
Όχι, η reggaeδεν
είναι μια ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, ούτε σκοπός της είναι να διασκεδάζει λευκά
ακροατήρια. Είναι μια αμιγώς πολιτικοποιημένη μουσική κουλτούρα ενάντια στο
παρόν αλλά και το παρελθόν του ρατσισμού, το οποίο περιλαμβάνει το τραύμα της δουλείας.
Και, από αυτήν την άποψη, η reggae ενώνει ένα πολιτικό νήμα από την Tζαμάικα της εποχής του διατλαντικού
εμπορίου σκλάβων μέχρι τις μεταποικιακές αντιστάσεις στις γειτονιές των σύγχρονων
καπιταλιστικών μητροπόλεων.
Καθόλου τυχαία, το Μουσείο του Λονδίνου στα Docklands στεγάζεται σε ένα κτήριο που
την εποχή της δουλείας λειτουργούσε ως αποθήκη ζάχαρης από τις φυτείες των λεγόμενων
Δυτικών Ινδιών. Σύμφωνα με την έκθεση Λονδίνο, Ζάχαρη και Δουλεία, πλοία εταιριών
όπως η Royal Africa Company
στα τέλη του 17ου αιώνα και η Company of Merchants Trading
to Africa
μετά το 1750, ξεκινούσαν από τις αποβάθρες μπροστά από το σημερινό
μουσείο και πήγαιναν στην Αφρική, όπου φόρτωναν το κερδοφόρο τους εμπόρευμα: ανθρώπους
που μετέφεραν στην Καραϊβική για να τους πουλήσουν σαν σκλάβους. Και στον δρόμο
του γυρισμού μετέφεραν στο Λονδίνο ένα άλλο κερδοφόρο εμπόρευμα: τη ζάχαρη που
παρήγαγαν οι σκλάβοι στις φυτείες, η οποία ήταν προϊόν πολυτελείας εκείνη την
εποχή.
Πάνω από 3.100 πλοία, λέει το Μουσείο, έφυγαν από το Λονδίνο
για να μεταφέρουν στην Καραϊβική πάνω από 1 εκατομμύριο Αφρικανούς σε καθεστώς
δουλείας, με αποτέλεσμα στα τέλη του 180υ αιώνα το ένα τέταρτο των εσόδων της Βρετανίας
να προέρχεται από εισαγωγές από τις Δυτικές Ινδίες. Η φρικιαστική αυτή επιχείρηση
παραγωγής και πώλησης σκλάβων και ζάχαρης δημιούργησε τεράστιο πλούτο, ο οποίος
αποτέλεσε θεμέλιο του Βρετανικού ιμπεριαλισμού. Για να δικαιολογηθεί ωστόσο η
αγριότητα της βίας και της εκμετάλλευσης, έπρεπε να απαξιωθεί η ανθρώπινη υπόσταση
των σκλάβων και να υποτιμηθεί ο πολιτισμός τους. Και έτσι, εδώ θα συναντήσουμε
τον βιολογικό αλλά και τον πολιτισμικό ρατσισμό, οι ρίζες των οποίων δεν είναι
ξέχωρες από οικονομικά συμφέροντα.
Στις φυτείες, συνεχίζει το Μουσείο, θα επικρατήσει καθεστώς τρόμου
και βαναυσότητας, αλλά και συστηματική υπονόμευση της κοινής πολιτισμικής ταυτότητας
των σκλάβων. Τα πραγματικά τους αφρικανικά ονόματα θα αντικατασταθούν, οικογένειες
θα χωριστούν, όσοι μιλάνε την ίδια γλώσσα θα σταλούν σε διαφορετικές φυτείες, και
τα αφρικανικά έθιμα θα απαγορευτούν. Κι όμως, παρά τις ακραίες συνθήκες βίας
και καταπίεσης, τα αφρικανικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά θα αντέξουν στον χρόνο
και θα ενσωματωθούν σε μια νέα αφροκαραϊβική κουλτούρα που θα αναδειχτεί σταδιακά,
μέρος της οποίας είναι σήμερα η reggae.
Την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας κύρια πηγή εξαγωγών ζάχαρης ήταν – το μαντέψατε; Η Τζαμάικα
των φυτειών όπου αρχικά δούλευαν σκλάβοι, και, μετά την κατάργηση της δουλείας,
οι φτωχοί απόγονοί τους: 92% του πληθυσμού της χώρας σήμερα είναι αφρικανικής ή
μικτής αφρικανικής καταγωγής, κυρίως από τη Γκάνα και τη Νιγηρία. Η Τζαμάικα θα
ανεξαρτητοποιηθεί το 1962 και η reggae μουσική, που αναπτύσσεται ραγδαία στο
τέλος εκείνης της δεκαετίας, θα αντικατοπτρίσει από τα κάτω το παρελθόν και το παρόν του
ρατσισμού.
Η reggae θα εστιάσει στην έννοια της Βαβυλώνας, η οποία προέρχεται
από το κίνημα Rastafari και μεταφορικά σηματοδοτεί το δυτικό, αποικιοκρατικό και σύγχρονο
καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο ιστορικά περιλαμβάνει τη δουλεία και συνεχίζεται
με διαφορετικές μορφέςεκμετάλλευσης και καταπίεσης μέχρι σήμερα.
Ενδεικτικά, το εξώφυλλο του Survival,
του πλέον πολιτικοποιημένου άλμπουμ των Bob Marley & the Wailers
από το 1979, περιλαμβάνει μια ιστορική και μαζί εφιαλτική αποτύπωση
των απάνθρωπων συνθηκών της δουλείας:την κάτοψη του αμπαριού του
βρετανικού δουλεμπορικού πλοίου Brooks. Ταυτόχρονα, το βλέμμα του Marley είναι
σύγχρονο, συνολικό και ριζοσπαστικό: αρνούμαστε να είμαστε αυτό που θέλετε να
είμαστε, λέει στο κομμάτι Babylon
System, όπου, μεταξύ άλλων, ασκεί κριτική
σε θρησκευτικούς θεσμούς αλλά και στην εκπαίδευση: πείτε στα παιδιά την
αλήθεια, επιμένει ο Marley, το σύστημα της Βαβυλώνας είναι ο βρικόλακας που
πίνει το αίμα όσων υποφέρουν.
Οπότε όχι, η reggae δεν είναι μια
ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, όπως έχει συχνά προσπαθήσει η μουσική βιομηχανία
να μας πείσει. Φυσικά, όπως και άλλες μουσικές των από κάτω, έχει προωθηθεί και
πουληθεί σε λευκά ακροατήρια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πιο εμπορικά
επιτυχημένο reggae άλμπουμ όλων των εποχών με 25 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως:
τη συλλογή «μεγαλύτερων επιτυχιών» του Bob Marley με τίτλο Legend που κυκλοφόρησε μετά τον
θάνατό του. Με αυτήν την κυκλοφορία η δισκογραφική εταιρεία Island είχε σκοπό
να μεγιστοποιήσει τις πωλήσεις της στοχεύοντας το mainstream λευκό ακροατήριο, και το έπραξε προτεραιοποιώντας τραγούδια με θέμα την αγάπη και την ειρήνη και αποφεύγοντας αφροκεντρικά τραγούδια ριζοσπαστικής πολιτικής
διαμαρτυρίας. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή ενός ευπώλητου, δηλαδή πολιτικά αποδυναμωμένου
και συμβατικού, μουσικού προϊόντος, πράγμα που αφορά επίσης το σύγχρονο merchandisingκαι την πρόσφατη βιογραφική ταινία για τον Marley.
Oι
Wailers είχαν άλλωστε από πολύ νωρίς νιώσει την πίεση της μουσικής βιομηχανίας,
καθώς το μάρκετινγκ της εταιρείας Island επεδίωκε εξατομικευμένη
προώθηση εστιάζοντας στο όνομα του Bob Marley εις βάρος της συλλογικής ταυτότητας
του συγκροτήματος, με αποτέλεσμα την αποχώρηση του Peter Tosh και του Bunny Wailer το 1974 – o δεύτερος μάλιστα είχε αποκαλέσει «Chris
Whiteworst» τον επικεφαλής της εταιρείας Chris Blackwell. Και οι δύο μουσικοί θα
συνεχίσουν τον ριζοσπαστικό τους προσανατολισμό σε κλασσικά πλέον κομμάτια, όπως
το Not Gonna Give It
Upπου ασκεί κριτική στην εκμετάλλευση
της Αφρικής, από το άλμπουμ του Peter Tosh Mamma Africa του 1983, και το Fighting Against
Conviction
που αναφέρεται στην φτώχεια
στο γκέτο του Κίνγκστον, από το άλμπουμ του Bunny Wailer Blackheart Man του 1976.
Τη δεκαετία του 70 και του 80 – όπως είχε αντίστοιχα συμβεί με
τα blues την δεκαετία του 60 – λευκοί
μουσικοί, κυρίως βρετανοί, θα οικειοποιηθούν ρυθμούς και μελωδίες της reggae, κατά κανόνα ανεξάρτητα από τις πολιτικές
της σημασίες, απευθυνόμενοι σε λευκά ακροατήρια με το αζημίωτο για τη μουσική
βιομηχανία. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η μουσική που προέρχεται από τους σκλάβους
και δημιουργείται από τους σύγχρονους απογόνους τους – δηλαδή η πρωτοπόρα σύγχρονη
μουσική που εκτείνεται από τα gospelsκαι τα spirituals, στα blues,
την jazzκαι τη soul– θα οδηγήσει σε μια νέα καινοτομία
που θα σφραγίσει τη μουσική για τα επόμενα 50 χρόνια: τη γέννηση του hip hopστις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης,
το οποίο θα εξελιχθεί σε παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω μέχρι σήμερα.
Και ως τέτοιο δε θα μπορούσε να μη συναντηθεί με την reggae, όπως συναντούν οι The Roots
τον Bob Marley στο remix του Burnin’ and
Lootin’ από τη συλλογή Chant
Down Babylon
του 1999: για όλους τους από κάτω, για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε γκέτο.
Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)
«Ζητάμε
ν’ αλλάξουμε την παθητική σχέση ακροατή-ραδιοφώνου, που υπήρχε μέχρι σήμερα. Να
ενεργοποιήσουμε τον ακροατή με αφυπνιστικούς ερεθισμούς σε προβλήματα σκέψεως
και τέχνης»: αυτός ήταν ο σκοπός του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας σύμφωνα με τονΜάνο Χατζιδάκι, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνσή του στη Μεταπολίτευση, από το 1976 μέχρι το 1980.
Tο Τρίτο Πρόγραμμα παραμένει θρυλικό, όχι μόνο
γιατί αποτέλεσε όαση για την εποχή του, την οποία έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι και οι περισσότερες από μας δεν προλάβαμε, αλλά γιατί
αποτελεί πρότυπο μέχρι σήμερα: «πρότυπο για όσους κάνουν ραδιόφωνο και για όσους αναζητούν εστίες πολιτισμού που μπορούν πραγματικά να λειτουργούν με ελευθερία και δημιουργικότητα», λέει ο Γιώργος Κουρουπός, ο οποίος ήταν αναπληρωτής διευθυντής την ίδια περίοδο που το Τρίτο θα έμενε στην ιστορία ως η καλύτερη στιγμή του ελληνικού ραδιοφώνου. Μια στιγμή που φυσικά και δεν έχει καμία σχέση με την
εμπορικότητα της ιδιωτικής κερδοσκοπικής ραδιοφωνίας, ούτε με τη συνάρθρωση μεταξύ αγοράς, δισκογραφικών εταιριών και ραδιοφωνικών παραγωγών, ούτε με
την επιτήδευση και τον ναρκισσισμό που μπορεί, δυστυχώς, να συναντήσει κανείς ακόμα και
σε εναλλακτικά εγχειρήματα.
Με άλλα λόγια, η ραδιοφωνική καινοτομία παραμένει ζητούμενο, όχι φυσικά ως απομίμηση του Τρίτου εκείνης της περιόδου, αλλά ως παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου ενάντια στις ραδιοφωνικές, και όχι μόνο, συμβάσεις της δικής μας εποχής. Ένα από τα πράγματα, άλλωστε, που δείχνει η ιστορία του Τρίτου είναι ότι το κριτικό βλέμμα μπορεί να αποκτήσει διαχρονική σημασία, όπως συμβαίνει με Τα Σχόλια του Τρίτου που έκανε ο Χατζιδάκις τα μεσημέρια της Κυριακής. Ενδεικτικά, Το Πρόσωπο του Τέρατος κι o Φόβος Μήπως το Συνηθίσουμε εκφωνήθηκε το μακρινό 1978 αλλά παραμένει επίκαιρο, ιδιαίτερα τη σημερινή εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά».
Κάνετε έρωτα, όχι ραδιόφωνο: η μαγική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι μέσα από κλασσικές, νεότερες και ορχηστρικές εκτελέσεις – και μαζί, η αναντικατάστατη οπτική του για το ραδιόφωνο μέσα από τα σχόλια του Τρίτου.
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες
με τα «καλύτερα» τραγούδια, albums κ.λπ. της χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια
και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία ουδέποτε έχει εφαρμόσει στρατηγική
προώθησης προϊόντων με μανδύα άρθρου γνώμης. Όλη η μουσική άλλωστε μπορεί και
πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε συναίσθημα που μας προκαλεί
να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2024. Είναι απλά μέρος της μουσικής που μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα
των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε να μοιραστούμε – και
στις δύο περιπτώσεις, όμως, είναι μουσική που φαίνεται ότι θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Άρα, 19 + 1 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών για το μέλλον σε χρονολογική και
όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα σε ωκεανούς
άχρηστων πληροφοριών, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Hurray for the Riff Raff
The Past Is Still Alive (23
Φεβρουαρίου)
«Αρχίζω να νιώθω μοναξιά
εδώ / όλοι έχουν φύγει αλλά εγώ είμαι ακόμα εδώ / δε θα σε εγκαταλείψω όταν οι
καιροί αγριέψουν / πες στον μπάρμαν ότι ήπιες αρκετά»: η τρυφερότητα συναντάει το κουράγιο και η αντοχή τη δημιουργικότητα στο ένατο, ίσως σπουδαιότερο και σίγουρα φορτισμένο album της Alynda Segarra. Μπορεί να ζούμε σε έναν κόσμο που μας χαμογελάει με σάπια δόντια, αλλά η σύγχρονη folk / americana σκηνή δε σκοπεύει να μας εγκατελείψει στο έλεος του.
2. GaryClarkJr. JPEGRaw (22 Μαρτίου)
Άμεσο στην απεύθυνσή του αλλά και σύνθετο στη μουσική του αρχιτεκτονική, το πολυπρισματικό νέο album ενός από τους επιφανείς κιθαρίστες της εποχής μας ξεπερνάει τα όρια μεταξύ μουσικών ειδών περισσότερο από κάθε άλλη φορά –ιδιαίτερα προς τo funk και τη soul, με τη χαρακτηριστική παρουσία εκλεκτών καλεσμένων όπως ο George Clinton και ο Stevie Wonder. Εδώ θα συναντήσουμε τη δεκάλεπτη αποδόμηση της τοξικής αρρενωπότητας μέσω του Habits, ενός από τα σημαντικότερα τραγούδια της μουσικής πορείας του Gary Clark Jr.
3. Mdou Moctar Funeral for Justice (3 Μαΐου)
Δεν είναι τυχαίο ότι η μουσική δεξιοτεχνία του Mdou Moctar εκθειάζεται από έναν κιθαρίστα όπως ο Kirk Hammet σε ένα μέσο όπως οι New York Times. Πιο σημαντική, ωστόσο, είναι η αναγνώριση ότι αυτά τα blues της ερήμου Σαχάρα έχουν κατεξοχήν αντιαποικιακό πρόταγμα και εστιάζουν την κριτική τους στις σύγχρονες μορφές εκμετάλλευσης της Αφρικής. Και είναι τέτοιος ο ήχος της
κιθάρας του Mdou Moctar ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι έχουμε ευτυχώς τελειώσει με τη world μουσική ως χαλαρωτική ενασχόληση δυτικών αυτιών.
4. 0-100 σειρένε
/ ήρωας Ζωή σε ευθείες
γραμμές (10 Μαΐου)
«Οι φίλες μου είναι πολύ δυνατές γιατί δεν
είναι ευνοϊκές οι συνθήκες / αλλά παραμένουν το φως που κρατάω αναμμένο για να
μη φοβάμαι τις νύχτες»: κανένα είδος μουσικής δεν είναι τόσο καίριο σήμερα στο ελληνικό κοινωνικό πλαίσιοόσο το hip hop και η
νέα γενιά μουσικών που το φτιάχνει από τα κάτω χωρίς
υποστήριξη και προώθηση είτε από
mainstream είτε από εναλλακτικά με ή χωρίς εισαγωγικά μέσα. Και ίσως για αυτό ακούγεται τόσο ουσιαστικός ο άμεσος, βιωματικός και πολιτικοποιημένος λόγος της 0-100 σειρένε, εδώ μαζί με τα beats του ήρωα.
Η διαφορά ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι ονομάζεται Ani DiFranco: από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα,η μουσική της είναι o ουσιαστικός ορισμός του εναλλακτικού ήχου και της ανεξάρτητης καλλιτεχνικής δημιουργίας. 35 χρόνια και 22 albums αργότερα, επιστρέφει με στοχαστική αμεσότητα απέναντι σε έναν κόσμο που εχθρεύεται κάθε μέρα και περισσότερο τους από κάτω και τα δικαιώματά τους: «η συνεργασία υπερισχύει του ανταγωνισμού / κι αν ήμουν η κοπέλα του Δαρβίνου / θα του το ψιθύριζα στο αυτί». Και στο δικό μας αυτί η μουσική της φτάνει ωμή αλλά και τρυφερή, θλιμμένη αλλά και ενδυναμωτική, ανεκτίμητη και ελπιδοφόρα όπως η ίδια η ζωή.
6. Los Angeles Philharmonic, Gustavo Dudamel, María Dueñas, Los Angeles Master Chorale Gabriela Ortiz, Revolución Diamantina (7 Ιουνίου)
Τρία κομβικά συμφωνικά έργα της Gabriela Ortiz από μία από τις καλύτερες ορχήστρες στον κόσμο σε ένα album με πολλαπλές υποψηφιότητες στα βραβεία Grammy του 2025. Είτε με είτε χωρίς βραβεία, ωστόσο, εδώ θριαμβεύει η σύγχρονη, κοινωνικά ενσυνείδητη και συμπεριληπτική κλασσική μουσική: το έργο Revolución Diamantina αναφέρεται στη διαμαρτυρία του φεμινιστικού κινήματος ενάντια στις γυναικοκτονίες στο Μεξικό το 2019, και οδήγησε τη συνθέτρια να πειραματιστεί με την ένταση της μουσικής και τη χρήση της χορωδίας ως ηχητικά αντίστοιχα της πορείας διαμαρτυρίας στον δρόμο.
7. Julie Christmas Ridiculous And Full Of Blood (14 Ιουνίου)
14 χρόνια μετά το πρώτο προσωπικό της album και 8 μετά τη συμμετοχή της στο αριστουργηματικό Mariner, ηJulie Christmasεπιστρέφειμε περισσότερη δύναμη και μεγαλύτερη ένταση από ποτέ και συνοδοιπόρους, μεταξύ άλλων, τον Johannes Persson και τον Thomas Hedlund των Cult of Luna και τη Laura Pleasants των Kylesa. Αυτό θα ήταν το album της χρονιάς, της δεκαετίας, κ.λπ. αν το χαμόγελο του εμπορίου είχε ισχύ πάνω σε αυτήν την πρωτοπόρο του alternative / hardcore / post-metal ήχου –ηJulie Christmas, όμως, ανήκει στο είδος των μουσικών που αλλάζουν τον τρόπο που ακούμε, καταλαβαίνουμε και μιλάμε για τη μουσική συνολικά.
8. Sarah Hanahan Among Giants (21 Ιουνίου)
Αξέχαστη είναι μάλλον το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς για τη θυελλώδη δεξιοτεχνία, αλλά και για την εντυπωσιακή μελωδικότητα, της Sarah Hanahan, την οποία γνωρίσαμε μέσα από το A New Beat, το συνεργατικό album του Ulysses Owens Jr και των Generation Y – η χημεία, το πάθος και η ένταση αυτών των μουσικών κάθε άλλο παρά συνηθισμένα είναι, λέγαμε την άνοιξη στην χώρα των θαυμάτων. Δεν υπάρχει τίποτα συνηθισμένο ούτε στο προσωπικό της album που ακολούθησε και δεν είναι μυστικό ότι ο αναγνωρίσιμος τόνος του σαξοφώνου της θα μας απαχολήσει και στο μέλλον, όπως και το σύγχρονο βλέμμα της πάνω στην ριζοσπαστική παράδοση της jazz. We bop, κυριολεκτικά.
Είναι σχεδόν απίστευτο ότι αυτή είναι μόλις η πρώτη ηχογράφηση της
Joana Mallwitz με την Konzerthausorchester Berlin, τη διεύθυνση της οποίας ανέλαβε πέρσι – συνήθως χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος για να δημιουργηθεί τέτοια χημεία μεταξύ ορχήστρας και μαέστρου. Από την άλλη μεριά βέβαια, αρκεί κανείς να δει το πάθος με το οποίο μιλάει η Joana Mallwitz για τη σημασία του συμφωνικού έργου του Weill, όπως και για τον ανθρωπισμό του και τη δίωξή του από τον ναζισμό, για να αναγνωρίσει το ίδιο πάθος σε κάθε νότα με την οποία ανταποκρίνεται η ορχήστρα.
«Η μουσική, για μένα, είναι η φιλία / η αγάπη, τα παιδιά, ο ωκεανός, η ζωή»: ο βραζιλιάνος jazz θρύλος Milton Nascimento και η σπουδαιότερη σύγχρονη jazz μπασίστρια esperanza spalding δεν συνεργάζονται με τη συμβατική έννοια του όρου αλλά αλληλοσυμπληρώνονται με τη φυσικότητα των συγγενών μουσικών πνευμάτων. Συνυπάρχουν και συνδημιουργούν ατμοσφαιρικά ηχητικά περιβάλλοντα, από ολιγόλεπτους διαλόγους για την τέχνη και τη ζωή μέχρι τον εννιάλεπτο φόρο τιμής στον κοινό τους φίλο Wayne Shorter, συνδυάζοντας την τεχνική αρτιότητα με μια σπάνια ζεστασιά που γίνεται συγκινητική χωρίς καν να προσπαθεί.
11. Dark Τranquillity Endtime Signals (18 Αυγούστου)
Τριάντα χρόνια μουσικής καινοτομίας και αξιοπιστίας είναι απίστευτα πολλά, όχι όμως για τους Dark Tranquillity: oι πρωτοπόροι της ιστορικής σκηνής του Gothenburg όχι απλά δεν επαναπαύτηκαν ποτέ στις δάφνες τους αλλά διανύουν μια τουλάχιστον δεκαετή μουσική άνοιξη με αποκορύφωμα – μέχρι στιγμής – το φετινό Endtime Signals. Το αναγνωρίσιμο melodic death metal του συγκροτήματος συνεχίζει να εξελίσσεται σε ηχητικά τοπία υψηλής συγκινησιακής φόρτισης, με καταλύτη τα εμβληματικά growls και τα βαρύτονα καθαρά φωνητικά του πολυπράγμωνα (The Halo Effect, Cemetery Skyline) Mikael Stanne.
12. Charlotte Wessels The Obsession (20 Σεπτεμβρίου)
Η επιστροφή της Charlotte Wessels δεν είναι μόνο θριαμβευτική, αλλά και κυριολεκτικά συγκινητική. Το πρωτότυπο πνεύμα και το αναγνωρίσιμο ύφος των προσωπικών της κυκλοφοριών επαναπροδιορίζει τον συμφωνικό metal ήχο, δημιουργώντας το κορυφαίο album της σκηνής εδώ και χρόνια, με την έμπρακτη στήριξη των φίλων της: της Simone Simons των Epica, της Alissa White-Gluz των Arch Enemy, και των μουσικών που είχαν αποχωρήσει μαζί της από τους Delain. H απόλυτη δικαίωση μιας σπουδαίας (όχι μόνο) τραγουδίστριας (αλλά και) συνθέτριας, στιχουργού και ανεξάρτητης παραγωγού.
13. Godspeed You! Black Emperor NO TITLE AS OF 13
FEBRUARY 2024 28,340 DEAD (4 Οκτωβρίου)
«Κάθε μέρα ένα νέο έγκλημα πολέμου, κάθε μέρα ένα λουλούδι ανθίζει»: η επιστροφή ενός λατρεμένου συγκροτήματος με ένα πολιτικά άμεσο και μουσικά αναντικατάστατο album, o τίτλος του οποίου αναφέρεται στον αριθμό των νεκρών τους πρώτους τέσσερις μήνες της γενοκτονίας των Παλαιστινίων. Ο ήχος των Godspeed You! Black Emperor είναι αντίστοιχα επιτακτικός και οι συνθέσεις εστιασμένες, θυμίζοντας κορυφαία κομμάτια της δισκογραφίας τους όπως το Peasantry or ‘Light! Inside of Light!’. Και αυτός είναι ο λόγος που εδώ δεν έχουμε ένα soundtrack των ζοφερών καιρών που ζούμε, αλλά το μουσικό ισοδύναμο της ελπίδας και του κουράγιου που χρειαζόμαστε για να τους αντιμετωπίσουμε.
Aν θεωρούσαμε το EP και τα singles που προηγήθηκαν σαν μια σειρά υποσχέσεων, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι το πρώτο album των Frenzee τις εκπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο: άρτια δομημένες συνθέσεις, ισοπεδωτικός hardcore punk ήχος και ξεκάθαρες αντιφασιστικές και αντισεξιστικές θέσεις. Και φυσικά εδώ δεν υπάρχει καμία λοξή ματιά προς κανένα ευρύτερο ακροατήριο «εναλλακτικού» lifestyle. Υπάρχει μόνο ένα παρόν που φαντάζει ιδανικό, αλλά και ένα μέλλον για το οποίο μόνο προσμονή μπορεί να νιώθει κανείς – ή τουλάχιστον that’s what’s wrong with me.
15. Amythyst Kiah Still + Bright (25 Οκτωβρίου)
Τόσο μέσα από τις
προσωπικές της κυκλοφορίες, όσο και μέσω της συνεργασίας της με την Alison Russell, τη Rhiannon Giddens και τη Leyla
McCalla στο σχήμα Our Native
Daughters, η Amythyst Kiah έχει συμβάλλει στον επαναπροσδιορισμό και τη σύνθεση της folk, των blues και της country. Η υπέρβαση των μεταξύ τους διαχωρισμών έχει πολιτικές σημασιοδοτήσεις, όπως άλλωστε έχει και η αντανάκλαση της πάνω στις προσωπικές και κοινωνικές δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει ως μαύρη ΛΟΑΤΚΙ+ θηλυκότητα. Και υπό αυτό το διττό πρίσμα, το Still +
Bright είναι μια από τις
σημαντικότερες στιγμές μιας από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης folk / americana σκηνής.
16. 1000mods Cheat Death (8 Νοεμβρίου)
Αργά ή γρήγορα τα περισσότερα συγκροτήματα βρίσκονται ενώπιον του ίδιου στοιχήματος, να εξελίσσουν τον ήχο τους χωρίς να χάνουν την ταυτότητα τους. Λίγα ωστόσο το κάνουν να φαίνεται τόσο εύκολο όσο οι 1000mods στο πέμπτο τους album: αφθονία φρέσκων ιδεών που οργανώνονται με αυτοσχεδιαστική δεξιοτεχνία, desert και alternative rock παλέτες με metal και punk εξάρσεις, φόροι τιμής στις επιρροές του παρελθόντος και μουσικά βλέμματα σε ένα συναρπαστικά αχαρτογράφητο μέλλον. Και από όλες αυτές τις απόψεις, το Cheat Death είναι το είδος του album που η σημασία του υπερβαίνει κατά πολύ τo μουσικό πλαίσιο του έτους κυκλοφορίας του.
17. SoftSun Daylight in the Dark (8 Νοεμβρίου)
Η ακαταμάχητη
συλλογική κουλτούρα της σκηνής της Palm Desert εκτείνεται, στην προκειμένη περίπτωση, από την Καλιφόρνια μέχρι τη Νορβηγία: o κιθαρίστας Gary Arce των Yawning Man, αλλά και πολλών συνεργατικών σχημάτων όπως οι Big Scenic Nowhere και οι Yawning Balch, συναντάει την μπασίστρια καιτραγουδίστρια Pia Isaksen
των Superlynx, η οποία έχει αναλάβει και το artwork, ενώ ο ντράμερ Dan Joeright, στο στούντιο του οποίου έγινε η ηχογράφηση, είναι και μηχανικός ήχου. Με άλλα λόγια, μια μοναδική και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική μουσική χειροτεχνία που υλοποιείται υπό τους όρους της καλλιτεχνικής αυτονομίας που χαρακτηρίζουν τη σκηνή.
«Λένε πως στη
χώρα μου έχει θάλασσα / προσέχω να βουτάω όπου τα πόδια μου πατώνουνε / γιατί μεσ’ τον βυθό έχει πτώματα που με
στοιχειώνουνε»: και μόνο για έναν τέτοιο στίχο στην μετά το ναυάγιο της Πύλου εποχή θα άξιζε να αναφερθεί αυτό το album. Ταυτόχρονα όμως, όπως λέει ο ίδιος ο ΛΕΞ, «η νίκη του ενός ποτέ δε θα ’ναι αρκετή». Και αυτή η επίγνωση φαίνεται να είναι επίσης σημαντική ως δυνητική αυτοπροστασία κάθε μουσικού, κάθε σκηνής και κάθε κοινού που έρχεται από τα κάτω και ενίοτε γίνεται αντικείμενο mainstream ενδιαφέροντος.
Αυτό το EP είναι η πρώτη κυκλοφορία νέου υλικού των Pelican μετά από 5 χρόνια, και, ταυτόχρονα, η πρώτη νέα ηχογράφηση της κλασσικής τους σύνθεσης που επανενώθηκε μετά από 12 χρόνια: Bryan Herweg στο μπάσο, Larry Herweg στα ντραμς και Laurent Schroeder-Lebec και Trevor
Shelley de Brauw στις κιθάρες. Ο πρωτοπόρος post-metal ήχος των Pelican είναι θεμέλιο της σύγχρονης σκηνής, όπως και το αντιεμπορευματικό τους ήθος – με άλλα λόγια, τα πρώτα δεύτερόλεπτα του Sirius που ακούγονται στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα σήμα εκπομπής.