Τόσο ο Jason Isbell όσο και ο Tyler Childers έχουν εκφράσει αντιρατσιστικές θέσεις στο πλαίσιο της σύγχρονης alternative country / americana σκηνής, εστιάζοντας την κριτική τους στο λευκό προνόμιο: την πλεονεκτική θέση που βρίσκονται
οι λευκοί, η οποία προσδιορίζεται δομικά και ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύει καθένας
πολιτικά. Είμαι ένας λευκός που ζει σε έναν κόσμο λευκών, τραγουδάει ο Jason Isbell, αναφερόμενος στην ιστορία της εξόντωσης των ιθαγενών, στο παρελθόν της δουλείας αλλά και στο παρόν του ρατσισμού, στο White Man’s World – ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια των Jason Isbell and the 400 Unit,από το album The Nashville Sound που κυκλοφόρησε το 2017.
Το Long Violent History, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε το 2020 ο Tyler Childers, είναι ένα κομμάτι πολιτικής διαμαρτυρίας ενάντια στις δολοφονίες αφροαμερικανών και αφροαμερικανίδων από την αστυνομία, και, ταυτόχρονα, ένα κάλεσμα αλληλεγγύης με το κίνημα Black Lives Matter. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πολιτική πράξη απεύθυνσης στις εργατικές κοινότητες από τις οποίες προέρχεται ο Tyler Childers, με την παρότρυνση να αναγνωρίσουν το λευκό τους προνόμιο, να αναλογιστούν τι θα έκαναν αν είχαν στοχοποιηθεί από την αστυνομία και να υποστηρίξουν την ήδη στοχοποιημένη αφροαμερικανική κοινότητα.
Φωτεινές καρδιές και κοφτερές λέξεις: ιστορίες για την αγάπη και την απώλεια, και η ανάδειξη του φεμινισμού και του αντιρατσισμού στη σύγχρονη alternative country μέσα από νέες, και όχι μόνο, κυκλοφορίες της Amanda Shires, του Jason Isbell, της Margo Price και του Tyler Childers.
The Walkabouts: λίγα συγκροτήματα έχουν αγαπηθεί
τόσο πολύ, και όπως ξέρετε η αγάπη δε συνηθίζει να μπαίνει εύκολα σε λέξεις.
Αν, ωστόσο, το επιχειρήσουμε, φαντάζομαι πως θα συμφωνήσουμε καταρχήν στη λέξη
αυθεντικότητα: μπροστά μας βρισκόταν πάντα μια ειλικρινής και ανεπιτήδευτη μπάντα, η καλλιτεχνική ακεραιότητα της οποίας έγινε θεμέλιο της σχέσης
μας μαζί τους. Και το δεύτερο θεμέλιο αυτής της σχέσης ήταν ο σχεδόν μαγικός τρόπος
που συνδύαζαν στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη – κυρίως το rock, τη folk και την
country – φτιάχνοντας μια δική τους, πρωτότυπη και αναγνωρίσιμη ταυτότητα με
μεγάλη και διττή ένταση: των συναισθημάτων, αλλά και
των ενισχυτών.
Η σύνθεση του συγκροτήματος, κατά το μεγαλύτερο
μέρος της ιστορίας του, ήταν ο Michael Wells στο μπάσο, ο Terri Moeller στα
ντραμς, ο Glenn Slater στο πιάνο, και φυσικά η Carla Torgerson και ο Chris
Eckman στα φωνητικά και τις κιθάρες. Η δυναμική αντίθεση ανάμεσα στην αιθέρια
αλλά και πανίσχυρη φωνή της πρώτης, και την τραχιά αλλά και εκφραστική φωνή του δεύτερου, καθόρισε ερμηνευτικά τον τόνο του συγκροτήματος. Με άλλα λόγια, η Carla και ο Chris είναι η διπλή καρδιά των TheWalkabouts, και θα
πάμε κατευθείαν σε αυτήν με δύο κομμάτια: Your
Hope Shines, με τη συμμετοχή των KingJesusDisciples, και Almost Wisdom.
Η πρώτη δεκαετία του συγκροτήματος
χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγικότητα και συλλογική δημιουργικότητα – η μουσική αποδίδεται κατά κανόνα σε όλα τα μέλη από κοινού και οι στίχοι στον Chris Eckman. Ξεκινώντας το 1985, θα
κυκλοφορήσουν δύο EPs και τρία albumsσε indiefolk-rock ύφος μέχρι το εμβληματικό διπλό album New West Motel του 1993, αλλά και το Setting the Woods on Fire
που ακολούθησε το 1994: δύο κυκλοφορίες που καθιέρωσαν το συγκρότημα και
στις οποίες ανήκουν τα κομμάτια που μόλις ακούσαμε.
Είναι αυτή η καλύτερη περίοδος των TheWalkabouts; Οι αρετές τους δε λείπουν από καμία κυκλοφορία, ωστόσο αυτά τα δύο albums είναι αναντικατάστατα, με την έννοια ότι πολλ@ γνωρίσαμε και
αγαπήσαμε το συγκρότημα μέσα από αυτά – πράγμα καθόλου τυχαίο, δεδομένου ότι συνιστούν τον πληρέστερο ορισμό του ήχου του, αλλά καιαναδεικνύουν τη rock πλευρά του σε όλη της την ένταση. Ανάμεσά
τους, ωστόσο, κυκλοφόρησε το album διασκευών SatisfiedMindτο 1993, από το οποίο θα ακούσουμε το
FeelLikeGoingHome, ένα
country
κομμάτι του Charlie
Rich,
με τη συμμετοχή του Mark
Lannegan
των Screaming
Trees.
Το συγκρότημα προερχόταν από το Seattleκαι ηχογραφούσε στη SubPop, αλλά, λόγω του διαφορετικού του ήχου σε σχέση με τα grunge συγκροτήματα της πόλης, προωθήθηκε μονόπλευρα στη δική
μας όχθη του Ατλαντικού από το ευρωπαϊκό τμήμα της εταιρείας. Το albumDevil’s Road που θα ακολουθήσει το 1996
αποτελεί σημείο καμπής: ηχογραφείται κατόπιν μετακίνησης στην ευρωπαϊκή Virgin,
στρέφεται προς μια ατμοσφαιρική folk κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης
ορχήστρας, και εγκαινιάζει την ανάληψη των συνθέσεων από τον Chris Eckman.
Παρά την επιτυχία του εγχειρήματος,
το συγκρότημα θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του, καταρχήν ερχόμενο σε
ρήξη με τη Virginγύρω από το περιεχόμενο και την προώθηση του νέου albumNighttown, το οποίοθα κυκλοφορήσει το 1997. Την ίδια
περίοδο, η προσωπική σχέση ανάμεσα στον Chris Eckman και την Carla Torgerson φτάνει στο τέλος της. Και δέκα μέρες πριν την
ηχογράφηση του επόμενου album με τίτλο TrailofStars, ο μπασίστας John Baker Saunders πεθαίνει από υπερβολική
δόση ηρωίνης.
«[Κ]ατά κάποιο τρόπο», λέει ο ChrisEckman για εκείνη την περίοδο σε συνέντευξή
του στο Penny Black Music, «είχαμε πάντα στο μυαλό μας τη
μουσική σαν κάτι που μοιάζει με καρδιά. Είναι κάτι που σημαίνει περισσότερα για
μας από το πώς να βγάζεις χρήματα, ή πώς να κάνεις καριέρα, ή οτιδήποτε τέτοιο.
Νομίζω ότι μέσα από εκείνες τις πραγματικά δύσκολες εποχές, αυτό ήταν το
στοιχείο που, περισσότερο ή λιγότερο, μας βοηθούσε πάντα να προχωρήσουμε».
Θα ακούσουμε τον ήχο εκείνων των δύσκολων εποχών μέσα από
δύο κομμάτια μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, το Unwind και το Drown από τα albumsNighttown του 1997 και TrailofStars του 1999 αντίστοιχα – και ύστερα θα
προχωρήσουμε μαζί με το συγκρότημα στο EndedUpaStranger, από το ομώνυμο album του 2001.
Από το 2001 και μετά,
οι κυκλοφορίες του συγκροτήματος γίνονται πιο αραιές: τέσσερα χρόνια θα
περάσουν μέχρι το Acetylene του 2005 και άλλα έξι μέχρι το τελευταίο τους albumTravels in the Dustland του 2011.
«Ο κόσμος», έλεγε τότε ο Chris Eckman, «δεν χρειάζεται απαραίτητα ακόμα ένα
album των The Walkabouts, εκτός αν είναι πραγματικά καλό. Αυτός είναι ο πήχης
που βάζουμε, ο λόγος για τον οποίο κυκλοφορούμε ένα album, και όχι επειδή
υπάρχει ένα συμβόλαιο ή για να κάνουμε μια περιοδεία».
Με άλλα λόγια, το
συγκρότημα δε μας είδε ποτέ ως καταναλωτές και η κριτική του στην εργαλειακή διαδοχή
νέων κυκλοφοριών και περιοδειών, δηλαδή στον παραδοσιακό κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας,
είναι χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ακεραιότητας. Από αυτήν την
άποψη, το Travels in the Dustland δεν ήταν μόνο ένας συναρπαστικός μουσικός αποχαιρετισμός,
αλλά και αυτός που αρμόζει σε ένα συγκρότημα που παρότι διαλύθηκε το 2015 συνεχίζει μέχρι
σήμερα να λάμπει στο σκοτάδι, όπως κάθε πραγματική ελπίδα.
Επειδή η ελπίδα λάμπει μόνο μέσα στο σκοτάδι: η μουσική καρδιά των Τhe Walkabouts που υπήρξε πάντα τόσο μαγική όσο και ειλικρινής μαζί μας (σήμα: Pelican – Sirius, εικόνα: Ben Thompson, Your Hope Shines Single Cover, 17.10.2019 @ enfo | radio)
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Tyler Childers σπάει τα στερεότυπα που συνδέονται με την country:
στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη μπαλάντα Ιn Your Love, την οποία
έγραψε από την οπτική του συμμάχου της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το κομμάτι
κυκλοφόρησε ως single του album Rustin’ in the Rain το 2023 και συνοδεύτηκε από
ένα video clip σε σενάριο του Silas House για τον έρωτα δύο ανθρακωρύχων μέχρι
τον θάνατο του ενός από τη νόσο του μαύρου πνεύμονα, η οποία προκαλείται από την μακροχρόνια συγκέντρωση σκόνης άνθρακα στους πνεύμονες.
Τόσο μουσικά όσο και αναπαραστατικά, το Ιn Your Love υποστηρίζει τη θεατότητα
των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και των ιστοριών τους στο πλαίσιο των εργατικών κοινοτήτων,
αλλά και στο πεδίο της country μουσικής όπου υποεκπροσωπούνται.
Για κάθε αγάπη που αντέχει μέχρι ο ήλιος να γίνει στάχτη: νέες κυκλοφορίες από τη σύγχρονη κλασσική των Balmorhea στο post-metal των Pelican, από τον blues ήχο των Gov’t Mule στα desert blues των Tinariwen, και από το alternative rock των The Last Internationale στην alternative country του Tyler Childers και του Jason Isbell (Φωτογραφία: Michael Chow)
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες με τα «καλύτερα»
τραγούδια, albums κ.λπ. της
χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία
ουδέποτε έχει προωθήσει τα προϊόντα της μέσω άρθρων γνώμης. Όλη η μουσική
άλλωστε μπορεί και πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε
συναίσθημα που μας προκαλεί να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι
γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2025. Είναι απλά μέρος της μουσικής που ακούσαμε
και μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε
να μοιραστούμε – και στις δύο περιπτώσεις, όμως, φαίνεται ότι θα μας
απασχολήσει στο μέλλον. Προς το παρόν, 20 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών σε
χρονολογική και όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα εν
μέσω στοχευμένων προωθήσεων, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Evan Nicole Bell
Shades of Blue (16 Ιανουαρίου)
Τραγουδίστρια και κιθαρίστρια, αυτοσχεδιάστρια και πολυοργανίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, παραγωγός και μηχανικός ήχου: η Evan Nicole Bell διακρίνεται σε ένα εντυπωσιακό φάσμα ρόλων στο πρώτο της album, δημιουργώντας έναν σύγχρονο και πολυδιάστατο blues ήχο που συνδυάζει folk, alternative rock και soul στοιχεία, και, ταυτόχρονα, συνομιλεί με τη διαχρονική επικαιρότητα ενός συναρπαστικού παρελθόντος. Αν τα blues είναι βαθιές ρίζες όσο και σημερινά άνθη, εδώ αναδεικνύονται με την παραδειγματική καλλιτεχνική αυτονομία που αφενός τους αξίζει και αφετέρου χαρακτηρίζει την ιστορία της δημιουργίας τους.
2. Sharon Van Etten
& The Attachment Theory
Sharon Van Etten & The Attachment Theory (7 Φεβρουαρίου)
Καλλιτεχνικά ανήσυχη και διαρκώς εξελισσόμενη, η Sharon Van Etten επιστρέφει με το καλύτερο album της την τελευταία δεκαετία, αλλά και το πρώτο που αποτελεί συλλογική
δημιουργία με το τωρινό της συγκρότημα. Η στροφή των τελευταίων ετών προς μια new wave κατεύθυνση εδώ ενισχύεται από ατμοσφαιρικά post-rock στοιχεία, σε αντίστιξη με τα οποία τα εκφραστικά φωνητικά της
Sharon Van Etten ακούγονται πιο κοφτερά και ταυτόχρονα πιο τρυφερά από ποτέ. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζει συνολικά το album, σαν τη δυνατότητα να βλέπει κανείς την
εγγενή ομορφιά της ζωής ακόμα και όταν το φως διαρκώς εξασθενεί.
3. Anneke van Giersbergen
La Vie (28 Φεβρουαρίου)
Η μουσική πορεία της Anneke μετά τους The Gatheringφτάνει τα
18 χρόνια προσωπικών κυκλοφοριών και πολλαπλών συνεργασιών. Τίποτα, ωστόσο, δε
μοιάζει με αυτό το EP
και ούτε θα μπορούσε, καθώς περιλαμβάνει 4 τραγούδια που έγραψε μετά την απώλεια των γονέων της. Κι όμως, αυτή δεν είναι μουσική του πένθους, αλλά της ουσίας
του, του λόγου που έχει σημασία, με τη μοναδική ζεστασιά και αμεσότητα της Anneke να δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό και
χαμηλών τόνων ύμνο στην αγάπη. Καθόλου τυχαία, πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας
τριλογίας EPs που
θα συγκροτήσουν το νέο της album με τίτλο La Vie, La Mort, L’Amour: η Ζωή, ο Θάνατος, η
Αγάπη.
4. Rationalistas
Προσάναμμα (8 Μαρτίου)
Το ενσυνείδητο και βιωματικό hip hop των Rationalistas, γειωμένoστην καθημερινότητα της γειτονιάς και της δουλειάς, ανταποκρίνεται στην εποχή μας με έναν τρόπο που την ξεπερνάει: οι
ρίμες και τα beats συναρθρώνουν
οργανικά τις προσωπικές μας δυσκολίες με τις κοινωνικές συνθήκες που τις
προκαλούν, αλλά και την αλληλεγγύη που μας δίνει ανάσες, από την έμφυλη βία στην
Ηλιούπολη μέχρι τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μια μουσική οργισμένη αλλά και
υπέροχα μελαγχολική, ενδυναμωτική και ενίοτε χορευτική, στη σημαντικότερη μέχρι
σήμερα στιγμή ενός παραδειγματικά συλλογικού hip hop σχήματος.
5. Backxwash
Only Dust Remains (28 Mαρτίου)
Με τη χειρουργική ακρίβεια της λάμας του νυστεριού, αλλά και το σπάραγμα της
καρδιάς ενός τρομαγμένου πουλιού, η εκφραστική δύναμη της Backxwashαγγίζει τον προσωπικό και συλλογικό πόνο της εποχής
μας – από την ταυτότητα, το τραύμα και τη θνητότητα μέχρι την αγριότητα της
γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Τα ηχητικά της τοπία συνθέτουν industrial, rock και ambient στοιχεία σαν να ήταν το
πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ενώ οι ρίμες της ισοδυναμούν άλλοτε με τον πύρινο
λόγο ενός ιεροκήρυκα της Αποκάλυψης κι άλλοτε με εξομολογήσεις κυριολεκτικά τρομακτικής
ευαλωτότητας. Και ίσως είναι ακριβώς αυτή
η μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της
μουσικής της Backxwash που καθιστά το album της τόσο σημαντικό – και όχι μόνο
για το hip hop ή το 2025.
6. Anouar Brahem
After the Last Sky (28 Mαρτίου)
Ο Τυνήσιος ουτίστας Anouar Brahem αντανακλά συγκλονιστικά πάνω στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη
με κύριο όχημα τον jazz αυτοσχεδιασμό και τη βοήθεια του μπασίστα Dave Holland, του πιανίστα Django Bates και της τσελίστριας Anja Lechner. Ο τίτλος του album παραπέμπει σε ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Mahmoud Darwish, για τον οποίο η Παλαιστίνη ήταν «κάλεσμα και υπόσχεση ελευθερίας ταυτόχρονα»,
γράφει ο Adam Satz στις σημειώσεις του album, προσθέτοντας ότι ο Anouar Brahem ανταποκρίνεται
και στις δυο αυτές πλευρές όπως έκαναν τα εκατομμύρια των διαδηλωτών σε όλο τον
κόσμο: το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο
με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
7. Deafheaven
Lonely People With Power (28 Μαρτίου)
Είναι ευχή και κατάρα για ένα συγκρότημα του ακραίου ήχου να προσελκύει mainstream ενδιαφέρον και στην περίπτωση των Deafheaven το αποτέλεσμα την προηγούμενη δεκαετία ήταν
να υπερεκτιμηθούν και να υποτιμηθούν ταυτόχρονα από διαφορετικά κοινά για
διαφορετικούς λόγους. Αλλά μέχρι εδώ: φέτος δεν κυκλοφόρησαν απλά το καλύτερό
τους album, αλλά
επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους συνθέτοντας τα καλύτερα επιμέρους στοιχεία
της με απαραίτητη αιχμή τα σχισμένα φωνητικά του George Clarke. Όσ@ αγαπάμε τη metal σκηνή, και τη μουσική περισσότερο από
τους εαυτούς μας, ξέρουμε τι να κάνουμε.
8. Rhiannon Giddens & Justin Robinson
What Did the Blackbird Say to the Crow
(18 Απριλίου)
HRhiannon Giddens και ο Justin Robinson, βραβευμένοι folk μουσικοί και παλαιότερα συνοδοιπόροι στους Carolina Chocolate Drops, ερμηνεύουν
18 παραδοσιακά κομμάτια με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα της live ηχογράφησης σε εξωτερικούς χώρους. Το
αποτέλεσμα είναι άλλη μια υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy
του 2026, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτα την κριτική τους θέση υπέρ της μουσικής
για την απόλαυση της κοινότητας αντί για τα συμφέροντα της αγοράς. «Ποιος είναι
ο ρόλος της μουσικής στην κοινωνία μας;» επιμένει η Rhiannon Giddens. «Πώς
μπορούμε να την αποσυνδέσουμε από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, όπου η μουσική
είναι προϊόν και οι μουσικοί έχουν δευτερεύουσα σημασία;»
9. SUMAC & Moor Mother
The Film (25 Απριλίου)
Είναι καιρός να πάρουμε πίσω την ανάσα μας: ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος
και η υποβλητική απαγγελία της hip hop ποιήτριας Moor Mother αφήνει προσωρινά τα free jazz ηχητικά τοπία των Irreversible Entanglements για να συναντηθεί εδώ με τον sludge metal πειραματισμό των SUMAC, οι οποίοι κυκλοφορούν μαζί της το καλύτερό τους album. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες,
πόλεμος και εκτοπισμός, συστημική βία και κλιματική κρίση, είναι τα θεματικά
νήματα ενός album που η
ίδια του η ύπαρξη ως ενιαίου έργου τέχνης αντιβαίνει τον καταναλωτικό προσανατολισμό
της μουσικής βιομηχανίας.
10. Hedvig Mollestad Trio
Bees In The Bonnet (9 Μαΐου)
Μια από τις πρωτοπόρες κιθαρίστριες της εποχής μας επιστρέφει μετά από τέσσερα
χρόνια solo και συνεργατικών
κυκλοφοριών στο φυσικό της περιβάλλον. Η παροιμιώδης χημεία της Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad κατεδαφίζει
κάθε διαχωρισμό μεταξύ jazz, rock και metal – στην προκειμένη περίπτωση, σε τρεις
άξονες: καταιγιστικός αυτοσχεδιασμός, ατμοσφαιρικός πειραματισμός, και μια
μελωδική νηνεμία πριν την τελική καταιγίδα. Οι Hedvig Mollestad Trio είναι μια ασταμάτητη
πηγή αναπάντεχης και συναρπαστικής μουσικής – χωρίς περιστροφές, η ευρωπαϊκή jazz δεν ήταν ποτέ καλύτερη.
11. Pelican
Flickering Resonance (16 Μαΐου)
Τα λίγα δευτερόλεπτα του Sirius στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα
σήμα εκπομπής – έτσι γράφαμε πέρσι, επί τη ευκαιρία του νέου EP του κουαρτέτου από το
Σικάγο μετά την επανένωση της κλασικής του σύνθεσης: Trevor Shelley de Brauw και
Laurent Schroeder-Lebec στις κιθάρες, Bryan και Larry Herweg στο μπάσο και τα
ντραμς αντίστοιχα. Στα 24 χρόνια της πορείας τους, οι Pelican έχουν μια καθολικά ποιοτική δισκογραφία
– μερικά albums, ωστόσο, διακρίνονται με την τιτάνια δύναμη μιας λυτρωτικής καταιγίδας και τo ελπιδοφόρο φως μιας αλκυονίδας μέρας ταυτόχρονα. Το φετινό Flickering Resonance είναι
ένα τέτοιο album: η πρωτοποριακή και θεμελιώδης για το post-metal μουσική των Pelican ακούγεται άγρια και μελωδική, θλιμμένη αλλά πανίσχυρη, πολυπρισματική και την ίδια στιγμή προσιτή. Ή, αν προτιμάτε, είναι το ηχητικό αντίστοιχο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά τα χρόνια, για όλη τη σκηνή και την κοινότητα που τη στηρίζει. Είμαστε
πολύ τυχεροί, και εκείνοι και εμείς.
12. Bruce Springsteen & E Street Band
Land Of Hope & Dreams (20 Μαΐου)
Κάλλιστα θα μπορούσε εδώ να βρίσκεται το set των επτά ακυκλοφόρητων albumsτου Bruce Springsteen, ή η εκτεταμένη
επανακυκλοφορία του εμβληματικού album Nebraska. Αυτό το EP, ωστόσο, περιλαμβάνει εκπληκτικές εκτελέσεις τριών δικών του κομματιών και μιας διασκευής από τη φετινή του συναυλία στο Manchester, οι οποίες επιπλέον συνδέονται οργανικά με το μήνυμα αντίστασης και
ελπίδας που συνιστά η οξυδερκής και εκτενής κριτική του Springsteenστη διακυβέρνηση Trump. Με άλλα λόγια, είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο
για την οργανική σχέση μουσικής και πολιτικής, για τα επίδικα της εποχής της
ανόδου της ακροδεξιάς, και για την ευθύνη που απορρέει από τον δημόσιο ρόλο των
καλλιτεχνών.
13. Julia Hamos
Ellis Island (6 Ιουνίου)
Αν το φως είχε ήχο, θα ακουγόταν κάθε φορά που τα δάχτυλα της Julia Hamosαγγίζουν τα πλήκτρα του πιάνου – ή
τουλάχιστον ένα τέτοιο φως λάμπει στα μάτια της όταν μιλάει για το μουσικό και προσωπικό της ταξίδι από και προς την πόλη της, τη Νέα Υόρκη, σημερινή και
παντοτινή πόλη μεταναστών, και την Ουγγαρία, από όπου κατάγεται η οικογένεια της.
Εξαιτίας της Julia Hamos οι κλασικοί Ούγγροι συνθέτες BélaBartók, GyörgyKurtág και GyörgyLigeti συνομιλούν με την Meredith Monk, τον Charles Mingus, αλλά και την Ουγγρική Μελωδία του Franz Schubert, σε ένα album ευφυές, παθιασμένο και χαρακτηριστικό της
εκφραστικής δυναμικής, αλλά και του κοινωνικού προσανατολισμού, της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
14. Terri Lyne Carrington
& Christie Dashiell
We Insist 2025! (13 Ιουνίου)
Μόνο μια κορυφαία μορφή της σύγχρονης jazz θα μπορούσε να τιμήσει αλλά και να επικαιροποιήσει τη διττή,
μουσική και πολιτική, κληρονομιά ενός avant-garde album όπως το We Insist!, το οποίο κυκλοφόρησε ο Max Roach το 1960 υποστηρίζοντας το Κίνημα για τα
Πολιτικά Δικαιώματα. Η πολυβραβευμένη ντράμερ, συνθέτρια, ακτιβίστρια και
εκπαιδεύτρια Terri Lyne Carrington δεν είναι απλώς αυτή η μορφή: αφενός το έχει
ξανακάνει με το Money Jungle των Ellington, Mingus και Roach, αφετέρου ο Max Roach
υπήρξε μέντοράς της. Μαζί με την τραγουδίστρια και στιχουργό Christie Dashiell ενσωματώνουν με μοναδικό τρόπο funk, blues, afrobeat,
spoken word και jazz poetry στοιχεία, αναδεικνύουν το αίτημα της φυλετικής
δικαιοσύνης την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς και της εκλογής Trump, και πρεσβεύουν, όπως λέει η Terri Lyne Carrington, «το πνεύμα του συλλογικού
αυτοσχεδιασμού, διαλογισμού και χαράς ως μορφές αντίστασης» – δηλαδή το πνεύμα της
ίδιας της jazz ως διαχρονικής ριζοσπαστικής τέχνης.
15. Los Angeles Philharmonic,
Gustavo Dudamel, Alisa Weilerstein,
Los Angeles Master Chorale, Tambuco
Gabriela Ortiz: Yanga (18 Ιουλίου)
Μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες στον κόσμο επιστρέφει στο έργο της Ortiz
για ένα δεύτερο και ίσως ακόμα καλύτερο album, το οποίο αναμένεται να σαρώσει
στα βραβεία Grammy του
2026, όπως το περσινό Revolución Diamantina. Το αξίζει και με το παραπάνω: από την
εκτεταμένη χρήση αφρικανικών ρυθμών και οργάνων στη σύνθεση για τον επαναστάτη σκλάβο Gaspar
Yanga, μέχρι τον φόρο
τιμής στην Violeta Parra, κύρια μορφή του κινήματος πολιτικού τραγουδιούNueva Canción στη Χιλή, αλλά και
ένα νέο κοντσέρτο για τσέλο με θέμα την υπεράσπιση του Yucatán από την τουριστική
ανάπτυξη στο Μεξικό. Με άλλα λόγια, αυτό το δεύτερο album σηματοδοτεί ότι το πρώτο δεν ήταν η εξαίρεση
που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ενώ η υψηλή θεατότητα ορχήστρας, μαέστρου και βραβείων μπορεί
να συμβάλλει σε ευρύτερες αλλαγές ρεπερτορίου. Το μέλλον της σύγχρονης κλασικής αναμένεται
συναρπαστικό, αν μη τι άλλο.
16. Buddy Guy
Ain’t Done With The Blues (30 Ιουλίου)
Από τη δεκαετία του 60 που ξεκίνησε στο
Σικάγο δίπλα στον Muddy Waters, τον Howlin’ Wolf και την Koko Taylor, μέχρι τα δεκάδες
προσωπικά albums και την πλειάδα των συνεργασιών που φτάνουν στις μέρες μας, ο
Buddy Guy είναι ένας εμβληματικός, βραβευμένος και ακραία επιδραστικός κιθαρίστας. Δεν ήταν όμως
ποτέ μουσικός που βασίζεται στις δόξες του παρελθόντος: ο μοναδικός του ήχος είναι
και σήμερα πρωτότυπος και η μουσική του επίκαιρη, από τον σύγχρονο
αντιρατσιστικό ύμνο Never Forget μέχρι το ντουέτο του με τον Christone
“Kingfish” Ingram, επιφανή κιθαρίστα της νεότερης γενιάς, με τον οποίον έχει επιπλέον κάνει κοινή περιοδεία. Ο Buddy δεν έχει τελειώσει με τα blues
γιατί όλες του οι νότες είναι συνώνυμες με την αγάπη για τη μουσική – και αυτή δεν έχει
τέλος.
17. Amanda Shires
Nobody’s Girl (26 Σεπτεμβρίου)
Πότε σταματήσαμε να αγαπάμε; Πώς καταλήγουμε να μη νιώθουμε τίποτα για να μη
νιώθουμε πόνο; Πόσο εκκωφαντική έχει γίνει η σιωπή; Έχουν υπάρξει πολλά breakup albums στην ιστορία της δισκογραφίας, το Nobody’s Girl όμως δεν είναι σαν αυτά,
όπως δεν είναι ούτε προβλέψιμο εγχειρίδιο αυτοφροντίδας, ούτε ναρκισσιστική εκφορά
κάποιου πληγωμένου εγώ. Η Amanda Shires έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να
αναπαράγει συμβάσεις, όπως έχει ήδη δείξει η συμβολή της στην ανάπτυξη της alternative country / americana σκηνής,
και εδώ επικοινωνεί μια υπαρξιακή θα έλεγε κανείς ανατομία της πληγής, αναπόφευκτα
οδυνηρή αλλά και αναπάντεχα ενδυναμωτική. Ίσως ποτέ να μην ξεπερνάει κανείς εντελώς την κατάρρευση μιας σχέσης, αλλά ίσως να βοηθάει η επίγνωση ότι τουλάχιστον προσπάθησε να τη στηρίξει, όσο μάταιο
κι αν ήταν.
18. Rosalía
LUX (7 Νοεμβρίου)
Τα ύστερα του κόσμου – pop μουσική στη χώρα των θαυμάτων; Αφενός το έχουμε ξανακάνει με την Taylor Swift, αφετέρου η Rosalía υπερβαίνει αποτελεσματικά τους διαχωρισμούς μεταξύ pop και κλασικής, όπερας και παραδοσιακής μουσικής: 18 κομμάτια σε 13 γλώσσες, οργανωμένα σε τέσσερα μέρη κατά το πρότυπο των συμφωνικών έργων, με κύριο μουσικό συνοδοιπόρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η δυναμική στηρίζει ένα συναρπαστικά πρωτότυπο concept για τη θηλυκότητα και την πνευματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο, με αναπάντεχες συναισθηματικές όσο και υπαρξιακές πλευρές. Εσείς ξέρατε ότι μπορείτε να χωρέσετε σε ένα χαϊκού, ένα χαϊκού που καταλαμβάνει μια χώρα, μια χώρα που χωράει σε μια σκλήθρα, μια σκλήθρα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον γαλαξία;
19. Yawning Μan
Pavement Ends (14 Νοεμβρίου)
Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα ανθηρή χρονιά για τους πρωτοπόρους της σκηνής
της Palm Desert, και εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται τα albums που κυκλοφόρησαν με τα συνεργατικά
τους σχήματα Yawning Balch και SoftSun. Το Pavement
Ends, ωστόσο, δεν είναι απλά το καλύτερο των τριών, αλλά μια από τις σημαντικότερες
στιγμές της συνολικής δισκογραφίας των Yawning Μan. Ο κιθαρίστας Gary Arce, ο μπασίστας Mario Lalli και ο ντράμερ Bill Stinson δεν επαναπαύθηκαν ποτέ στις δάφνες τους και αυτή τη φορά η
αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα οδηγεί τα ηχητικά τους τοπία σε μια μουσικά επιτακτική,
συναισθηματικά φορτισμένη και ακαταμάχητα εξπρεσιονιστική κορύφωση.
20. Svalbard
If We Could Still Be Saved (17 Νοεμβρίου)
«Επειδή υπάρχει ομορφιά σε αυτό που τελειώνει»: η γλυκόπικρη αποχαιρετιστήρια
θύελλα αυτού του single είναι η τελική ηχογράφηση των Svalbard, οι οποίοι έχουν ανακοινώσει τη διάλυσή τους το 2026 και βρίσκονται στην τελευταία τους περιοδεία. Δεν ξέρω πόση ομορφιά υπάρχει
όταν σταματάει η πορεία ενός τόσο μουσικά όσο και πολιτικά κομβικού συγκροτήματος,
ξέρω όμως ότι υπάρχει η καλλιτεχνική ακεραιότητα και η προσωπική ειλικρίνεια που
αποτελούσε πάντα κλειδί της σχέσης μας μαζί τους: το τέλος έρχεται γιατί η
πολιτική οικονομία των πραγματικά εναλλακτικών συγκροτημάτων
δεν είναι κατά κανόνα βιώσιμη, και το συγκεκριμένο δεν κάνει υποχωρήσεις και εκπτώσεις για να μπορέσει να επιβιώσει. Υπόκλιση και δάκρυα λοιπόν, αλλά μαζί παντοτινή εμπιστοσύνη και
αγάπη – έτσι είναι οι καθαρές κουβέντες.
«Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται
θλιμμένες, είναι ότι διαθέτει ο κόσμος μας, για ν' αγαπάς τις μέρες τούτες»:
έτσι έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις στα Σχόλια του Τρίτου, ασκώντας κριτική στα
Χριστούγεννα των εμπόρων και του αστικού καθωσπρεπισμού.
Και φυσικά είχε δίκιο, ίσως όμως η αγάπη να βρίσκεται και στα πρόσωπα αυτών
που χρειάζεται να δώσουν μάχη για την υγεία τους, ή και τη ζωή τους, τις μέρες
των γιορτών. Είναι ιδιαίτερο συναίσθημα να βρίσκεται κανείς σε ένα νοσοκομείο, ελπίζοντας
ότι θα γίνει καλά και θα μπορέσει να κάνει Χριστούγεννα με τους δικούς του. Δεν
είναι λίγο και δεν είναι δεδομένο.
Κάποτε είχα διαβάσει ότι τα νοσοκομεία έχουν ακούσει πιο ειλικρινείς
προσευχές από τις εκκλησίες. Δε γράφονται συχνά τραγούδια για τέτοια πράγματα,
δεν είναι καθόλου εύκολο. Το κομμάτι με το οποίο θα κλείσουμε όμως είναι μια τέτοια κοσμική προσευχή: Soon You’ll Get Better, ένα τραγούδι της Taylor Swift για τη μάχη της μητέρας της με τον
καρκίνο, από το album Lover του 2019.
Κι όμως, δεν έχουμε όλοι και όλες αρκετά χρήματα, ούτε πάντα τους αγαπημένους μας κοντά, ούτε είμαστε μόνιμα σε καλή συναισθηματική ή σωματική κατάσταση, και τότε δε χωράμε στη συμβατική χαρά και κατανάλωση των γιορτών. Κι όμως, δεν είμαστε μόνοι, ούτε οι μόνοι, και χωράμε πάντα ο ένας στην αλήθεια της άλλης και φυσικά στη μουσική: 12 + 1 κομμάτια για το είναι, και όχι το φαίνεσθαι, των Χριστουγέννων (Φωτογραφία: Hulton-Deutsch Collection)
Πόσο κουράγιο χρειάζεται κανείς για να δημιουργεί μουσική με τόση τρυφερότητα σε έναν
κόσμο με τόση σκληρότητα; Το Tecumseh Valley, δηλαδή η ιστορία της εργάτριας
Caroline και της πορείας της μέσα από τη φτώχια και την ανεργία στην εξαθλίωση
και τον θάνατο, θα μπορούσε να είναι ένα ρέκβιεμ, αλλά η ζεστασιά και η
αμεσότητα της ερμηνείας του Townes Van Zandt δεν το επιτρέπουν. Οι
υποβλητικές μελωδίες της μουσικής του και η καταλυτική λιτότητα της ποιητικής
των στίχων του οδηγούν πάλι στην αρχή, στο όνομα αυτής της εργάτριας και
στη λιακάδα που περπατάει πάντα δίπλα της.
Αυτούς τους ανθρώπους αγαπούσε ο Townes Van Zandt, τους περιθωριοποιημένους και νικημένους, τους από κάτω – για αυτούς τραγουδούσε και ως ένας από αυτούς έζησε και πέθανε πρόωρα στα 52 του χρόνια, έχοντας συνειδητά αρνηθεί να εκμεταλλευτεί τη συντριπτική επιτυχία των τραγουδιών του από άλλους ερμηνευτές, και διαλέγοντας για τον εαυτό του μια σταθερή μουσική πορεία μακριά από οτιδήποτε ονομάζεται καριέρα στη γλώσσα της μουσικής βιομηχανίας.
Το Tecumseh Valley
είναι ένα από τα κομμάτια του πρώτου album του Townes Van Zandt, το οποίο κυκλοφόρησε
το 1968 με τίτλο For the Sake of the Song, και ηχογραφήθηκε ξανά στο δεύτερό του album Our Mother The Mountain το επόμενο έτος. Αποτελεί μια από τις
σημαντικότερες συνθέσεις του με σταθερή παρουσία στα setlist των μικρής
κλίμακας και μεγάλης αμεσότητας συναυλιών που του άρεσε να δίνει, όπως δείχνει
και το live album Rear View Mirror του 1993, το οποίο περιλαμβάνει ηχογραφήσεις
του 1979.
Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)
Το Me and Bobby McGee είναι ένας ύμνος στον
ελεύθερο έρωτα, στον ανοιχτό ορίζοντα της περιπλάνησης στην αμερικανική ενδοχώρα και σε ένα ζευγάρι που τους αρκεί να είναι μαζί για να είναι ευτυχισμένοι – κι όμως,
ταυτόχρονα, είναι ελεγεία για την απώλεια αλλά και τη νοσταλγία του έρωτα, γλυκόπικρο
σχόλιο για το άδοξο τέλος μιας σχέσης και στοχασμός πάνω στο αν και ποιο νόημα
έχει η ελευθερία όταν κανείς δεν έχει πια τίποτα να χάσει. Freedom’s just
another word for nothin’ left to lose: αυτός ο κλασικός πλέον στίχος είναι
εμπνευσμένος από το τραγικό τέλος της ταινίας La Strada του Frederico Felini, έλεγε
ο Kris Kristofferson σε συνέντευξή του στο Performing Songwriter το 2015.
Το Me and Bobby McGee σημάδεψε
την outlaw country, αλλά και τη folk
και rock αντικουλτούρα συνολικά, όταν κυκλοφόρησε το 1970 στο πρώτο album του Kris Kristofferson με τίτλο το επώνυμό του. Είναι αναρίθμητες οι διασκευές του από
κορυφαίους μουσικούς ανεξαρτήτως είδους μέχρι σήμερα, καμία όμως δεν είναι όσο
εκπληκτική αλλά και εκρηκτική ήταν εκείνη της Janis Joplin στο album
Pearl που κυκλοφόρησε το 1971, τρεις μήνες μετά τον θάνατό της – το single έφτασε στην κορυφή των πωλήσεων στις ΗΠΑ και 50 χρόνια αργότερα, το 2021,
απέκτησε επετειακό video clip. O Kris Kristofferson έλεγε στην ίδια συνέντευξη ότι
όταν άκουσε την ερμηνεία της Janis δε μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του,
και από τότε όταν τραγουδούσε το Me and Bobby McGee σκεφτόταν πάντα εκείνη.
Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)
Πώς πάνε τα πράγματα για τους από κάτω, δηλαδή για εμάς; Για όλους εμάς που ζούμε από τη
δουλειά μας, δηλαδή πουλώντας την εργατική μας δύναμη, είτε χειρωνακτική είτε
πνευματική είναι αυτή, στην αγορά εργασίας; Όχι καλά, λέει η Yolaστο Diamond Studded Shoes και έχει δίκιο γιατί όλη αυτή η δήθεν θετική αλλά στην
πραγματικότητα τοξική σκέψη – ξέρετε τώρα, όλα θα πάνε καλά, μην αγχώνεστε, μη
μιζεριάζετε κ.λπ. – σημαίνει μη διαμαρτύρεστε και μην αντιστέκεστε.
Γυναικείες αφηγήσεις, φεμινιστικές κριτικές και διαφυλετικές συνεργασίες στον σύγχρονο ήχο της alternative country / americana σκηνής – ή, αλλιώς, για να τελειώνουμε με τον μύθο περί συντηρητικής μουσικής από και για λευκούς άνδρες
Γείωση στην καθημερινότητα, στις λύπες αλλά και τις χαρές των κοινωνικά περιθωριοποιημένων και των οικονομικά αδύναμων, αμεσότητα αλλά και
μουσική δεξιοτεχνία, γλυκιά, ακαταμάχητη μελαγχολία αλλά και αφηγηματική δύναμη
– τέτοιες είναι οι αρετές της country
μουσικής που η ιστορία της συνομιλεί και επικαλύπτεται με τα blues, τη folk, το rock, αλλά και με παραδοσιακές μουσικές όπως το bluegrass.
Επειδή, ωστόσο, ο όρος country είναι υπέρμετρα γενικός και αόριστος, είναι νομίζω καλύτερα να μιλήσουμε για αντιθέσεις, όπως είναι, από τη μια πλευρά, η τάση της μουσικής βιομηχανίας προς τη μαζική
παραγωγή συμβατικών τραγουδιών με εμπορική κατεύθυνση και κοινωνικά και
πολιτικά αδιάφορο ή ανοιχτά συντηρητικό περιεχόμενο, και, από την άλλη, η
αμφισβήτησή της: η ανάδειξη εναλλακτικών ήχων από μουσικούς με διακριτό χαρακτήρα και ταυτότητα, αυτονομία και καλλιτεχνικό έλεγχο πάνω στη δουλειά τους, αλλά και θέσεις ενάντια στην εργασιακή εκμετάλλευση
και τον ρατσισμό, υπέρ του φεμινισμού και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
Σε αυτήν τη μουσική στρεφόμαστε, σε αυτούς τους σύγχρονους πολιτισμικούς πολέμους, όπως γράφει το περιοδικό The Νew Yorkerαναφερόμενο, μεταξύ άλλων, στην Amanda Shires, τονJason Isbell, τη Margo Price και τον Tyler Childers, σύγχρονα πρόσωπα
ενός ρεύματος πολύμορφηςμουσικής και πολιτικής αμφισβήτησης που έχει ρίζες στη folk και το rock της δεκαετίας του 60, όπως και στην outlaw country της δεκαετίας του
70, και που σήμερα ονομάζεται alternative
country ή και americana.
Είναι, βλέπετε, μια μουσική που θα ήθελε να ζήσει ελεύθερη, όπως πετάνε τα πουλιά, χωρίς έγνοιες και χωρίς βάρη, όπως δηλαδή θα θέλαμε να
ζήσουμε κι εμείς.
Σαν να ξέρουμε πώς
είναι να πετάς ελεύθερα.
Και σαν να μην
ξέρουμε πώς είναι να πέφτεις και πώς είναι να κλαις.
Φωτεινές καρδιές και κοφτερές λέξεις: ιστορίες για την αγάπη και την απώλεια, και η ανάδειξη του φεμινισμού και του αντιρατσισμού στη σύγχρονη alternative country μέσα από νέες, και όχι μόνο, κυκλοφορίες της Amanda Shires, του Jason Isbell, της Margo Price και του Tyler Childers.
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες
με τα «καλύτερα» τραγούδια, albums κ.λπ. της χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια
και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία ουδέποτε έχει εφαρμόσει στρατηγική
προώθησης προϊόντων με μανδύα άρθρου γνώμης. Όλη η μουσική άλλωστε μπορεί και
πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε συναίσθημα που μας προκαλεί
να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2024. Είναι απλά μέρος της μουσικής που μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα
των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε να μοιραστούμε – και
στις δύο περιπτώσεις, όμως, είναι μουσική που φαίνεται ότι θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Άρα, 19 + 1 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών για το μέλλον σε χρονολογική και
όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα σε ωκεανούς
άχρηστων πληροφοριών, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Hurray for the Riff Raff
The Past Is Still Alive (23
Φεβρουαρίου)
«Αρχίζω να νιώθω μοναξιά
εδώ / όλοι έχουν φύγει αλλά εγώ είμαι ακόμα εδώ / δε θα σε εγκαταλείψω όταν οι
καιροί αγριέψουν / πες στον μπάρμαν ότι ήπιες αρκετά»: η τρυφερότητα συναντάει το κουράγιο και η αντοχή τη δημιουργικότητα στο ένατο, ίσως σπουδαιότερο και σίγουρα φορτισμένο album της Alynda Segarra. Μπορεί να ζούμε σε έναν κόσμο που μας χαμογελάει με σάπια δόντια, αλλά η σύγχρονη folk / americana σκηνή δε σκοπεύει να μας εγκατελείψει στο έλεος του.
2. GaryClarkJr. JPEGRaw (22 Μαρτίου)
Άμεσο στην απεύθυνσή του αλλά και σύνθετο στη μουσική του αρχιτεκτονική, το πολυπρισματικό νέο album ενός από τους επιφανείς κιθαρίστες της εποχής μας ξεπερνάει τα όρια μεταξύ μουσικών ειδών περισσότερο από κάθε άλλη φορά –ιδιαίτερα προς τo funk και τη soul, με τη χαρακτηριστική παρουσία εκλεκτών καλεσμένων όπως ο George Clinton και ο Stevie Wonder. Εδώ θα συναντήσουμε τη δεκάλεπτη αποδόμηση της τοξικής αρρενωπότητας μέσω του Habits, ενός από τα σημαντικότερα τραγούδια της μουσικής πορείας του Gary Clark Jr.
3. Mdou Moctar Funeral for Justice (3 Μαΐου)
Δεν είναι τυχαίο ότι η μουσική δεξιοτεχνία του Mdou Moctar εκθειάζεται από έναν κιθαρίστα όπως ο Kirk Hammet σε ένα μέσο όπως οι New York Times. Πιο σημαντική, ωστόσο, είναι η αναγνώριση ότι αυτά τα blues της ερήμου Σαχάρα έχουν κατεξοχήν αντιαποικιακό πρόταγμα και εστιάζουν την κριτική τους στις σύγχρονες μορφές εκμετάλλευσης της Αφρικής. Και είναι τέτοιος ο ήχος της
κιθάρας του Mdou Moctar ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι έχουμε ευτυχώς τελειώσει με τη world μουσική ως χαλαρωτική ενασχόληση δυτικών αυτιών.
4. 0-100 σειρένε
/ ήρωας Ζωή σε ευθείες
γραμμές (10 Μαΐου)
«Οι φίλες μου είναι πολύ δυνατές γιατί δεν
είναι ευνοϊκές οι συνθήκες / αλλά παραμένουν το φως που κρατάω αναμμένο για να
μη φοβάμαι τις νύχτες»: κανένα είδος μουσικής δεν είναι τόσο καίριο σήμερα στο ελληνικό κοινωνικό πλαίσιοόσο το hip hop και η
νέα γενιά μουσικών που το φτιάχνει από τα κάτω χωρίς
υποστήριξη και προώθηση είτε από
mainstream είτε από εναλλακτικά με ή χωρίς εισαγωγικά μέσα. Και ίσως για αυτό ακούγεται τόσο ουσιαστικός ο άμεσος, βιωματικός και πολιτικοποιημένος λόγος της 0-100 σειρένε, εδώ μαζί με τα beats του ήρωα.
Η διαφορά ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι ονομάζεται Ani DiFranco: από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα,η μουσική της είναι o ουσιαστικός ορισμός του εναλλακτικού ήχου και της ανεξάρτητης καλλιτεχνικής δημιουργίας. 35 χρόνια και 22 albums αργότερα, επιστρέφει με στοχαστική αμεσότητα απέναντι σε έναν κόσμο που εχθρεύεται κάθε μέρα και περισσότερο τους από κάτω και τα δικαιώματά τους: «η συνεργασία υπερισχύει του ανταγωνισμού / κι αν ήμουν η κοπέλα του Δαρβίνου / θα του το ψιθύριζα στο αυτί». Και στο δικό μας αυτί η μουσική της φτάνει ωμή αλλά και τρυφερή, θλιμμένη αλλά και ενδυναμωτική, ανεκτίμητη και ελπιδοφόρα όπως η ίδια η ζωή.
6. Los Angeles Philharmonic, Gustavo Dudamel, María Dueñas, Los Angeles Master Chorale Gabriela Ortiz, Revolución Diamantina (7 Ιουνίου)
Τρία κομβικά συμφωνικά έργα της Gabriela Ortiz από μία από τις καλύτερες ορχήστρες στον κόσμο σε ένα album με πολλαπλές υποψηφιότητες στα βραβεία Grammy του 2025. Είτε με είτε χωρίς βραβεία, ωστόσο, εδώ θριαμβεύει η σύγχρονη, κοινωνικά ενσυνείδητη και συμπεριληπτική κλασσική μουσική: το έργο Revolución Diamantina αναφέρεται στη διαμαρτυρία του φεμινιστικού κινήματος ενάντια στις γυναικοκτονίες στο Μεξικό το 2019, και οδήγησε τη συνθέτρια να πειραματιστεί με την ένταση της μουσικής και τη χρήση της χορωδίας ως ηχητικά αντίστοιχα της πορείας διαμαρτυρίας στον δρόμο.
7. Julie Christmas Ridiculous And Full Of Blood (14 Ιουνίου)
14 χρόνια μετά το πρώτο προσωπικό της album και 8 μετά τη συμμετοχή της στο αριστουργηματικό Mariner, ηJulie Christmasεπιστρέφειμε περισσότερη δύναμη και μεγαλύτερη ένταση από ποτέ και συνοδοιπόρους, μεταξύ άλλων, τον Johannes Persson και τον Thomas Hedlund των Cult of Luna και τη Laura Pleasants των Kylesa. Αυτό θα ήταν το album της χρονιάς, της δεκαετίας, κ.λπ. αν το χαμόγελο του εμπορίου είχε ισχύ πάνω σε αυτήν την πρωτοπόρο του alternative / hardcore / post-metal ήχου –ηJulie Christmas, όμως, ανήκει στο είδος των μουσικών που αλλάζουν τον τρόπο που ακούμε, καταλαβαίνουμε και μιλάμε για τη μουσική συνολικά.
8. Sarah Hanahan Among Giants (21 Ιουνίου)
Αξέχαστη είναι μάλλον το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς για τη θυελλώδη δεξιοτεχνία, αλλά και για την εντυπωσιακή μελωδικότητα, της Sarah Hanahan, την οποία γνωρίσαμε μέσα από το A New Beat, το συνεργατικό album του Ulysses Owens Jr και των Generation Y – η χημεία, το πάθος και η ένταση αυτών των μουσικών κάθε άλλο παρά συνηθισμένα είναι, λέγαμε την άνοιξη στην χώρα των θαυμάτων. Δεν υπάρχει τίποτα συνηθισμένο ούτε στο προσωπικό της album που ακολούθησε και δεν είναι μυστικό ότι ο αναγνωρίσιμος τόνος του σαξοφώνου της θα μας απαχολήσει και στο μέλλον, όπως και το σύγχρονο βλέμμα της πάνω στην ριζοσπαστική παράδοση της jazz. We bop, κυριολεκτικά.
Είναι σχεδόν απίστευτο ότι αυτή είναι μόλις η πρώτη ηχογράφηση της
Joana Mallwitz με την Konzerthausorchester Berlin, τη διεύθυνση της οποίας ανέλαβε πέρσι – συνήθως χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος για να δημιουργηθεί τέτοια χημεία μεταξύ ορχήστρας και μαέστρου. Από την άλλη μεριά βέβαια, αρκεί κανείς να δει το πάθος με το οποίο μιλάει η Joana Mallwitz για τη σημασία του συμφωνικού έργου του Weill, όπως και για τον ανθρωπισμό του και τη δίωξή του από τον ναζισμό, για να αναγνωρίσει το ίδιο πάθος σε κάθε νότα με την οποία ανταποκρίνεται η ορχήστρα.
«Η μουσική, για μένα, είναι η φιλία / η αγάπη, τα παιδιά, ο ωκεανός, η ζωή»: ο βραζιλιάνος jazz θρύλος Milton Nascimento και η σπουδαιότερη σύγχρονη jazz μπασίστρια esperanza spalding δεν συνεργάζονται με τη συμβατική έννοια του όρου αλλά αλληλοσυμπληρώνονται με τη φυσικότητα των συγγενών μουσικών πνευμάτων. Συνυπάρχουν και συνδημιουργούν ατμοσφαιρικά ηχητικά περιβάλλοντα, από ολιγόλεπτους διαλόγους για την τέχνη και τη ζωή μέχρι τον εννιάλεπτο φόρο τιμής στον κοινό τους φίλο Wayne Shorter, συνδυάζοντας την τεχνική αρτιότητα με μια σπάνια ζεστασιά που γίνεται συγκινητική χωρίς καν να προσπαθεί.
11. Dark Τranquillity Endtime Signals (18 Αυγούστου)
Τριάντα χρόνια μουσικής καινοτομίας και αξιοπιστίας είναι απίστευτα πολλά, όχι όμως για τους Dark Tranquillity: oι πρωτοπόροι της ιστορικής σκηνής του Gothenburg όχι απλά δεν επαναπαύτηκαν ποτέ στις δάφνες τους αλλά διανύουν μια τουλάχιστον δεκαετή μουσική άνοιξη με αποκορύφωμα – μέχρι στιγμής – το φετινό Endtime Signals. Το αναγνωρίσιμο melodic death metal του συγκροτήματος συνεχίζει να εξελίσσεται σε ηχητικά τοπία υψηλής συγκινησιακής φόρτισης, με καταλύτη τα εμβληματικά growls και τα βαρύτονα καθαρά φωνητικά του πολυπράγμωνα (The Halo Effect, Cemetery Skyline) Mikael Stanne.
12. Charlotte Wessels The Obsession (20 Σεπτεμβρίου)
Η επιστροφή της Charlotte Wessels δεν είναι μόνο θριαμβευτική, αλλά και κυριολεκτικά συγκινητική. Το πρωτότυπο πνεύμα και το αναγνωρίσιμο ύφος των προσωπικών της κυκλοφοριών επαναπροδιορίζει τον συμφωνικό metal ήχο, δημιουργώντας το κορυφαίο album της σκηνής εδώ και χρόνια, με την έμπρακτη στήριξη των φίλων της: της Simone Simons των Epica, της Alissa White-Gluz των Arch Enemy, και των μουσικών που είχαν αποχωρήσει μαζί της από τους Delain. H απόλυτη δικαίωση μιας σπουδαίας (όχι μόνο) τραγουδίστριας (αλλά και) συνθέτριας, στιχουργού και ανεξάρτητης παραγωγού.
13. Godspeed You! Black Emperor NO TITLE AS OF 13
FEBRUARY 2024 28,340 DEAD (4 Οκτωβρίου)
«Κάθε μέρα ένα νέο έγκλημα πολέμου, κάθε μέρα ένα λουλούδι ανθίζει»: η επιστροφή ενός λατρεμένου συγκροτήματος με ένα πολιτικά άμεσο και μουσικά αναντικατάστατο album, o τίτλος του οποίου αναφέρεται στον αριθμό των νεκρών τους πρώτους τέσσερις μήνες της γενοκτονίας των Παλαιστινίων. Ο ήχος των Godspeed You! Black Emperor είναι αντίστοιχα επιτακτικός και οι συνθέσεις εστιασμένες, θυμίζοντας κορυφαία κομμάτια της δισκογραφίας τους όπως το Peasantry or ‘Light! Inside of Light!’. Και αυτός είναι ο λόγος που εδώ δεν έχουμε ένα soundtrack των ζοφερών καιρών που ζούμε, αλλά το μουσικό ισοδύναμο της ελπίδας και του κουράγιου που χρειαζόμαστε για να τους αντιμετωπίσουμε.
Aν θεωρούσαμε το EP και τα singles που προηγήθηκαν σαν μια σειρά υποσχέσεων, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι το πρώτο album των Frenzee τις εκπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο: άρτια δομημένες συνθέσεις, ισοπεδωτικός hardcore punk ήχος και ξεκάθαρες αντιφασιστικές και αντισεξιστικές θέσεις. Και φυσικά εδώ δεν υπάρχει καμία λοξή ματιά προς κανένα ευρύτερο ακροατήριο «εναλλακτικού» lifestyle. Υπάρχει μόνο ένα παρόν που φαντάζει ιδανικό, αλλά και ένα μέλλον για το οποίο μόνο προσμονή μπορεί να νιώθει κανείς – ή τουλάχιστον that’s what’s wrong with me.
15. Amythyst Kiah Still + Bright (25 Οκτωβρίου)
Τόσο μέσα από τις
προσωπικές της κυκλοφορίες, όσο και μέσω της συνεργασίας της με την Alison Russell, τη Rhiannon Giddens και τη Leyla
McCalla στο σχήμα Our Native
Daughters, η Amythyst Kiah έχει συμβάλλει στον επαναπροσδιορισμό και τη σύνθεση της folk, των blues και της country. Η υπέρβαση των μεταξύ τους διαχωρισμών έχει πολιτικές σημασιοδοτήσεις, όπως άλλωστε έχει και η αντανάκλαση της πάνω στις προσωπικές και κοινωνικές δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει ως μαύρη ΛΟΑΤΚΙ+ θηλυκότητα. Και υπό αυτό το διττό πρίσμα, το Still +
Bright είναι μια από τις
σημαντικότερες στιγμές μιας από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης folk / americana σκηνής.
16. 1000mods Cheat Death (8 Νοεμβρίου)
Αργά ή γρήγορα τα περισσότερα συγκροτήματα βρίσκονται ενώπιον του ίδιου στοιχήματος, να εξελίσσουν τον ήχο τους χωρίς να χάνουν την ταυτότητα τους. Λίγα ωστόσο το κάνουν να φαίνεται τόσο εύκολο όσο οι 1000mods στο πέμπτο τους album: αφθονία φρέσκων ιδεών που οργανώνονται με αυτοσχεδιαστική δεξιοτεχνία, desert και alternative rock παλέτες με metal και punk εξάρσεις, φόροι τιμής στις επιρροές του παρελθόντος και μουσικά βλέμματα σε ένα συναρπαστικά αχαρτογράφητο μέλλον. Και από όλες αυτές τις απόψεις, το Cheat Death είναι το είδος του album που η σημασία του υπερβαίνει κατά πολύ τo μουσικό πλαίσιο του έτους κυκλοφορίας του.
17. SoftSun Daylight in the Dark (8 Νοεμβρίου)
Η ακαταμάχητη
συλλογική κουλτούρα της σκηνής της Palm Desert εκτείνεται, στην προκειμένη περίπτωση, από την Καλιφόρνια μέχρι τη Νορβηγία: o κιθαρίστας Gary Arce των Yawning Man, αλλά και πολλών συνεργατικών σχημάτων όπως οι Big Scenic Nowhere και οι Yawning Balch, συναντάει την μπασίστρια καιτραγουδίστρια Pia Isaksen
των Superlynx, η οποία έχει αναλάβει και το artwork, ενώ ο ντράμερ Dan Joeright, στο στούντιο του οποίου έγινε η ηχογράφηση, είναι και μηχανικός ήχου. Με άλλα λόγια, μια μοναδική και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική μουσική χειροτεχνία που υλοποιείται υπό τους όρους της καλλιτεχνικής αυτονομίας που χαρακτηρίζουν τη σκηνή.
«Λένε πως στη
χώρα μου έχει θάλασσα / προσέχω να βουτάω όπου τα πόδια μου πατώνουνε / γιατί μεσ’ τον βυθό έχει πτώματα που με
στοιχειώνουνε»: και μόνο για έναν τέτοιο στίχο στην μετά το ναυάγιο της Πύλου εποχή θα άξιζε να αναφερθεί αυτό το album. Ταυτόχρονα όμως, όπως λέει ο ίδιος ο ΛΕΞ, «η νίκη του ενός ποτέ δε θα ’ναι αρκετή». Και αυτή η επίγνωση φαίνεται να είναι επίσης σημαντική ως δυνητική αυτοπροστασία κάθε μουσικού, κάθε σκηνής και κάθε κοινού που έρχεται από τα κάτω και ενίοτε γίνεται αντικείμενο mainstream ενδιαφέροντος.
Αυτό το EP είναι η πρώτη κυκλοφορία νέου υλικού των Pelican μετά από 5 χρόνια, και, ταυτόχρονα, η πρώτη νέα ηχογράφηση της κλασσικής τους σύνθεσης που επανενώθηκε μετά από 12 χρόνια: Bryan Herweg στο μπάσο, Larry Herweg στα ντραμς και Laurent Schroeder-Lebec και Trevor
Shelley de Brauw στις κιθάρες. Ο πρωτοπόρος post-metal ήχος των Pelican είναι θεμέλιο της σύγχρονης σκηνής, όπως και το αντιεμπορευματικό τους ήθος – με άλλα λόγια, τα πρώτα δεύτερόλεπτα του Sirius που ακούγονται στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα σήμα εκπομπής.