18 June 2026

Το φως μετά το σκοτάδι

 

Eίναι αυτό που δε θα γίνουμε ποτέ: βολικά παθητικοί και αναισθητοποιημένοι απέναντι στη φρίκη της γενοκτονίας που συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει στην Παλαιστίνη

Και είναι αυτό που κάνουμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε: να επιμένουμε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μοίρα της Παλαιστίνης.

Και είναι αυτή η μοίρα που θα γεννηθεί μέσα από τα ερείπια όπως οι ρίζες που σπάνε τις πέτρες: ο Roger Waters και η Mona Miari αναδημιουργούν, ως από κοινού συνθέτες, στιχουργοί και παραγωγοί, ένα από τα διασημότερα τραγούδια των Pink Floyd ως αφήγηση του πόνου και του θανάτου, αλλά και του κουράγιου και της ελπίδας.

Και είναι αυτή η κοινότητα που ταυτόχρονα συνιστά αυτοτελή αφήγηση: όχι μια δυτικοκεντρική αναπαράσταση αλλά μια διαλογική, διαπολιτισμική και δίγλωσση έκφραση αλληλεγγύης, η οποία αναφέρεται από τον βίαιο εκτοπισμό των Παλαιστινίων το 1948 και το δικαίωμα της επιστροφής τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, μέχρι τη δολοφονία της εξάχρονης Hind Rajab από τον ισραηλινό στρατό το 2024.

Και κάθε ανθρώπινη ζωή ήταν ιερή, καθενός / وكانت وقتها كل حياةٍ مقدَّسة 

Κάθε κόρης, κάθε γιου / كلُّ ابنةٍ وكلُّ ابن

Με ίσο ανθρώπινο δικαίωμα για όλους / بحقٍّ إنسانيٍّ متساوٍ للجميع


15 June 2026

Έλεγαν πως είναι διαφορετική

 

Αν τα blues είναι διαχρονικές ρίζες του σύγχρονου ήχου, τα μουσικά τους άνθη είναι ιδιαίτερα μεγάλου εύρους –  ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το They Say I’m Different, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε η funk πρωτοπόρος Betty Davis το 1974.

Muddy Waters, Howlin’ Wolf, Bessie Smith, Big Mama Thornton, T-Bone Walker, John Lee Hooker, Lightnin’ Hopkins: αυτά είναι μόνο μερικά από τα ονόματα των θρυλικών μουσικών που αναφέρει η Betty Davis στους στίχους αυτού του κομματιού, ανακεφαλαιώνοντας την ιστορία των blues και συνδέοντας μαζί της τον ρυθμό του funk.

Καθόλου παράξενα, το κουαρτέτο PUBLIQuartet επέλεξε να ερμηνεύσει το They Say I’m Different στο album του What Is American το 2022 – μια ριζοσπαστική κυκλοφορία σύγχρονης κλασικής που αναδεικνύει τη μουσική της αφροαμερικανικής κοινότητας ως βάση της πολιτισμικής ταυτότητας των Ηνωμένων Πολιτειών.




Η αιώνια άνοιξη της μουσικής των από κάτω: το ταξίδι των blues τραγουδιών από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από τoν Muddy Waters στον Rory Gallagher, από την Geeshie Wiley στην Rhiannon Giddens, και από τον Ηowlin Wolf μέχρι τους Soundgarden αλλά και το κουαρτέτο κλασικής μουσικής PUBLIQuartet (εικόνα: Luba Lukova)

8 June 2026

Πέρα από τον φόβο

 

Όχι, αυτό δεν είναι ένα εύπεπτο προϊόν που το μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας προωθεί ως «world music» σε δυτικά αυτιά που αρέσκονται στον εξωτισμό. H κολεκτίβα των Tinariwen παίζει tishoumaren, δηλαδή το πολιτικοποιημένο, ευθέως αντιαποικιακό είδος που συνδυάζει στοιχεία των blues αλλά και του rock με την παραδοσιακή μουσική των λαών της ερήμου Σαχάρα. Με άλλα λόγια, οι Tinariwen είναι μεταξύ των επιφανών εκπροσώπων μιας υβριδικής μουσικής χωρίς σύνορα που αποτελείται από τραγούδια αγώνα και αντίστασης – καθόλου συμπτωματικά και πολύ εύστοχα, ο τίτλος του album Amatssou που κυκλοφόρησαν το 2023 σημαίνει πέρα από τον φόβο.



Για κάθε αγάπη που αντέχει μέχρι ο ήλιος να γίνει στάχτη: νέες κυκλοφορίες από τη σύγχρονη κλασσική των Balmorhea στο post-metal των Pelican, από τον blues ήχο των Gov’t Mule στα desert blues των Tinariwen, και από το alternative rock των The Last Internationale στην alternative country του Tyler Childers και του Jason Isbell (Φωτογραφία: Michael Chow)

31 May 2026

Όλοι θέλουν να μάθουν γιατί

 

Το Why I Sing the Blues του B.B. Κing, ζωντανή ηχογράφηση από το album Live and Well του 1969, είναι μια κοφτερή ανατομία των φυλετικών διακρίσεων που διαπερνούν το συνολικό βίωμα της αφροαμερικανικής κοινότητας – από την ιστορία της δουλείας και του ρατσισμού, στον σύγχρονο κοινωνικό αποκλεισμό, τη φτώχια και την εργασιακή εκμετάλλευση. Ως τραγούδι πολιτικής διαμαρτυρίας, είναι παραδειγματικό της ικανότητας των blues να σηματοδοτούν την ενδυνάμωση και να αποφεύγουν τη θυματοποίηση,  με όχημα τα εκφραστικά φωνητικά και την εκρηκτική κιθάρα του B.B. Κing, αλλά και τη ρυθμική ένταση της μουσικής του, η οποία εδώ ενσωματώνει στοιχεία από τη soul και το funk ενοποιώντας την αφροαμερικανική μουσική κουλτούρα.

Είναι αυτό το σημαντικότερο κομμάτι του B.B. Κing; Όπως επισημαίνει ο βιογράφος του και βραβευμένος δημοσιογράφος Daniel De Vise στο podcast I’m In Love With That Song, ο θρυλικός αυτός μουσικός υποστήριζε έμπρακτα το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, χωρίς ωστόσο να έχει μέχρι τότε τοποθετηθεί δημόσια. Το Why I Sing the Blues ήταν η πρώτη ανοιχτά πολιτική του δήλωση, και τον επόμενο χρόνο της κυκλοφορίας του ερμηνεύτηκε από τη σημαντικότερη soul τραγουδίστρια που ήταν και ενεργό μέλος του Κινήματος, την Aretha Franklin, σε ένα από τα πλέον πολιτικοποιημένα albums της, το Spirit in the Dark.




Επειδή στηρίζoυμε ο ένας την άλλη και η μουσική όλους μας: blues και κοινωνικά κινήματα ενάντια στον ρατσισμό και την αστυνομική βία, από τον Β.Β. King και τον J.B. Lenoir στην Aretha Franklin και τη Mavis Staples, και από τον John Lee Hooker στους MC5 και τους The Last Drive.

25 May 2026

Ακόμα κι όταν υπάρχει σκοτάδι γύρω μας

 

Υπάρχει μουσική που δεν προτίθεται να συμβιβαστεί, να γίνει προβλέψιμα εναλλακτική, να χρησιμοποιήσει διδακτισμούς και ευχολόγια, ή να περιορίσει τον θυμό της και τη θλίψη της – ο θυμός και η θλίψη, άλλωστε, είναι γονείς κάθε ελπίδας. Ως ένα από τα σημαντικότερα και πολιτικά ενσυνείδητα συγκροτήματα της post-metal σκηνής, οι Allochiria δημιουργούν μουσική που αντανακλά πάνω στις δυστοπικές συνθήκες της εποχής μας. Στο album Commotion που κυκλοφόρησαν το 2023 προκρίνουν μεγάλη ένταση αλλά και εκφραστική αμεσότητα, με αιχμή  τη χαρακτηριστική δύναμη που έχουν τα  φωνητικά της Ειρήνης. Όπως λέει το συγκρότημα σε συνέντευξή του στο Rocking, σε αυτό το album «υπάρχει και η υπόνοια της ελπίδας και της νίκης, η οποία όμως δεν έρχεται χωρίς θυσίες ή κόπο. Σε ανθρώπινο επίπεδο, είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να βλέπεις φως ακόμα και όταν υπάρχει σκοτάδι γύρω σου, σου δίνει δύναμη να συνεχίζεις».



«Χρειάζονται τουλάχιστον δύο άνθρωποι, ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει»: πρωτοποριακές και πολιτικοποιημένες post-rock και post-metal κυκλοφορίες, πάντα και μόνο για ανοιχτές καρδιές – και ξέρετε τι παθαίνουν οι καρδιές όταν είναι ανοιχτές

18 May 2026

Τώρα η καρδιά μου είναι ελεύθερη

 

Η πολυπρισματική σύγχρονη jazz  fusion του Kamasi Washington συναντάει το hip hop στο κομμάτι Asha The First, από το Fearless Movement, το πέμπτο και ίσως καλύτερό του album. Συνοδοιπόροι του εδώ είναι οι δίδυμοι rappers Taj και Ras Austin των Coast Contra και ο μπασίστας, τραγουδιστής και παραγωγός Stephen ThundercatBruner, η μουσική πορεία του οποίου εκτείνεται από το crossover thrash των Suicidal Tendencies ως τη soul της Erikah Badu και το hip hop του Kendrick Lamar.

Παράλληλα, το Asha The First είναι σημείο συνάντησης της μουσικής καινοτομίας με το γέλιο ενός παιδιού: το κεντρικό μουσικό θέμα προέρχεται από μια μελωδία που έπαιζε στο πιάνο η Αsha, η τετράχρονη κόρη του Kamasi Washington, η οποία διακρίνεται να τρέχει γελώντας στο εξώφυλλο του album. Η αντίθεση με τη στατική εικόνα του πατέρα της, που θυμίζει σαμάνο όπως στα εξώφυλλα των προηγούμενων albums του, είναι συμβολική των αλλαγών που έχει φέρει στη ζωή του η Asha. Όπως λέει ο ίδιος στους The New York Times, «το οπτικό αποτέλεσμα αποδίδει τέλεια την ενέργειά της».

Το Asha The First είναι ένα προσωπικό κομμάτι για τον Kamasi Washington και, ταυτόχρονα, οι στίχοι του έχουν κοινωνικά ενσυνείδητο χαρακτήρα, μεταξύ άλλων για τη γονεϊκότητα. Με άλλα λόγια, το προσωπικό είναι πάντα πολιτικό, και εδώ αφορά και τη δημιουργία μουσικής πέρα από στερεότυπα, με τη βοήθεια της Asha. Όπως εξηγεί ο Kamasi Washington στο Paste, «όλα όσα κάνουν [τα παιδιά] είναι νέα, κάθε εμπειρία είναι μια νέα εμπειρία. Και καθώς μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε […] τι είναι ασφαλές. Αλλά αυτή η παιδική μουσική ενέργεια είναι ισχυρή, αυτή η ελευθερία που αποπνέουν τα παιδιά. Από αυτήν την άποψη μαθαίνω από εκείνη. Δεν φοβάται να πει οτιδήποτε. Θα δοκιμάσει οτιδήποτε, οπότε θα παίξει οτιδήποτε στο πιάνο. Τίποτα δεν είναι λάθος για εκείνη. Είναι απλά διαφορετικές εκδοχές του σωστού»



Από τις εκπληκτικές πρώτες κυκλοφορίες της Amy Gadiaga, της Sarah Hanahan και της Nicky Kokkoli στον θεμελιώδη σύγχρονο ήχο του Kamasi Washington, της Lakecia Benjamin και του Immanuel Wilkins, και από την συνεργασία της Esperanza Spalding με τον latin jazz θρύλο Milton Nascimento στην σύμπραξη του Wynton Marsalis με την Jazz At Lincoln Center Orchestra – μαζί, jazz και πολιτική από το παρελθόν στο παρόν, από τη μία άκρη του Ατλαντικού στην άλλη, από τη ρατσιστική βία στις γυναικοκτονίες (φωτογραφία: Elizabeth Leitzell)



8 May 2026

Ενάντια στα δικά τους προνόμια

Τόσο ο Jason Isbell όσο και ο Tyler Childers έχουν εκφράσει αντιρατσιστικές θέσεις στο πλαίσιο της σύγχρονης alternative country / americana σκηνής, εστιάζοντας την κριτική τους στο λευκό προνόμιο: την πλεονεκτική θέση που βρίσκονται οι λευκοί, η οποία προσδιορίζεται δομικά και ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύει καθένας πολιτικά. Είμαι ένας λευκός που ζει σε έναν κόσμο λευκών, τραγουδάει ο Jason Isbellαναφερόμενος στην ιστορία της εξόντωσης των ιθαγενών, στο παρελθόν της δουλείας αλλά και στο παρόν του ρατσισμού, στο White Man’s World – ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια των Jason Isbell and the 400 Unit, από το album The Nashville Sound  που κυκλοφόρησε το 2017.




Το Long Violent History, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε το 2020 ο Tyler Childers, είναι ένα κομμάτι πολιτικής διαμαρτυρίας ενάντια στις δολοφονίες αφροαμερικανών και αφροαμερικανίδων από την αστυνομία, και, ταυτόχρονα, ένα κάλεσμα αλληλεγγύης με το κίνημα Black Lives Matter. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πολιτική πράξη απεύθυνσης στις εργατικές κοινότητες από τις οποίες προέρχεται ο Tyler Childers, με την παρότρυνση να αναγνωρίσουν το λευκό τους προνόμιο, να αναλογιστούν τι θα έκαναν αν είχαν στοχοποιηθεί από την αστυνομία και να υποστηρίξουν την ήδη στοχοποιημένη αφροαμερικανική κοινότητα.



Φωτεινές καρδιές και κοφτερές λέξεις: ιστορίες για την αγάπη και την απώλεια, και η ανάδειξη του φεμινισμού και του αντιρατσισμού στη σύγχρονη alternative country μέσα από νέες, και όχι μόνο, κυκλοφορίες της Amanda Shires, του Jason Isbell, της Margo Price και του Tyler Childers.

30 April 2026

Μακριά από τη σκιά των συζύγων τους

 

Η Christina Pluhar και το μουσικό της σύνολο LArpeggiata αναδεικνύουν το έργο των συνθετριών του 17ου αιώνα στο album Wonder Women, εξερευνώντας, παράλληλα, τα εμπόδια στον δρόμο των γυναικών καλλιτεχνών, «πολλά από τα οποία δεν περιορίζονται στον 17ο αιώνα αλλά ισχύουν και σήμερα», όπως λέει η ίδια σε συνέντευξή της στο Gramophone. To album περιλαμβάνει επίσης παραδοσιακά τραγούδια, όπως το μεξικάνικο La Bruja που ερμηνεύει η Luciana Mancini. Ο τίτλος του κυριολεκτικά σημαίνει μάγισσα, αλλά το κομμάτι δεν έχει σχέση με μαγικές δυνάμεις: όπως εξηγεί η Christina Pluhar στο Presto Music, με αυτή τη λέξη αποκαλούσαν οι άνδρες της προηγούμενης γενιάς στο Μεξικό τις γυναίκες που δεν συμμορφώνονταν με τους παραδοσιακούς κοινωνικούς ρόλους, εκείνες που «προσπαθούσαν να είναι ελεύθερες και ανεξάρτητες και δεν ήθελαν να βρίσκονται στη σκιά των συζύγων τους».  



Από το φεμινιστικό punk των Frenzee στην εναλλακτική country της Gillan Welch, και από τη μάχη της Taylor Swift με τη μουσική βιομηχανία στην 40η επέτειο του Βorn In The USA του Bruce Springsteen – επειδή στο ραδιόφωνο που αγαπάμε οι «νέες» κυκλοφορίες είναι παλιές, οι «παλιές» νέες, και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή.

22 April 2026

Aυτό δεν είναι μέρος για μένα

 

Tα blues είναι βασική πολιτισμική αναφορά στη δημόσια συζήτηση της Toni Morrison με τον Cornel West, η οποία διοργανώθηκε από το περιοδικό The Nation το 1993. Στο πλαίσιο της σύνδεσης μουσικής και πολιτικής, ο Cornel West χρησιμοποίησε τον όρο blues sensibilityπροσδιορίζοντας μια αντίληψη του κοινωνικού περιβάλλοντος που αναγνωρίζει με παρρησία τις οδυνηρές του αντιξοότητες, αλλά και έναν φορέα της πνευματικής ισχύος και αντοχής που χρειάζεται η αντιμετώπιση αυτών των αντιξοοτήτων, όπως δείχνει η ιστορία της αντίστασης της αφροαμερικανικής κοινότητας στις ρατσιστικές διακρίσεις. Η βραβευμένη με Νόμπελ συγγραφέας ανταποκρίθηκε σε αυτήν την αντίληψη με μια από τις πιο οξυδερκείς παρατηρήσεις που έχουν γίνει για τα blues. 

Σε αυτά τα τραγούδια, υποστήριξε η Toni Morrison, υπάρχει απώλεια και οδύνη, αλλά κατά ένα μέρος μόνο. Τα blues δεν είναι το ισοδύναμο του κλάματος, και ακόμα κι όταν οι στίχοι μοιάζουν με ικεσία, η μουσική αντιβαίνει κάθε συναίσθημα οριστικής ήττας και θυματοποίησης. Θα μπορούσαμε ίσως να θεωρήσουμε το I Woke Up This Morning του Lightnin Hopkins, από το album Down Home Blues του 1964, ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ξύπνησα σήμερα το πρωί στη φυλακή, λένε οι στίχοι του, και όλοι μου οι φίλοι μού γύρισαν την πλάτη – κύριε δεσμοφύλακα, φέρε μου σε παρακαλώ το κλειδί, αυτό το μέρος δεν είναι για μένα. Δεν έχω να σου φέρω κανένα κλειδί, απαντάει ο δεσμοφύλακας – αυτό το μέρος μπορεί να μην είναι για σένα, αλλά είναι το μέρος που θα μείνεις.

Ωστόσο, αυτή η έκφραση αδιεξόδου, εγκλωβισμού και εγκατάλειψης δεν είναι απόλυτη: την αντιβαίνει η ένταση της μουσικής αυτού του εμβληματικού εκπροσώπου των blues του Τέξας, ο δυναμικός ήχος της κιθάρας του, τραχύς αλλά και δεξιοτεχνικός μαζί, και η χαρακτηριστικά ελεύθερη και αυτοσχεδιαστική του ερμηνεία. Με άλλα λόγια, εδώ το υποκείμενο σηματοδοτείται ως ενεργό ακόμα και τη δυσκολότερή του ώρα – δε μπορεί φυσικά να αλλάξει την κατάσταση που βρίσκεται, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα συναινέσει ή θα σιωπήσει. Το κομμάτι, άλλωστε, κλείνει αντιστρέφοντας τη φράση του δεσμοφύλακα: η φυλακή, επιμένει ο Lightnin’, μπορεί να είναι το μέρος που θα μείνω, αλλά δεν είναι μέρος για μένα.



Η καρδιά της μουσικής που ανθίζει και καίγεται, από το Δέλτα του Μισισιπί και το Σικάγο μέχρι τη σύγχρονη σκηνή (φωτογραφία: Axel Kustner)

15 April 2026

Αντίο, είπε η αλεπού

 

Ένας τρόπος υπάρχει για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας, και αυτός φυσικά είναι η αλεπού. Όταν, στο ομώνυμο βιβλίο του Antoine de Saint-Exupéry, ο Μικρός Πρίγκηπας γνωρίζει την αλεπού, τής ζητάει να παίξουν μαζί γιατί είναι πολύ λυπημένος. Δε μπορώ, απαντάει εκείνη, δεν είμαι εξημερωμένη. Και όταν τη ρωτάει τι θα πει αυτό, η αλεπού απαντάει ότι σημαίνει να δημιουργείς σχέσεις: για μένα, του εξηγεί, δεν είσαι παρά ένα μικρό αγόρι, ίδιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγόρια, και για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αλλά αν με εξημερώσεις, θα γίνεις μοναδικός για μένα στον κόσμο, και εγώ, αντίστοιχα, μοναδική για σένα.

Σε αυτό το σημείο, ο Μικρός Πρίγκηπας θα καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει τόσο σημαντικό το τριαντάφυλλο που έχει στον πλανήτη  του. Τα άλλα τριαντάφυλλα μπορεί να είναι εξίσου όμορφα αλλά δεν έχουν κανένα νόημα γιατί κανένας δεν τα έχει εξημερώσει, ούτε αυτά έχουν εξημερώσει κανέναν. Μπορεί να φαίνονται ίδια με το δικό του τριαντάφυλλο, εκείνο όμως είναι σημαντικό γιατί είναι αυτό που πότισε, αυτό που φρόντισε, αυτό που  προστάτεψε από τον άνεμο.

Αυτό είναι όλο – όποιος κι αν είναι ο πλανήτης μας, όπου κι αν είναι το σπίτι μας, είτε βρισκόμαστε σε μακρινές χώρες είτε σε διπλανές γειτονιές, το ίδιο χρειάζεται να εξημερώνουμε και να εξημερωνόμαστε. Όπως, άλλωστε, λέει η αλεπού όταν αποχαιρετάει τον Μικρό Πρίγκηπα, μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.



Αντίο, είπε η αλεπού – και να ποιο είναι το μυστικό που σου έλεγα: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.

7 April 2026

Διαχρονικό δελτίο θυέλλης

Σχεδόν ενάμισι αιώνα μετά τη δημιουργία του, το κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Pyotr Ilyich Tchaikovsky εξακολουθεί να αποτελεί μια ακραία τεχνική πρόκληση για τους βιολιστές. Ταυτόχρονα, παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλές με το κοινό λόγω των συναρπαστικών μελωδιών που έγραψε ο Tchaikovsky τόσο για το βιολί όσο και για την ορχήστρα. Παρόλα αυτά, το έργο είχε τύχει ιδιαίτερα αρνητικής υποδοχής στην πρεμιέρα του το 1881. 

Είναι ενδεικτικό ότι ο Eduard Hanslick, επιφανής κριτικός της εποχής, το είχε χαρακτηρίσει χυδαίο: «το βιολί», έγραφε, «δεν παίζεται πλέον, τραβιέται, σκίζεται, χτυπιέται από το δοξάρι». Κι όμως, αυτά ακριβώς τα στοιχεία, η θυελλώδης εκφραστική δύναμη και η θορυβώδης διαφορετικότητα αυτού του κοντσέρτου έναντι της εποχής του, είναι οι λόγοι που παραμένει επίκαιρο και σημαντικό μέχρι σήμερα – θα μπορούσε να είναι, τηρουμένων των αναλογιών, το metal της εποχής του.

Θα ακούσουμε το πρώτο μέρος από τη σύγχρονη εκτέλεση που ηχογράφησε το 2016 η βιολίστρια Lisa Batiashvili με την Staatskapelle Berlin, την ιστορική ορχήστρα της Κρατικής Όπεραs του Βερολίνου, σε διεύθυνση του Daniel Barenboim. Είναι συνηθισμένο απέναντι σε απαιτητικά έργα να δίνεται έμφαση στη δεξιοτεχνία, η οποία είναι φυσικά και εδώ πανταχού παρούσα – ωστόσο η Batiashvili την υπερβαίνει και γίνεται ιδιαίτερα εκφραστική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την cadenza. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι μια δεξιοτεχνική ερμηνεία μεν, η οποία αναδεικνύει το συναισθηματικό περιεχόμενο του κοντσέρτου δε – και τέτοιες ερμηνείες είναι κάθε άλλο παρά συνηθισμένες.  



Γιατί οι συνθέσεις για μπαλέτο του Tchaikovsky και του Prokofiev παραμένουν συναρπαστικές μέχρι σήμερα; Ήταν το θυελλώδες κοντσέρτο για βιολί του Tchaikovsky το metal της εποχής του; Και γιατί όποιος ακούει τη δεύτερη συμφωνία του Rachmaninoff δε μπορεί ποτέ να τη βγάλει από μέσα του; (εικόνες: Amourette Illustration)

31 March 2026

Η πρωτεύουσα της αθωότητας

 

Είναι δυνατόν να επιβιώσουμε ζώντας αθώα; Και, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αυτό δυνατόν για έναν μουσικό ή ένα συγκρότημα, χωρίς managers, χωρίς video clips και top-ten hits; Το αρχετυπικό ήθος και η μουσική αρτιότητα των Wipers έθεσε τους όρους ως προς αυτό το ερώτημα – παραμένοντας πάντα τίμιοι, συνεπείς και φυσικά underground, η πορεία τους δεν είχε καμία σχέση με συμβάσεις, ούτε καν με τις συμβάσεις του punk, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Με άλλα λόγια, ίσως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιρροής που άσκησαν σε όλο το φάσμα του εναλλακτικού ήχου: για τους Wipers, η μουσική δεν ήταν ποτέ μόδα και πόζα, έπαρση ή επιτήδευση.

Και, από αυτήν την άποψη, είναι χαρακτηριστική η στάση του Greg Sage όταν, σε μια από τις ελάχιστες, κυριολεκτικά μετρημένες στα δάχτυλα, συνεντεύξεις του, τον Ιούνιο του 2000 στο In Music We Trust, τον ρωτούν τι βλέπει κοιτάζοντας πίσω στην ιστορία των Wipers. «Έκανα απλά αυτό που έκανα», απαντάει εκείνος. «Δεν το αντιμετωπίζω σαν κάτι ιερό, ούτε το κρεμάω στον τοίχο σαν τρόπαιο. Νομίζω ότι περισσότερο απ’ όλα, η ιδέα των Wipers ήταν πάντα όπως ξεκίνησε, να είναι κάτι διαφορετικό και κάτι αληθινό».



Απλά και ξεκάθαρα, οι Wipers και η ακεραιότητα της punk μουσικής, χωρίς managers, video clips και top-ten hits (εικόνα: Mark Helm)

24 March 2026

Τα όρια που δεν υπήρχαν

Από τα blues στην jazz, από τα gospel στη soul, από το funk στο hip hop – αγαπάμε αυτήν τη μουσική πέρα από συμβατικούς διαχωρισμούς μεταξύ ειδών που στην πραγματικότητα είναι αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις της μουσικής βιομηχανίας, αυτό που στη γλώσσα της ονομάζεται διαφοροποίηση προϊόντων. Το ακριβώς αντίθετο έχει σημασία: οι κοινές ρίζες,  οι παράλληλες πορείες και οι οργανικοί συνδυασμοί που χαρακτηρίζουν, ενδυναμώνουν και καθιστούν καινοτόμο και πρωτοπόρα τη μαύρη μουσική.

Στην αρχή ενός τέτοιου μουσικού νήματος θα (ξανα)συναντήσουμε τον Herbie Hancock, ο οποίος δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις δάφνες του, από τη συμμετοχή του στο δεύτερο κουαρτέτο του Miles Davis μέχρι την jazz fusion περίοδο των προσωπικών του κυκλοφοριών και τις πολλαπλές συνεργασίες του μέχρι σήμερα – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με την κορυφαία σύγχρονη μπασίστρια Meshell Ndegeocello στο Nocturnal Sunshine, από τη συλλογή Stolen Moments: Red Hot + Cool που κυκλοφόρησε το 1994 με σκοπό την ενημέρωση και την υποστήριξη έναντι του AIDS.



Ακολουθώντας το μουσικό νήμα του Herbie Hancock οδηγηθήκαμε στη συνεργασία του με τον Guru στο Timeless, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 3: Streetsoul του 2000. Με αυτήν τη σειρά κυκλοφοριών ο θρυλικός rapper και μέλος του ντουέτου Gang Starr συνέβαλε καθοριστικά στην υπέρβαση των ορίων μεταξύ της jazz και του hip hop. Καθόλου τυχαία, μαζί του θα (ξανα)συναντήσουμε τη Meshell Ndegeocello στο κομμάτι For You, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 2: The New Reality του 1995. Και ακολουθώντας το δικό της νήμα θα φτάσουμε στη συμμετοχή της, μαζί με τη H.E.R., στο Better Than I Imagined, από το album Black Radio III που κυκλοφόρησε το 2022 ο πολυβραβευμένος πιανίστας Robert Glasper υπερβαίνοντας τα όρια μεταξύ της jazz, της soul και του hip hop.



Μέχρι να ονειρευτούμε τη μουσική πέρα από κάθε όριο και συμβατικό διαχωρισμό: τα διαχρονικά νήματα που ενώνουν τα blues με τη soul, το funk, την jazz και το hip hop μέσα από εμβληματικές συνεργασίες κλασικών και σύγχρονων μουσικών (φωτογραφία: Jason Rodgers)

18 March 2026

Πάντα στις όχθες του ποταμού Μισισιπί

 

H αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η απώλεια του πατέρα και ο αποχαιρετισμός με τη μητέρα, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ταξική ανισότητα: αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία της θρυλικής ηχογράφησης του Last Kind Words που έκανε το 1930 η πρωτοπόρος συνθέτρια, τραγουδίστρια και κιθαρίστρια Geeshie Wiley με τη συμμετοχή της Elvie Thomas. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του καθοριστικού ρόλου των γυναικών μουσικών στη δημιουργία των blues, οι οποίες συχνά υποτιμούνται ή και αποκλείονται από τις συμβατικές ιστορικές καταγραφές, όπως συμβαίνει και σε άλλα μουσικά είδη.

Όπως γράφει ο John Jeremiah Sullivan στους New York Times, πρόκειται για γυναίκες μουσικούς που χάθηκαν παρότι άλλαξαν την πορεία της μουσικής. Για την Geeshie Wiley δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα – ούτε για το πραγματικό της όνομα είμαστε σίγουροι, ούτε για τα ακριβή βιογραφικά της στοιχεία, και επίσης δεν υπάρχει φωτογραφία της. Υπάρχουν, ωστόσο, τέσσερα κομμάτια που ηχογράφησε το 1930, και άλλα δύο τον επόμενο χρόνο, σε δίσκους 78 στροφών, από τους οποίους σώζονται ελάχιστα αντίτυπα. Για μουσικούς σαν την Geeshie Wiley, ωστόσο, ακόμα και ένα τόσο μικρό δείγμα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία που έχουν στη διαμόρφωση των blues, και όχι μόνο, και την εξέλιξή τους μέχρι τις δικές μας μέρες, όπως δηλώνει η ερμηνεία του Last Kind Words από την κορυφαία σύγχρονη folk και roots μουσικό Rhiannon Giddens στο πρώτο προσωπικό της album Tomorrow Is My Turn τo 2015.





Η αιώνια άνοιξη της μουσικής των από κάτω: το ταξίδι των blues τραγουδιών από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από τoν Muddy Waters στον Rory Gallagher, από την Geeshie Wiley στην Rhiannon Giddens, και από τον Ηowlin Wolf μέχρι τους Soundgarden αλλά και το κουαρτέτο κλασσικής μουσικής PUBLIQuartet (εικόνα: Luba Lukova)

10 March 2026

Επειδή η jazz είναι παρούσα

 

Η μουσική χημεία της κιθαρίστριας Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad καθιστά το τρίο τους ιδανικό όχημα υπέρβασης κάθε διαχωρισμού μεταξύ jazz, rock και metal. Μουσικοί τέτοιων διαθέσεων και ικανοτήτων έχουν συγκροτημένη οπτική από την οποία εκπορεύεται το έργο τους, και, από αυτήν την άποψη, είναι χαρακτηριστικά εύγλωττος ο τρόπος με τον οποίο η Hedvig εννoιολογεί τη σύγχρονη jazz, όταν σε συνέντευξή της στο London Jazz News τής ζητείται να ορίσει τη μουσική που παίζει το τρίο: «Συγνώμμη για την ερώτηση», λέει η Nicky Schrire, «αλλά είναι rock; Είναι jazz

«Πραγματικά δε μου αρέσει καθόλου να μιλάω για μουσικά είδη», απαντάει η Hedvig, «γιατί νομίζω ότι έχουμε χάσει την αίσθηση του τι πραγματικά σημαίνει rock ή jazz. Οπότε βρίσκω πιο ενδιαφέρον να μιλάω για το τι σημαίνει jazz για εμένα, γιατί μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό για εσένα ή όποιον άλλον αναγνώστη. Για εμένα, ο πυρήνας της jazz είναι ο αυτοσχεδιασμός, είναι να ακούς ενώ παίζεις, είναι ένας τρόπος να ανταποκρίνεσαι, ένας τρόπος να συμπεριφέρεσαι, ένας τρόπος να σκέφτεσαι, ή να μη σκέφτεσαι ενώ παίζεις. Είναι να αφήνεις τα πράγματα να συμβαίνουν. Είναι μια σειρά σκέψεων για το πώς σχετίζεται κανείς με το παίξιμο της μουσικής. Αν καταφέρνουμε να κρατάμε αυτήν τη σειρά ιδεών ενώ φτιάχνουμε και παίζουμε μουσική, η jazz είναι παρούσα στη μουσική του τρίο». 



H κορυφαία jazz κιθαρίστρια Hedvig Mollestad και οι progressive rock και metal αναφορές της που διαλύουν κάθε συμβατικό μουσικό διαχωρισμό (φωτογραφία: Morten Markussen Espeland, Eline Aurora Rövardotter Fløisbonn)

28 February 2026

Χρώμα για να βαφτεί όλη η γη πάνω απ’ το γκρι

 

Να μη συνηθίσουμε τον θάνατο.

Η φράση αυτή παραμένει επίκαιρη στη σκιά του εγκλήματος στα Τέμπη. Όχι μόνο λόγω των κυβερνητικών ευθυνών για τις παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας, για τις οποίες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στον σιδηρόδρομο είχαν προειδοποιήσει και απεργήσει, αλλά αγνοήθηκαν και λοιδορήθηκαν. Όχι μόνο λόγω των πολιτικών ιδιωτικοποίησης που δίνουν προτεραιότητα στα επιχειρηματικά κέρδη έναντι του κοινού καλού. Όχι μόνο λόγω του προσβλητικού κυνισμού υπουργικών δηλώσεων, όπως η παραδοχή ότι αν μιλούσαν για την επικινδυνότητα των τρένων κανείς δε θα αγόραζε εισιτήριο.

Είναι επίκαιρη κυρίως λόγω του ελλείμματος λογοδοσίας που χαρακτηρίζει σταθερά και συστηματικά ολόκληρο το διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε. Η αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ζωής και η ατιμωρησία που τη συνοδεύει άλλωστε δεν αφορά μόνο τα Τέμπη, όπως λέει στην Εφημερίδα των Συντακτών η επιζώσα Ηλιάννα Μανίκα:

«Στο ίδιο έργο θεατές. Σε όλες τις δολοφονίες του συστήματος: τους πρόσφυγες που πνίγονται, τους εργάτες που σκοτώνονται κάθε δύο μέρες, τις δολοφονίες της αστυνομίας, τους συνεπιβάτες μου που δολοφονήθηκαν επειδή τόλμησαν να μπουν στο τρένο, προβάλλονται η ατομική ευθύνη, το ανθρώπινο λάθος και τα «μεμονωμένα περιστατικά». Η δικαιοσύνη τους εξυπηρετεί την πολιτική των ισχυρών, που μας φτωχοποιεί, μας στερεί τα δικαιώματα, μέχρι και την ίδια μας τη ζωή. Πιστεύω, όμως, στο δίκιο. Γι’ αυτό δεν θα επιλέξω τη μοιρολατρική στάση και δεν θα αποδεχθώ τη ζοφερή αυτή κατάσταση. Θα συμμετάσχω στον αγώνα για να αποδοθεί δικαιοσύνη, γιατί, αν και την έχουν πάρει με το μέρος τους, εμείς θα αξιοποιήσουμε τη δύναμή μας ενάντια στη διαφθορά της για να επιβάλουμε το πραγματικό δίκιο».


Wonderland #143
Χρώμα για να βαφτεί όλη η γη πάνω απ’ το γκρι

Η παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω: σύγχρονο ριζοσπαστικό hip hop έναντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό και την εκμετάλλευση, από το Παρίσι μέχρι το Λος Άντζελες και από τη Γουατεμάλα μέχρι την Αθήνα – μαζί, το έγκλημα στα Τέμπη και το έλλειμμα λογοδοσίας ένα χρόνο μετά (φωτογραφία: Nick Miller)

23 February 2026

Μια ελπίδα που λάμπει ακόμα στο σκοτάδι

The Walkabouts: λίγα συγκροτήματα έχουν αγαπηθεί τόσο πολύ, και όπως ξέρετε η αγάπη δε συνηθίζει να μπαίνει εύκολα σε λέξεις. Αν, ωστόσο, το επιχειρήσουμε, φαντάζομαι πως θα συμφωνήσουμε καταρχήν στη λέξη αυθεντικότητα: μπροστά μας βρισκόταν πάντα μια ειλικρινής και ανεπιτήδευτη μπάντα, η καλλιτεχνική ακεραιότητα της οποίας έγινε θεμέλιο της σχέσης μας μαζί τους. Και το δεύτερο θεμέλιο αυτής της σχέσης ήταν ο σχεδόν μαγικός τρόπος που συνδύαζαν στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη – κυρίως το rock, τη folk και την country – φτιάχνοντας μια δική τους, πρωτότυπη και αναγνωρίσιμη ταυτότητα με μεγάλη και διττή ένταση: των συναισθημάτων, αλλά και των ενισχυτών.

Η σύνθεση του συγκροτήματος, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, ήταν ο Michael Wells στο μπάσο, ο Terri Moeller στα ντραμς, ο Glenn Slater στο πιάνο, και φυσικά η Carla Torgerson και ο Chris Eckman στα φωνητικά και τις κιθάρες. Η δυναμική αντίθεση ανάμεσα στην αιθέρια αλλά και πανίσχυρη φωνή της πρώτης, και την τραχιά αλλά και εκφραστική φωνή του δεύτερου, καθόρισε ερμηνευτικά τον τόνο του συγκροτήματος. Με άλλα λόγια, η Carla και ο Chris είναι η διπλή καρδιά των The Walkabouts, και θα πάμε κατευθείαν σε αυτήν με δύο κομμάτια: Your Hope Shines, με τη συμμετοχή των King Jesus Disciples, και Almost Wisdom.




Η πρώτη δεκαετία του συγκροτήματος χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγικότητα και συλλογική δημιουργικότητα – η μουσική αποδίδεται κατά κανόνα σε όλα τα μέλη από κοινού και οι στίχοι στον Chris Eckman. Ξεκινώντας το 1985, θα κυκλοφορήσουν δύο EPs και τρία albums σε indie folk-rock ύφος μέχρι το εμβληματικό διπλό album New West Motel του 1993, αλλά και το Setting the Woods on Fire που ακολούθησε το 1994: δύο κυκλοφορίες που καθιέρωσαν το συγκρότημα και στις οποίες ανήκουν τα κομμάτια που μόλις ακούσαμε.

Είναι αυτή η καλύτερη περίοδος των The Walkabouts; Οι αρετές τους δε λείπουν από καμία κυκλοφορία, ωστόσο αυτά τα δύο albums είναι αναντικατάστατα, με την έννοια ότι πολλ@ γνωρίσαμε και αγαπήσαμε το συγκρότημα μέσα από αυτά – πράγμα καθόλου τυχαίο, δεδομένου ότι συνιστούν τον πληρέστερο ορισμό του ήχου του, αλλά και αναδεικνύουν τη rock πλευρά του σε όλη της την ένταση. Ανάμεσά τους, ωστόσο, κυκλοφόρησε το album διασκευών Satisfied Mind το 1993, από το οποίο θα ακούσουμε το Feel Like Going Home, ένα country κομμάτι του Charlie Rich, με τη συμμετοχή του Mark Lannegan των Screaming Trees


Το συγκρότημα προερχόταν από το Seattle και ηχογραφούσε στη Sub Pop, αλλά, λόγω του διαφορετικού του ήχου σε σχέση με τα grunge συγκροτήματα της πόλης, προωθήθηκε μονόπλευρα στη δική μας όχθη του Ατλαντικού από το ευρωπαϊκό τμήμα της εταιρείας. Το album Devil’s Road που θα ακολουθήσει το 1996 αποτελεί σημείο καμπής: ηχογραφείται κατόπιν μετακίνησης στην ευρωπαϊκή Virgin, στρέφεται προς μια ατμοσφαιρική folk κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ορχήστρας, και εγκαινιάζει την ανάληψη των συνθέσεων από τον Chris Eckman.

Παρά την επιτυχία του εγχειρήματος, το συγκρότημα θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του, καταρχήν ερχόμενο σε ρήξη με τη Virgin γύρω από το περιεχόμενο και την προώθηση του νέου album Nighttown, το οποίο θα κυκλοφορήσει το 1997. Την ίδια περίοδο, η προσωπική σχέση ανάμεσα στον Chris Eckman και την Carla Torgerson φτάνει στο τέλος της. Και δέκα μέρες πριν την ηχογράφηση του επόμενου album με τίτλο Trail of Stars, ο μπασίστας John Baker Saunders πεθαίνει από υπερβολική δόση ηρωίνης.

«[Κ]ατά κάποιο τρόπο», λέει ο Chris Eckman για εκείνη την περίοδο σε συνέντευξή του στο Penny Black Music, «είχαμε πάντα στο μυαλό μας τη μουσική σαν κάτι που μοιάζει με καρδιά. Είναι κάτι που σημαίνει περισσότερα για μας από το πώς να βγάζεις χρήματα, ή πώς να κάνεις καριέρα, ή οτιδήποτε τέτοιο. Νομίζω ότι μέσα από εκείνες τις πραγματικά δύσκολες εποχές, αυτό ήταν το στοιχείο που, περισσότερο ή λιγότερο, μας βοηθούσε πάντα να προχωρήσουμε».

Θα ακούσουμε τον ήχο εκείνων των δύσκολων εποχών μέσα από δύο κομμάτια μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, το Unwind και το Drown από τα albums Nighttown του 1997 και Trail of Stars του 1999 αντίστοιχα – και ύστερα θα προχωρήσουμε μαζί με το συγκρότημα στο Ended Up a Stranger, από το ομώνυμο album του 2001.




Από το 2001 και μετά, οι κυκλοφορίες του συγκροτήματος γίνονται πιο αραιές: τέσσερα χρόνια θα περάσουν μέχρι το Acetylene του 2005 και άλλα έξι μέχρι το τελευταίο τους album Travels in the Dustland του 2011. «Ο κόσμος», έλεγε τότε ο Chris Eckman, «δεν χρειάζεται απαραίτητα ακόμα ένα album των The Walkabouts, εκτός αν είναι πραγματικά καλό. Αυτός είναι ο πήχης που βάζουμε, ο λόγος για τον οποίο κυκλοφορούμε ένα album, και όχι επειδή υπάρχει ένα συμβόλαιο ή για να κάνουμε μια περιοδεία».

Με άλλα λόγια, το συγκρότημα δε μας είδε ποτέ ως καταναλωτές και η κριτική του στην εργαλειακή διαδοχή νέων κυκλοφοριών και περιοδειών, δηλαδή στον παραδοσιακό  κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ακεραιότητας. Από αυτήν την άποψη, το Travels in the Dustland δεν ήταν μόνο ένας συναρπαστικός μουσικός αποχαιρετισμός, αλλά και αυτός που αρμόζει σε ένα συγκρότημα που παρότι διαλύθηκε το 2015 συνεχίζει μέχρι σήμερα να λάμπει στο σκοτάδι, όπως κάθε πραγματική ελπίδα.



Επειδή η ελπίδα λάμπει μόνο μέσα στο σκοτάδι: η μουσική καρδιά των Τhe Walkabouts που υπήρξε πάντα τόσο μαγική όσο και ειλικρινής μαζί μας (σήμα: Pelican – Sirius, εικόνα: Ben Thompson, Your Hope Shines Single Cover, 17.10.2019 @ enfo | radio)

18 February 2026

Διαλέξτε πλευρά

Δε συνηθίζεται ένα κουαρτέτο κλασσικής μουσικής να παίζει παραδοσιακά εργατικά τραγούδια, αλλά δεν υπάρχει τίποτα συνηθισμένο ούτε στους Kronos Quartet, ούτε στο Which side are you on, το εμβληματικό εργατικό τραγούδι που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ιστορικής απεργίας των ανθρακωρύχων της κομητείας Harlan, στο Kentucky των Ηνωμένων Πολιτειών τη δεκαετία του 30.

Επί 10 χρόνια αγωνίζονταν οι ανθρακωρύχοι για να αποκτήσουν συνδικαλιστική εκπροσώπηση και αντιμετώπιζαν άγρια καταστολή. Μια νύχτα, το 1931, οι αστυνομικές αρχές έκαναν έφοδο στο σπίτι του συνδικαλιστή Sam Reece, o οποίος είχε διαφύγει, και απείλησαν τη σύζυγο και τα παιδιά του. Εκείνη τη νύχτα, εκείνη η γυναίκα, η Florence Reece, έγραψε το κομμάτι που στη συνέχεια θα γίνει διαχρονικός ύμνος των εργατικών αγώνων και των κοινωνικών κινημάτων μέχρι σήμερα, με κομβική στιγμή την κλασσική πλέον ερμηνεία του από τον Pete Seeger τη δεκαετία του 60.

Στη μουσική, την πολιτική φιλοσοφία αλλά και τον κοινωνικό αντίκτυπο του έργου αυτού του θρυλικού folk τραγουδιστή είναι αφιερωμένο το album Kronos Quartet & friends celebrate Pete SeegerLong Time Passing του 2020, από το οποίο θα ακούσουμε το Which side are you on, με τον φίλο των Kronos Lee Knight στα φωνητικά.


Σύγχρονη κλασσική μουσική – πολιτικοποιημένη, έμφυλη και ταξική: εργατικά τραγούδια από τους Kronos Quartet, η φεμινιστική όπερα της Ellen Reid, το ορατόριο της Julia Wolfe για τις μετανάστριες εργάτριες της Νέας Υόρκης, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα σε έργα της Jessie Montgomery και της Zenobia Powell Perry και η σύνθεση του Carlos Simon για τις δολοφονίες αφροαμερικανών από την αστυνομία.