Eίναι αυτό που δε θα γίνουμε ποτέ: βολικά παθητικοί και αναισθητοποιημένοι
απέναντι στη φρίκη της γενοκτονίας που συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει στην
Παλαιστίνη.
Και είναι αυτό που κάνουμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε: να επιμένουμε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον
όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
Ένας τρόπος υπάρχει
για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας, και αυτός φυσικά είναι η αλεπού. Όταν, στο ομώνυμο βιβλίο του Antoine de Saint-Exupéry, ο Μικρός
Πρίγκηπας γνωρίζει την αλεπού, τής ζητάει να παίξουν μαζί γιατί είναι πολύ
λυπημένος. Δε μπορώ, απαντάει εκείνη, δεν είμαι εξημερωμένη. Και όταν τη ρωτάει τι θα
πει αυτό, η αλεπού απαντάει ότι σημαίνει να δημιουργείς σχέσεις: για μένα, του
εξηγεί, δεν είσαι παρά ένα μικρό αγόρι, ίδιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγόρια, και για
σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αλλά αν
με εξημερώσεις, θα γίνεις μοναδικός για μένα στον κόσμο, και εγώ, αντίστοιχα,
μοναδική για σένα.
Σε αυτό το σημείο,
ο Μικρός Πρίγκηπας θα καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει
τόσο σημαντικό το τριαντάφυλλο που έχει στον πλανήτη του. Τα άλλα τριαντάφυλλα μπορεί να είναι εξίσου
όμορφα αλλά δεν έχουν κανένα νόημα γιατί κανένας δεν τα έχει εξημερώσει, ούτε αυτά
έχουν εξημερώσει κανέναν. Μπορεί να φαίνονται ίδια με το δικό του τριαντάφυλλο,
εκείνο όμως είναι σημαντικό γιατί είναι αυτό που πότισε, αυτό που φρόντισε,
αυτό που προστάτεψε από τον άνεμο.
Αυτό είναι όλο – όποιος κι αν είναι ο πλανήτης μας, όπου κι
αν είναι το σπίτι μας, είτε βρισκόμαστε σε μακρινές χώρες είτε σε διπλανές
γειτονιές, το ίδιο χρειάζεται να εξημερώνουμε και να εξημερωνόμαστε. Όπως,
άλλωστε, λέει η αλεπού όταν αποχαιρετάει τον Μικρό Πρίγκηπα, μόνο με την καρδιά
βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.
Είναι δυνατόν να επιβιώσουμε
ζώντας αθώα; Και, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αυτό δυνατόν για έναν μουσικό
ή ένα συγκρότημα, χωρίς managers, χωρίς video clips και top-ten hits; Το αρχετυπικό ήθος και η μουσική αρτιότητα των Wipers έθεσε τους όρους ως προς αυτό το ερώτημα – παραμένοντας πάντα τίμιοι,
συνεπείς και φυσικά underground, η πορεία τους δεν είχε καμία σχέση με συμβάσεις, ούτε καν με τις συμβάσεις
του punk, όπως
θα δούμε στη συνέχεια. Με άλλα λόγια, ίσως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιρροής
που άσκησαν σε όλο το φάσμα του εναλλακτικού ήχου: για τους Wipers, η μουσική
δεν ήταν ποτέ μόδα και πόζα, έπαρση ή επιτήδευση.
Και, από αυτήν την
άποψη, είναι χαρακτηριστική η στάση του Greg Sage όταν, σε μια από τις
ελάχιστες, κυριολεκτικά μετρημένες στα δάχτυλα, συνεντεύξεις του, τον Ιούνιο
του 2000 στο In Music We Trust, τον ρωτούν τι βλέπει κοιτάζοντας πίσω στην
ιστορία των Wipers. «Έκανα απλά αυτό που έκανα», απαντάει εκείνος. «Δεν το
αντιμετωπίζω σαν κάτι ιερό, ούτε το κρεμάω στον τοίχο σαν τρόπαιο. Νομίζω ότι
περισσότερο απ’ όλα, η ιδέα των Wipers ήταν πάντα όπως ξεκίνησε, να είναι κάτι
διαφορετικό και κάτι αληθινό».
The Walkabouts: λίγα συγκροτήματα έχουν αγαπηθεί
τόσο πολύ, και όπως ξέρετε η αγάπη δε συνηθίζει να μπαίνει εύκολα σε λέξεις.
Αν, ωστόσο, το επιχειρήσουμε, φαντάζομαι πως θα συμφωνήσουμε καταρχήν στη λέξη
αυθεντικότητα: μπροστά μας βρισκόταν πάντα μια ειλικρινής και ανεπιτήδευτη μπάντα, η καλλιτεχνική ακεραιότητα της οποίας έγινε θεμέλιο της σχέσης
μας μαζί τους. Και το δεύτερο θεμέλιο αυτής της σχέσης ήταν ο σχεδόν μαγικός τρόπος
που συνδύαζαν στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη – κυρίως το rock, τη folk και την
country – φτιάχνοντας μια δική τους, πρωτότυπη και αναγνωρίσιμη ταυτότητα με
μεγάλη και διττή ένταση: των συναισθημάτων, αλλά και
των ενισχυτών.
Η σύνθεση του συγκροτήματος, κατά το μεγαλύτερο
μέρος της ιστορίας του, ήταν ο Michael Wells στο μπάσο, ο Terri Moeller στα
ντραμς, ο Glenn Slater στο πιάνο, και φυσικά η Carla Torgerson και ο Chris
Eckman στα φωνητικά και τις κιθάρες. Η δυναμική αντίθεση ανάμεσα στην αιθέρια
αλλά και πανίσχυρη φωνή της πρώτης, και την τραχιά αλλά και εκφραστική φωνή του δεύτερου, καθόρισε ερμηνευτικά τον τόνο του συγκροτήματος. Με άλλα λόγια, η Carla και ο Chris είναι η διπλή καρδιά των TheWalkabouts, και θα
πάμε κατευθείαν σε αυτήν με δύο κομμάτια: Your
Hope Shines, με τη συμμετοχή των KingJesusDisciples, και Almost Wisdom.
Η πρώτη δεκαετία του συγκροτήματος
χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγικότητα και συλλογική δημιουργικότητα – η μουσική αποδίδεται κατά κανόνα σε όλα τα μέλη από κοινού και οι στίχοι στον Chris Eckman. Ξεκινώντας το 1985, θα
κυκλοφορήσουν δύο EPs και τρία albumsσε indiefolk-rock ύφος μέχρι το εμβληματικό διπλό album New West Motel του 1993, αλλά και το Setting the Woods on Fire
που ακολούθησε το 1994: δύο κυκλοφορίες που καθιέρωσαν το συγκρότημα και
στις οποίες ανήκουν τα κομμάτια που μόλις ακούσαμε.
Είναι αυτή η καλύτερη περίοδος των TheWalkabouts; Οι αρετές τους δε λείπουν από καμία κυκλοφορία, ωστόσο αυτά τα δύο albums είναι αναντικατάστατα, με την έννοια ότι πολλ@ γνωρίσαμε και
αγαπήσαμε το συγκρότημα μέσα από αυτά – πράγμα καθόλου τυχαίο, δεδομένου ότι συνιστούν τον πληρέστερο ορισμό του ήχου του, αλλά καιαναδεικνύουν τη rock πλευρά του σε όλη της την ένταση. Ανάμεσά
τους, ωστόσο, κυκλοφόρησε το album διασκευών SatisfiedMindτο 1993, από το οποίο θα ακούσουμε το
FeelLikeGoingHome, ένα
country
κομμάτι του Charlie
Rich,
με τη συμμετοχή του Mark
Lannegan
των Screaming
Trees.
Το συγκρότημα προερχόταν από το Seattleκαι ηχογραφούσε στη SubPop, αλλά, λόγω του διαφορετικού του ήχου σε σχέση με τα grunge συγκροτήματα της πόλης, προωθήθηκε μονόπλευρα στη δική
μας όχθη του Ατλαντικού από το ευρωπαϊκό τμήμα της εταιρείας. Το albumDevil’s Road που θα ακολουθήσει το 1996
αποτελεί σημείο καμπής: ηχογραφείται κατόπιν μετακίνησης στην ευρωπαϊκή Virgin,
στρέφεται προς μια ατμοσφαιρική folk κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης
ορχήστρας, και εγκαινιάζει την ανάληψη των συνθέσεων από τον Chris Eckman.
Παρά την επιτυχία του εγχειρήματος,
το συγκρότημα θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του, καταρχήν ερχόμενο σε
ρήξη με τη Virginγύρω από το περιεχόμενο και την προώθηση του νέου albumNighttown, το οποίοθα κυκλοφορήσει το 1997. Την ίδια
περίοδο, η προσωπική σχέση ανάμεσα στον Chris Eckman και την Carla Torgerson φτάνει στο τέλος της. Και δέκα μέρες πριν την
ηχογράφηση του επόμενου album με τίτλο TrailofStars, ο μπασίστας John Baker Saunders πεθαίνει από υπερβολική
δόση ηρωίνης.
«[Κ]ατά κάποιο τρόπο», λέει ο ChrisEckman για εκείνη την περίοδο σε συνέντευξή
του στο Penny Black Music, «είχαμε πάντα στο μυαλό μας τη
μουσική σαν κάτι που μοιάζει με καρδιά. Είναι κάτι που σημαίνει περισσότερα για
μας από το πώς να βγάζεις χρήματα, ή πώς να κάνεις καριέρα, ή οτιδήποτε τέτοιο.
Νομίζω ότι μέσα από εκείνες τις πραγματικά δύσκολες εποχές, αυτό ήταν το
στοιχείο που, περισσότερο ή λιγότερο, μας βοηθούσε πάντα να προχωρήσουμε».
Θα ακούσουμε τον ήχο εκείνων των δύσκολων εποχών μέσα από
δύο κομμάτια μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, το Unwind και το Drown από τα albumsNighttown του 1997 και TrailofStars του 1999 αντίστοιχα – και ύστερα θα
προχωρήσουμε μαζί με το συγκρότημα στο EndedUpaStranger, από το ομώνυμο album του 2001.
Από το 2001 και μετά,
οι κυκλοφορίες του συγκροτήματος γίνονται πιο αραιές: τέσσερα χρόνια θα
περάσουν μέχρι το Acetylene του 2005 και άλλα έξι μέχρι το τελευταίο τους albumTravels in the Dustland του 2011.
«Ο κόσμος», έλεγε τότε ο Chris Eckman, «δεν χρειάζεται απαραίτητα ακόμα ένα
album των The Walkabouts, εκτός αν είναι πραγματικά καλό. Αυτός είναι ο πήχης
που βάζουμε, ο λόγος για τον οποίο κυκλοφορούμε ένα album, και όχι επειδή
υπάρχει ένα συμβόλαιο ή για να κάνουμε μια περιοδεία».
Με άλλα λόγια, το
συγκρότημα δε μας είδε ποτέ ως καταναλωτές και η κριτική του στην εργαλειακή διαδοχή
νέων κυκλοφοριών και περιοδειών, δηλαδή στον παραδοσιακό κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας,
είναι χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ακεραιότητας. Από αυτήν την
άποψη, το Travels in the Dustland δεν ήταν μόνο ένας συναρπαστικός μουσικός αποχαιρετισμός,
αλλά και αυτός που αρμόζει σε ένα συγκρότημα που παρότι διαλύθηκε το 2015 συνεχίζει μέχρι
σήμερα να λάμπει στο σκοτάδι, όπως κάθε πραγματική ελπίδα.
Επειδή η ελπίδα λάμπει μόνο μέσα στο σκοτάδι: η μουσική καρδιά των Τhe Walkabouts που υπήρξε πάντα τόσο μαγική όσο και ειλικρινής μαζί μας (σήμα: Pelican – Sirius, εικόνα: Ben Thompson, Your Hope Shines Single Cover, 17.10.2019 @ enfo | radio)
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες με τα «καλύτερα»
τραγούδια, albums κ.λπ. της
χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία
ουδέποτε έχει προωθήσει τα προϊόντα της μέσω άρθρων γνώμης. Όλη η μουσική
άλλωστε μπορεί και πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε
συναίσθημα που μας προκαλεί να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι
γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2025. Είναι απλά μέρος της μουσικής που ακούσαμε
και μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε
να μοιραστούμε – και στις δύο περιπτώσεις, όμως, φαίνεται ότι θα μας
απασχολήσει στο μέλλον. Προς το παρόν, 20 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών σε
χρονολογική και όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα εν
μέσω στοχευμένων προωθήσεων, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Evan Nicole Bell
Shades of Blue (16 Ιανουαρίου)
Τραγουδίστρια και κιθαρίστρια, αυτοσχεδιάστρια και πολυοργανίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, παραγωγός και μηχανικός ήχου: η Evan Nicole Bell διακρίνεται σε ένα εντυπωσιακό φάσμα ρόλων στο πρώτο της album, δημιουργώντας έναν σύγχρονο και πολυδιάστατο blues ήχο που συνδυάζει folk, alternative rock και soul στοιχεία, και, ταυτόχρονα, συνομιλεί με τη διαχρονική επικαιρότητα ενός συναρπαστικού παρελθόντος. Αν τα blues είναι βαθιές ρίζες όσο και σημερινά άνθη, εδώ αναδεικνύονται με την παραδειγματική καλλιτεχνική αυτονομία που αφενός τους αξίζει και αφετέρου χαρακτηρίζει την ιστορία της δημιουργίας τους.
2. Sharon Van Etten
& The Attachment Theory
Sharon Van Etten & The Attachment Theory (7 Φεβρουαρίου)
Καλλιτεχνικά ανήσυχη και διαρκώς εξελισσόμενη, η Sharon Van Etten επιστρέφει με το καλύτερο album της την τελευταία δεκαετία, αλλά και το πρώτο που αποτελεί συλλογική
δημιουργία με το τωρινό της συγκρότημα. Η στροφή των τελευταίων ετών προς μια new wave κατεύθυνση εδώ ενισχύεται από ατμοσφαιρικά post-rock στοιχεία, σε αντίστιξη με τα οποία τα εκφραστικά φωνητικά της
Sharon Van Etten ακούγονται πιο κοφτερά και ταυτόχρονα πιο τρυφερά από ποτέ. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζει συνολικά το album, σαν τη δυνατότητα να βλέπει κανείς την
εγγενή ομορφιά της ζωής ακόμα και όταν το φως διαρκώς εξασθενεί.
3. Anneke van Giersbergen
La Vie (28 Φεβρουαρίου)
Η μουσική πορεία της Anneke μετά τους The Gatheringφτάνει τα
18 χρόνια προσωπικών κυκλοφοριών και πολλαπλών συνεργασιών. Τίποτα, ωστόσο, δε
μοιάζει με αυτό το EP
και ούτε θα μπορούσε, καθώς περιλαμβάνει 4 τραγούδια που έγραψε μετά την απώλεια των γονέων της. Κι όμως, αυτή δεν είναι μουσική του πένθους, αλλά της ουσίας
του, του λόγου που έχει σημασία, με τη μοναδική ζεστασιά και αμεσότητα της Anneke να δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό και
χαμηλών τόνων ύμνο στην αγάπη. Καθόλου τυχαία, πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας
τριλογίας EPs που
θα συγκροτήσουν το νέο της album με τίτλο La Vie, La Mort, L’Amour: η Ζωή, ο Θάνατος, η
Αγάπη.
4. Rationalistas
Προσάναμμα (8 Μαρτίου)
Το ενσυνείδητο και βιωματικό hip hop των Rationalistas, γειωμένoστην καθημερινότητα της γειτονιάς και της δουλειάς, ανταποκρίνεται στην εποχή μας με έναν τρόπο που την ξεπερνάει: οι
ρίμες και τα beats συναρθρώνουν
οργανικά τις προσωπικές μας δυσκολίες με τις κοινωνικές συνθήκες που τις
προκαλούν, αλλά και την αλληλεγγύη που μας δίνει ανάσες, από την έμφυλη βία στην
Ηλιούπολη μέχρι τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μια μουσική οργισμένη αλλά και
υπέροχα μελαγχολική, ενδυναμωτική και ενίοτε χορευτική, στη σημαντικότερη μέχρι
σήμερα στιγμή ενός παραδειγματικά συλλογικού hip hop σχήματος.
5. Backxwash
Only Dust Remains (28 Mαρτίου)
Με τη χειρουργική ακρίβεια της λάμας του νυστεριού, αλλά και το σπάραγμα της
καρδιάς ενός τρομαγμένου πουλιού, η εκφραστική δύναμη της Backxwashαγγίζει τον προσωπικό και συλλογικό πόνο της εποχής
μας – από την ταυτότητα, το τραύμα και τη θνητότητα μέχρι την αγριότητα της
γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Τα ηχητικά της τοπία συνθέτουν industrial, rock και ambient στοιχεία σαν να ήταν το
πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ενώ οι ρίμες της ισοδυναμούν άλλοτε με τον πύρινο
λόγο ενός ιεροκήρυκα της Αποκάλυψης κι άλλοτε με εξομολογήσεις κυριολεκτικά τρομακτικής
ευαλωτότητας. Και ίσως είναι ακριβώς αυτή
η μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της
μουσικής της Backxwash που καθιστά το album της τόσο σημαντικό – και όχι μόνο
για το hip hop ή το 2025.
6. Anouar Brahem
After the Last Sky (28 Mαρτίου)
Ο Τυνήσιος ουτίστας Anouar Brahem αντανακλά συγκλονιστικά πάνω στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη
με κύριο όχημα τον jazz αυτοσχεδιασμό και τη βοήθεια του μπασίστα Dave Holland, του πιανίστα Django Bates και της τσελίστριας Anja Lechner. Ο τίτλος του album παραπέμπει σε ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Mahmoud Darwish, για τον οποίο η Παλαιστίνη ήταν «κάλεσμα και υπόσχεση ελευθερίας ταυτόχρονα»,
γράφει ο Adam Satz στις σημειώσεις του album, προσθέτοντας ότι ο Anouar Brahem ανταποκρίνεται
και στις δυο αυτές πλευρές όπως έκαναν τα εκατομμύρια των διαδηλωτών σε όλο τον
κόσμο: το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο
με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
7. Deafheaven
Lonely People With Power (28 Μαρτίου)
Είναι ευχή και κατάρα για ένα συγκρότημα του ακραίου ήχου να προσελκύει mainstream ενδιαφέρον και στην περίπτωση των Deafheaven το αποτέλεσμα την προηγούμενη δεκαετία ήταν
να υπερεκτιμηθούν και να υποτιμηθούν ταυτόχρονα από διαφορετικά κοινά για
διαφορετικούς λόγους. Αλλά μέχρι εδώ: φέτος δεν κυκλοφόρησαν απλά το καλύτερό
τους album, αλλά
επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους συνθέτοντας τα καλύτερα επιμέρους στοιχεία
της με απαραίτητη αιχμή τα σχισμένα φωνητικά του George Clarke. Όσ@ αγαπάμε τη metal σκηνή, και τη μουσική περισσότερο από
τους εαυτούς μας, ξέρουμε τι να κάνουμε.
8. Rhiannon Giddens & Justin Robinson
What Did the Blackbird Say to the Crow
(18 Απριλίου)
HRhiannon Giddens και ο Justin Robinson, βραβευμένοι folk μουσικοί και παλαιότερα συνοδοιπόροι στους Carolina Chocolate Drops, ερμηνεύουν
18 παραδοσιακά κομμάτια με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα της live ηχογράφησης σε εξωτερικούς χώρους. Το
αποτέλεσμα είναι άλλη μια υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy
του 2026, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτα την κριτική τους θέση υπέρ της μουσικής
για την απόλαυση της κοινότητας αντί για τα συμφέροντα της αγοράς. «Ποιος είναι
ο ρόλος της μουσικής στην κοινωνία μας;» επιμένει η Rhiannon Giddens. «Πώς
μπορούμε να την αποσυνδέσουμε από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, όπου η μουσική
είναι προϊόν και οι μουσικοί έχουν δευτερεύουσα σημασία;»
9. SUMAC & Moor Mother
The Film (25 Απριλίου)
Είναι καιρός να πάρουμε πίσω την ανάσα μας: ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος
και η υποβλητική απαγγελία της hip hop ποιήτριας Moor Mother αφήνει προσωρινά τα free jazz ηχητικά τοπία των Irreversible Entanglements για να συναντηθεί εδώ με τον sludge metal πειραματισμό των SUMAC, οι οποίοι κυκλοφορούν μαζί της το καλύτερό τους album. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες,
πόλεμος και εκτοπισμός, συστημική βία και κλιματική κρίση, είναι τα θεματικά
νήματα ενός album που η
ίδια του η ύπαρξη ως ενιαίου έργου τέχνης αντιβαίνει τον καταναλωτικό προσανατολισμό
της μουσικής βιομηχανίας.
10. Hedvig Mollestad Trio
Bees In The Bonnet (9 Μαΐου)
Μια από τις πρωτοπόρες κιθαρίστριες της εποχής μας επιστρέφει μετά από τέσσερα
χρόνια solo και συνεργατικών
κυκλοφοριών στο φυσικό της περιβάλλον. Η παροιμιώδης χημεία της Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad κατεδαφίζει
κάθε διαχωρισμό μεταξύ jazz, rock και metal – στην προκειμένη περίπτωση, σε τρεις
άξονες: καταιγιστικός αυτοσχεδιασμός, ατμοσφαιρικός πειραματισμός, και μια
μελωδική νηνεμία πριν την τελική καταιγίδα. Οι Hedvig Mollestad Trio είναι μια ασταμάτητη
πηγή αναπάντεχης και συναρπαστικής μουσικής – χωρίς περιστροφές, η ευρωπαϊκή jazz δεν ήταν ποτέ καλύτερη.
11. Pelican
Flickering Resonance (16 Μαΐου)
Τα λίγα δευτερόλεπτα του Sirius στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα
σήμα εκπομπής – έτσι γράφαμε πέρσι, επί τη ευκαιρία του νέου EP του κουαρτέτου από το
Σικάγο μετά την επανένωση της κλασικής του σύνθεσης: Trevor Shelley de Brauw και
Laurent Schroeder-Lebec στις κιθάρες, Bryan και Larry Herweg στο μπάσο και τα
ντραμς αντίστοιχα. Στα 24 χρόνια της πορείας τους, οι Pelican έχουν μια καθολικά ποιοτική δισκογραφία
– μερικά albums, ωστόσο, διακρίνονται με την τιτάνια δύναμη μιας λυτρωτικής καταιγίδας και τo ελπιδοφόρο φως μιας αλκυονίδας μέρας ταυτόχρονα. Το φετινό Flickering Resonance είναι
ένα τέτοιο album: η πρωτοποριακή και θεμελιώδης για το post-metal μουσική των Pelican ακούγεται άγρια και μελωδική, θλιμμένη αλλά πανίσχυρη, πολυπρισματική και την ίδια στιγμή προσιτή. Ή, αν προτιμάτε, είναι το ηχητικό αντίστοιχο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά τα χρόνια, για όλη τη σκηνή και την κοινότητα που τη στηρίζει. Είμαστε
πολύ τυχεροί, και εκείνοι και εμείς.
12. Bruce Springsteen & E Street Band
Land Of Hope & Dreams (20 Μαΐου)
Κάλλιστα θα μπορούσε εδώ να βρίσκεται το set των επτά ακυκλοφόρητων albumsτου Bruce Springsteen, ή η εκτεταμένη
επανακυκλοφορία του εμβληματικού album Nebraska. Αυτό το EP, ωστόσο, περιλαμβάνει εκπληκτικές εκτελέσεις τριών δικών του κομματιών και μιας διασκευής από τη φετινή του συναυλία στο Manchester, οι οποίες επιπλέον συνδέονται οργανικά με το μήνυμα αντίστασης και
ελπίδας που συνιστά η οξυδερκής και εκτενής κριτική του Springsteenστη διακυβέρνηση Trump. Με άλλα λόγια, είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο
για την οργανική σχέση μουσικής και πολιτικής, για τα επίδικα της εποχής της
ανόδου της ακροδεξιάς, και για την ευθύνη που απορρέει από τον δημόσιο ρόλο των
καλλιτεχνών.
13. Julia Hamos
Ellis Island (6 Ιουνίου)
Αν το φως είχε ήχο, θα ακουγόταν κάθε φορά που τα δάχτυλα της Julia Hamosαγγίζουν τα πλήκτρα του πιάνου – ή
τουλάχιστον ένα τέτοιο φως λάμπει στα μάτια της όταν μιλάει για το μουσικό και προσωπικό της ταξίδι από και προς την πόλη της, τη Νέα Υόρκη, σημερινή και
παντοτινή πόλη μεταναστών, και την Ουγγαρία, από όπου κατάγεται η οικογένεια της.
Εξαιτίας της Julia Hamos οι κλασικοί Ούγγροι συνθέτες BélaBartók, GyörgyKurtág και GyörgyLigeti συνομιλούν με την Meredith Monk, τον Charles Mingus, αλλά και την Ουγγρική Μελωδία του Franz Schubert, σε ένα album ευφυές, παθιασμένο και χαρακτηριστικό της
εκφραστικής δυναμικής, αλλά και του κοινωνικού προσανατολισμού, της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
14. Terri Lyne Carrington
& Christie Dashiell
We Insist 2025! (13 Ιουνίου)
Μόνο μια κορυφαία μορφή της σύγχρονης jazz θα μπορούσε να τιμήσει αλλά και να επικαιροποιήσει τη διττή,
μουσική και πολιτική, κληρονομιά ενός avant-garde album όπως το We Insist!, το οποίο κυκλοφόρησε ο Max Roach το 1960 υποστηρίζοντας το Κίνημα για τα
Πολιτικά Δικαιώματα. Η πολυβραβευμένη ντράμερ, συνθέτρια, ακτιβίστρια και
εκπαιδεύτρια Terri Lyne Carrington δεν είναι απλώς αυτή η μορφή: αφενός το έχει
ξανακάνει με το Money Jungle των Ellington, Mingus και Roach, αφετέρου ο Max Roach
υπήρξε μέντοράς της. Μαζί με την τραγουδίστρια και στιχουργό Christie Dashiell ενσωματώνουν με μοναδικό τρόπο funk, blues, afrobeat,
spoken word και jazz poetry στοιχεία, αναδεικνύουν το αίτημα της φυλετικής
δικαιοσύνης την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς και της εκλογής Trump, και πρεσβεύουν, όπως λέει η Terri Lyne Carrington, «το πνεύμα του συλλογικού
αυτοσχεδιασμού, διαλογισμού και χαράς ως μορφές αντίστασης» – δηλαδή το πνεύμα της
ίδιας της jazz ως διαχρονικής ριζοσπαστικής τέχνης.
15. Los Angeles Philharmonic,
Gustavo Dudamel, Alisa Weilerstein,
Los Angeles Master Chorale, Tambuco
Gabriela Ortiz: Yanga (18 Ιουλίου)
Μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες στον κόσμο επιστρέφει στο έργο της Ortiz
για ένα δεύτερο και ίσως ακόμα καλύτερο album, το οποίο αναμένεται να σαρώσει
στα βραβεία Grammy του
2026, όπως το περσινό Revolución Diamantina. Το αξίζει και με το παραπάνω: από την
εκτεταμένη χρήση αφρικανικών ρυθμών και οργάνων στη σύνθεση για τον επαναστάτη σκλάβο Gaspar
Yanga, μέχρι τον φόρο
τιμής στην Violeta Parra, κύρια μορφή του κινήματος πολιτικού τραγουδιούNueva Canción στη Χιλή, αλλά και
ένα νέο κοντσέρτο για τσέλο με θέμα την υπεράσπιση του Yucatán από την τουριστική
ανάπτυξη στο Μεξικό. Με άλλα λόγια, αυτό το δεύτερο album σηματοδοτεί ότι το πρώτο δεν ήταν η εξαίρεση
που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ενώ η υψηλή θεατότητα ορχήστρας, μαέστρου και βραβείων μπορεί
να συμβάλλει σε ευρύτερες αλλαγές ρεπερτορίου. Το μέλλον της σύγχρονης κλασικής αναμένεται
συναρπαστικό, αν μη τι άλλο.
16. Buddy Guy
Ain’t Done With The Blues (30 Ιουλίου)
Από τη δεκαετία του 60 που ξεκίνησε στο
Σικάγο δίπλα στον Muddy Waters, τον Howlin’ Wolf και την Koko Taylor, μέχρι τα δεκάδες
προσωπικά albums και την πλειάδα των συνεργασιών που φτάνουν στις μέρες μας, ο
Buddy Guy είναι ένας εμβληματικός, βραβευμένος και ακραία επιδραστικός κιθαρίστας. Δεν ήταν όμως
ποτέ μουσικός που βασίζεται στις δόξες του παρελθόντος: ο μοναδικός του ήχος είναι
και σήμερα πρωτότυπος και η μουσική του επίκαιρη, από τον σύγχρονο
αντιρατσιστικό ύμνο Never Forget μέχρι το ντουέτο του με τον Christone
“Kingfish” Ingram, επιφανή κιθαρίστα της νεότερης γενιάς, με τον οποίον έχει επιπλέον κάνει κοινή περιοδεία. Ο Buddy δεν έχει τελειώσει με τα blues
γιατί όλες του οι νότες είναι συνώνυμες με την αγάπη για τη μουσική – και αυτή δεν έχει
τέλος.
17. Amanda Shires
Nobody’s Girl (26 Σεπτεμβρίου)
Πότε σταματήσαμε να αγαπάμε; Πώς καταλήγουμε να μη νιώθουμε τίποτα για να μη
νιώθουμε πόνο; Πόσο εκκωφαντική έχει γίνει η σιωπή; Έχουν υπάρξει πολλά breakup albums στην ιστορία της δισκογραφίας, το Nobody’s Girl όμως δεν είναι σαν αυτά,
όπως δεν είναι ούτε προβλέψιμο εγχειρίδιο αυτοφροντίδας, ούτε ναρκισσιστική εκφορά
κάποιου πληγωμένου εγώ. Η Amanda Shires έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να
αναπαράγει συμβάσεις, όπως έχει ήδη δείξει η συμβολή της στην ανάπτυξη της alternative country / americana σκηνής,
και εδώ επικοινωνεί μια υπαρξιακή θα έλεγε κανείς ανατομία της πληγής, αναπόφευκτα
οδυνηρή αλλά και αναπάντεχα ενδυναμωτική. Ίσως ποτέ να μην ξεπερνάει κανείς εντελώς την κατάρρευση μιας σχέσης, αλλά ίσως να βοηθάει η επίγνωση ότι τουλάχιστον προσπάθησε να τη στηρίξει, όσο μάταιο
κι αν ήταν.
18. Rosalía
LUX (7 Νοεμβρίου)
Τα ύστερα του κόσμου – pop μουσική στη χώρα των θαυμάτων; Αφενός το έχουμε ξανακάνει με την Taylor Swift, αφετέρου η Rosalía υπερβαίνει αποτελεσματικά τους διαχωρισμούς μεταξύ pop και κλασικής, όπερας και παραδοσιακής μουσικής: 18 κομμάτια σε 13 γλώσσες, οργανωμένα σε τέσσερα μέρη κατά το πρότυπο των συμφωνικών έργων, με κύριο μουσικό συνοδοιπόρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η δυναμική στηρίζει ένα συναρπαστικά πρωτότυπο concept για τη θηλυκότητα και την πνευματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο, με αναπάντεχες συναισθηματικές όσο και υπαρξιακές πλευρές. Εσείς ξέρατε ότι μπορείτε να χωρέσετε σε ένα χαϊκού, ένα χαϊκού που καταλαμβάνει μια χώρα, μια χώρα που χωράει σε μια σκλήθρα, μια σκλήθρα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον γαλαξία;
19. Yawning Μan
Pavement Ends (14 Νοεμβρίου)
Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα ανθηρή χρονιά για τους πρωτοπόρους της σκηνής
της Palm Desert, και εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται τα albums που κυκλοφόρησαν με τα συνεργατικά
τους σχήματα Yawning Balch και SoftSun. Το Pavement
Ends, ωστόσο, δεν είναι απλά το καλύτερο των τριών, αλλά μια από τις σημαντικότερες
στιγμές της συνολικής δισκογραφίας των Yawning Μan. Ο κιθαρίστας Gary Arce, ο μπασίστας Mario Lalli και ο ντράμερ Bill Stinson δεν επαναπαύθηκαν ποτέ στις δάφνες τους και αυτή τη φορά η
αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα οδηγεί τα ηχητικά τους τοπία σε μια μουσικά επιτακτική,
συναισθηματικά φορτισμένη και ακαταμάχητα εξπρεσιονιστική κορύφωση.
20. Svalbard
If We Could Still Be Saved (17 Νοεμβρίου)
«Επειδή υπάρχει ομορφιά σε αυτό που τελειώνει»: η γλυκόπικρη αποχαιρετιστήρια
θύελλα αυτού του single είναι η τελική ηχογράφηση των Svalbard, οι οποίοι έχουν ανακοινώσει τη διάλυσή τους το 2026 και βρίσκονται στην τελευταία τους περιοδεία. Δεν ξέρω πόση ομορφιά υπάρχει
όταν σταματάει η πορεία ενός τόσο μουσικά όσο και πολιτικά κομβικού συγκροτήματος,
ξέρω όμως ότι υπάρχει η καλλιτεχνική ακεραιότητα και η προσωπική ειλικρίνεια που
αποτελούσε πάντα κλειδί της σχέσης μας μαζί τους: το τέλος έρχεται γιατί η
πολιτική οικονομία των πραγματικά εναλλακτικών συγκροτημάτων
δεν είναι κατά κανόνα βιώσιμη, και το συγκεκριμένο δεν κάνει υποχωρήσεις και εκπτώσεις για να μπορέσει να επιβιώσει. Υπόκλιση και δάκρυα λοιπόν, αλλά μαζί παντοτινή εμπιστοσύνη και
αγάπη – έτσι είναι οι καθαρές κουβέντες.
Υπάρχει μουσική που
βγάζει τη γλώσσα της στον χρόνο, μουσική που ηχογραφήθηκε στο τώρα, στη δική μας
εποχή, αλλά και μουσική από το παρελθόν που ξεπερνάει και ακυρώνει τα όρια ανάμεσα
στο τι είναι καινούριο και τι είναι παλιό, μουσική διαχρονική, στην οποία, πάνω
απ’ όλα, σημασία έχουν οι μουσικοί με όμικρον γιώτα.
Δηλαδή, οBruce Springsteen καιηΕ Street Band: τo 2021 είδε μια νέα κυκλοφορία τους με τίτλο The Legendary 1979 No Nukes Concerts, ένα live album και μια ταινία για δύο κυριολεκτικά θρυλικές συναυλίες του 1979. Στη δεύτερη,
ο Bruce Springsteen έτυχε να έχει γενέθλια,
και προς το τέλος, εν μέσω μιας δεκάλεπτης διασκευής του Quartet to Three του Gary U.S. Bonds, λέει αστειευόμενος στο κοινό: «δε μπορώ να συνεχίσω
να παίζω έτσι, είμαι 30 χρονών πια, δεν αντέχω».
Είναι 72 χρονών όταν ο Stephen Colbert προβάλλει το σχετικό απόσπασμα στην εκπομπή
του και τον ρωτάει τι είναι ίδιο και τι έχει αλλάξει από τότε – και o Springsteen
απαντάει: «πάνω στη σκηνή δεν ξέρω αν υπάρχει μεγάλη διαφορά,
ακόμα βγαίνουμε και τα δίνουμε όλα, κάθε βράδυ». Από πού έρχεται αυτή
η αγάπη για τη μουσική και τη ζωή, αυτή η τρομερή ενέργεια που έχει ο Springsteen στη σκηνή, ακόμα
και σήμερα, με τρίωρες και τετράωρες συναυλίες, αλλά και το πάθος και η
ωριμότητα που έχουν τα νέα του albums, και είναι εξίσου σημαντικά με τα κλασσικά, όπως θα δούμε στη
συνέχεια;
Ο David Brooks έχει γράψει στο Τhe Αtlanticένα άρθρο για τον Bruce Springsteen και την τέχνη του να μεγαλώνεις, να
γερνάς με ωραίο τρόπο. Είναι, λέει, πρωταθλητής σε αυτήν την τέχνη, γιατί αυτό
που τον ωθεί δεν είναι η επιδίωξη της επιτυχίας και της αναγνώρισης, αλλά κάτι
πιο βαθύ, πιο θεμελιώδες, όπως η δίψα. «Νιώθω ακόμα», λέει ο Springsteen στο ίδιο
άρθρο, «μια ανάγκη να επικοινωνήσω που με καίει, είναι εκεί όταν ξυπνάω το
πρωί, περπατάει δίπλα μου κατά τη διάρκεια της μέρας... εδώ και 50 χρόνια, δεν έχει
σταματήσει».
Ας δούμε πώς ακούγεται
αυτή η δίψα μέσω του Jungleland, από το album The Legendary 1979 No Nukes Concerts, μια εκρηκτική εκτέλεση ενός εμβληματικού
κομματιού του Springsteen με τον επίσης εμβληματικό ήχο της E Street Band – με τον ίδιο στα φωνητικά,
την κιθάρα και τη φυσαρμόνικα, τον Steve
Van Zandt στη rhythm κιθάρα, τον Garry Tallent στο μπάσοκαι τον Max Weinberg στα ντραμς, τον Roy Bittan
στο πιάνο και τον Danny
Federici στο όργανο,
και τον Clarence Clemons στο σαξόφωνο, τον οποίον
θα ακούσουμε να παίζει ένα σόλο που έγραψε ιστορία.
Αν αυτή η «νέα» κυκλοφορία
είναι «παλιά», η αμέσως προηγούμενη ήταν «νέα»: πρόκειται φυσικά για το album Letter to You του 2020, το
οποίο ηχογραφήθηκε μέσα σε τέσσερις μέρες, liveστο studioτου Springsteen στο NewJerseyμε την Ε Street Band στην τωρινή της σύνθεση.
Σε αυτό θα συναντήσουμε πρωτότυπο σύγχρονο υλικό αλλά και την ανάμνηση και την
επίγνωση του παρελθόντος: σημείο-κλειδί εδώ είναι η απώλεια του George Theiss το
2018 από καρκίνο, o οποίος ήταν συνοδοιπόρος του Springsteen στα
πρώτα του βήματα πίσω στη δεκαετία του 60 με το συγκρότημα Τhe Castiles.
Αντικείμενο αυτού
του album είναι η ίδια η
μουσική και οι άνθρωποι που την δημιουργούν, o χρόνος που περνάει και
οι μουσικοί που μεγαλώνουν, η απώλεια και το πένθος, αλλά και η αγάπη, η ζωή και
η δημιουργικότητα. Από αυτήν την άποψη το Letter to You είναι ένα album συναισθηματικά
φορτισμένο, αλλά ταυτόχρονα στοχαστικό και ώριμο – όπως λέει ο ίδιος ο Springsteen
στο The Atlantic, ωριμότητα σημαίνει «να καταλαβαίνεις τα όρια της ζωής χωρίς να παραιτείσαι από τις δυνατότητες της».
Ακριβώς αυτά τα
όρια, αλλά και αυτές τις δυνατότητες, διαπραγματεύεται το single Ghosts. Όπως εξηγεί o
Springsteen στον ιστότοπό του, είναι ένα τραγούδι «για την ομορφιά και τη χαρά
του να είσαι σε ένα συγκρότημα, και για τον πόνο του να χάνουμε ο ένας τον άλλον
λόγω αρρώστιας και με το πέρασμα του χρόνου. Το Ghosts προσπαθεί να μιλήσει στο
πνεύμα της ίδιας της μουσικής, κατι που δεν ανήκει σε κανέναν μας και μόνο μαζί
μπορούμε να ανακαλύψουμε και να μοιραστούμε. Στην περίπτωση της EStreetBand, βρίσκεται
στη συλλογική μας ψυχή, τροφοδοτείται από την καρδιά».
«Θα πάμε εκεί που η
μουσική δεν τελειώνει ποτέ / Από τα στάδια μέχρι τα μπαρ των μικρών πόλεων», λένε
οι στίχοι του House of a Thousand
Guitars, ενός τραγουδιού για την αγάπη της μουσικής
μέσα από το πρίσμα της συλλογικότητας που τη μοιράζεται. Ο David Brooks γράφει
στο The Αtlantic ότι όπως κάθε επιτυχημένος ώριμος ενήλικας, ο Springsteen ξεχειλίζει
ευγνωμοσύνη, ιδιαίτερα για τις ανθρώπινες σχέσεις και συγκεκριμένα για τη συντροφικότητα
της E Street Band στα 45 χρόνια της μουσικής
της πορείας.
Ο αναγνωρίσιμος, δυναμικός
και μαγικά συμπαγής ήχος της E Street Band χαρακτηρίζει το Letter to You, η σύνθεσή της ωστόσο
έχει διαφοροποιηθεί. Μαζί με τον Springsteen θα ξανασυναντήσουμε τον Steve Van
Zandt στη rhythm κιθάρα και τον Roy Bittan στο πιάνο, όπως και τον Garry
Tallent στο μπάσο και τον Max Weinberg στα ντραμς – ο Danny Federici όμως και ο
Clarence Clemons έχουν φύγει από τη ζωή. Εδώ όργανο και σαξόφωνο παίζουν ο
Charles Giordano και ο Jake Clemons αντίστοιχα, ενώ στο συγκρότημα συμμετέχουν
επιπλέον ο Nils Lofgren στην κιθάρα, και η Patti Scialfa επίσης στην κιθάρα και
τα φωνητικά.
To The Power of Prayer είναι ένα νέο τραγούδι για μια ιδιαίτερη θρησκεία, εκείνη της μουσικής και
της ζωής – ή, αν προτιμάτε, για την πνευματικότητα και τον υπερβατικό χαρακτήρα
της rock μουσικής.
To Ιf I Was the Priest, από την άλλη,
είναι νέο με την έννοια ότι ηχογραφήθηκε για το Letter to Υou – γράφτηκε, όμως,
πολύ παλαιότερα, πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο album του Springsteen το 1973.Kαι, αντίστροφα, θα επιστρέψουμε στο παρελθόν για μια ξεχωριστή στιγμή
που κοιτάζει το μέλλον.
Οι συναυλίες του The Legendary 1979 No Nukes Concerts έγιναν την περίοδο της δημιουργίας του album The River και περιλαμβάνουν την πρώτη live
εκτέλεση του ομώνυμου κομματιού πριν κυκλοφορήσει τον επόμενο
χρόνο. Είναι ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του Springsteen, εμπνευσμένο
από το οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζαν η αδερφή του και ο γαμπρός του:
αυτή η ποιητική της εργατικής τάξης, σε συνδυασμό με τον ακουστικό ήχο, θα οδηγήσει στη συνέχεια, όπως λέει ο Springsteen στον Andy Green στο Rolling Stone, στη δημιουργία
κομβικών albums όπως το Nebraska, το The Ghost of Tom Joad, και το Devils & Dust.
To album TheLegendary 1979 NoNukesConcerts ηχογραφήθηκε στις
21 και στις 22 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς στο MadisonSquareGardenστη Νέα Υόρκη, όπου ο BruceSpringsteenκαι η EStreetBandσυμμετείχαν στις
συναυλίες διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση πυρηνικής ενέργειας που είχε οργανώσει
η ακτιβιστική ομάδα μουσικών όπως ο Jackson Browne,
ο Graham Nash
και η Bonnie
Raitt. Το setlist βασιζόταν στα κλασσικά πλέον albums Born
to Run
και Darkness
on the
Edge of
Town, τα οποία τότε ήταν τα πλέον πρόσφατα. O Bruce Springsteen δεν είχε δει την ταινία των συναυλιών πριν την ολοκλήρωσή της στην τωρινή εποχή, και όπως λέει στον Andy Green στοRolling Stone ένιωσε μεγάλη συναισθηματική ένταση βλέποντας ξανά τον Danny Federici και τον Clarence Clemons που
δε βρίσκονται πια στη ζωή.
Kαι ίσως για έναν τέτοιο λόγο το ωραιότερο κομμάτι από
το Letter to Υou να είναι το I’ll See
You In My Dreams: εδώ η αγάπη είναι
για τη ζωή και για τους ανθρώπους, τους φίλους και μουσικούς συνοδοιπόρους, και
ειδικά εκείνους που δεν είναι μαζί μας πια. O θάνατος δεν είναι το τέλος, θα
ξαναβρεθούμε γιατί θα σε δω στα όνειρα μου, λέει ο Bruce Springsteen συνοψίζοντας
τα νήματα που διατρέχουν αυτό το album: την αγάπη για τη ζωή, την αναγνώριση
του πόνου και της απώλειας, και τη μουσική της ελπίδας, της δημιουργικότητας
και της συλλογικότητας.
Η τέχνη της
μουσικής και της ζωής, η τέχνη του να μεγαλώνεις χωρίς να παραιτείσαι: δύο πρόσφατα
albums του BruceSpringsteenκαι της EStreetBand, στα οποία το «καινούριο»
είναι «παλιό», το «παλιό» «καινούριο», και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία:
Rob DeMartin, 28.12.2021 @ The Soundscapes | Mixcloud)
Συλλογικότητα και
συμμετοχικότητα: αυτοί ήταν πάντα και παραμένουν μέχρι σήμερα οι βασικοί
πυλώνες της σκηνής της Palm Desert, όπως δείχνει το παράδειγμα νέων κυκλοφοριών
από βετεράνους desert rock μουσικούς σαν τους Brant
Bjork Trio: εδώ θα συναντήσουμε τον Brant Bjork στα φωνητικά και την κιθάρα, ο
οποίος ξεκίνησε ως ντράμερ των Kyuss και των Fu Manchu, τον Mario Lalli στο
μπάσο, ο οποίος προέρχεται από τους Yawning Man και τους Fatso Jetson, και τον
Ryan Gut στα ντραμς, ο οποίος συμμετέχει στους Stoner.
Ακολουθώντας,
ωστόσο, το νήμα της συμμετοχικότητας, θα
ξανασυναντήσουμε αυτούς τους τρεις κυρίους στους Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – εδώ, μαζί
με τον Brant Bjork στην κιθάρα, τον Mario Lalli στο μπάσο και τον Ryan Gut στα
ντραμς, συμμετέχουν οι επίσης πολυπράγμωνες Sean Wheeler στα φωνητικά και
Mathias Schneeberger στα πλήκτρα, που έχουν αμφότεροι συμμετάσχει σε κοινά εγχειρήματα
με τους Bjork και Lalli.
Αυτό συμβαίνει συχνά
στη σκηνή της Palm Desert, όπως έχουμε δει και παλαιότερα στην περίπτωση των Yawning Balch και των Big Scenic Nowhere,
και, πράγμα σημαντικότερο, συμβαίνει αυθεντικά: εδώ δεν υπάρχουν κατασκευασμένα
από το μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας supergroups, ούτε ευπώλητα ντουέτα ή ευκαιριακές συμμετοχές
ενός μουσικού στο album ενός άλλου που τις κανονίζει η εταιρεία τους.
Αντίθετα, θα έλεγε
κανείς ότι πρόκειται για ένα οργανικό μουσικό οικοσύστημα, για έναν αστερισμό μακροχρόνιων
συνοδοιπόρων και συνεργατικών σχημάτων. Εδώ, το επίδικο δεν είναι οι μουσικοί
ατομικά ή η πορεία των επιμέρους συγκροτημάτων τους, αλλά η από κοινού αντιπροσώπευση του συλλογικού χαρακτήρα της ερήμου, μέσω του οποίου παράγει διαχρονικά τους μουσικούς της
καρπούς, από τις αυτοοργανωμένες συναυλίες που γέννησαν τον ήχο της μέχρι τη
σημερινή της ανθοφορία.
Μια φορά κι έναν καιρό στην έρημο ζούσε η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού και ο πολιτισμός της συλλογικότητας: η επέτειος των 30 ετών από την κυκλοφορία του εμβληματικού album Welcome Τo Sky Valley των Kyuss, αλλά και ο σύγχρονος ήχος της Palm Desert Scene μέσα από τις φετινές κυκλοφορίες των Brant Bjork Trio, Fu Manchu, Hermano, SoftSun και Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – μαζί, μια πρώτη γεύση από τα νέα albums των 1000mods και Planet Of Zeus (Φωτογραφία: Dag Sverre Randen)
«Πέρασα
την περισσότερη ζωή μου ως μουσικός μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στο
αμερικανικό όνειρο και την αμερικανική πραγματικότητα», έλεγε ο Bruce Springsteen σε μία από τις συναυλίες του το 2008. Και φυσικά είχε δίκιο: ως συνθέτης,
στιχουργός, τραγουδιστής και μουσικός με κοινωνική και ταξική συνείδηση, το έργο
του δε θα μπορούσε να μην αναφέρεται στην εμπειρία και την καθημερινότητα της
εργατικής τάξης, από την οποία άλλωστε προέρχεται.
Στην αφίσα της σημερινής
εκπομπής υπάρχει μία από τις φωτογραφίες που έβγαλε o Terry O’Neil το 1975: σε πρώτο πλάνο είναι ο Bruce Springsteen στο Sunset Strip του Los Angeles και στο βάθος διακρίνεται η διαφημιστική γιγαντοαφίσα με το εξώφυλλο
του Born to Run, του album που κυκλοφόρησε εκείνη την χρονιά και τον καθιέρωσε. Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε
συμβολική φωτογραφία, με την έννοια ότι σε όλη του τη μουσική πορεία και παρά
την συντριπτική του επιτυχία, ο Springsteen κατάφερε να παραμείνει σε αυτό το
πρώτο πλάνο, γειωμένος σαν να ήταν οποιοσδήποτε από εμάς στη μέση οποιουδήποτε
δρόμου, και να μην αφομοιωθεί από το θέαμα της ίδιας του της εικόνας στο πεδίο της
μουσικής βιομηχανίας: αυτή είναι η πηγή της αυθεντικότητάς του, της ποιητικής
και του αφηγηματικού χαρακτήρα της μουσικής του, αλλά και της έντασης των ερμηνειών
του στο στούντιο και στις συναυλίες που κατά κανόνα υπερβαίνουν τις 3 ώρες.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα
από την αρχή: Greetings from Asbury Park, N.J.
και TheWild, theInnocent & theEStreetShuffle,τα δύο πρώτα albums
του Bruce Springsteen
που κυκλοφόρησαν στην αρχή και το τέλος του 1973 αντίστοιχα. Από το πρώτο θα ακούσουμε το LostintheFlood, το οποίο αναφέρεται στη πορεία
ενός περιθωριοποιημένου βετεράνου προς τον θάνατο, και από το δεύτερο, τι άλλο;
Μια σερενάτα για την αιώνιαΝέα Υόρκη.
Τα
δύο πρώτα albums θα προσφέρουν στον Bruce Springsteen καλλιτεχνική αναγνώριση, όχι όμως εμπορική
επιτυχία. Αυτή θα έρθει με το επόμενό του album, το περίφημο Born to Run του 1975. Στην αρχή της μουσικής του πορείας,
η εταιρεία του είχε προσπαθήσει να τον προωθήσει ως τον «νέο Dylan», και στη
συνέχεια έκανε μια μεγάλη διαφημιστική καμπάνια παρουσιάζοντάς τον ως «το μέλλον
του rock ’n’ roll» – ο ίδιος ασφυκτιούσε με όλα αυτά, και σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό πριν την πρώτη του συναυλία στο Λονδίνο, βλέποντας την επιγραφή «Επιτέλους
το Λονδίνο είναι έτοιμο για τον Bruce Springsteen και την E Street Band» στην
μαρκίζα του Hammersmith Odeon θα σκίσει οργισμένος τις διαφημιστικές
αφίσες στην είσοδο.
Το
Born to Run δείχνει ξεκάθαρα ποιος είναι ο Bruce Springsteen: οκτώ τραγούδια τοποθετημένα
σε σειρά ώστε κάθε τετράδα να ξεκινάει με την ελπίδα και να καταλήγει στην
απόγνωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εμβληματικό ομώνυμο κομμάτι στη μέση του album αποτελεί ωδή στην ελπίδα ενός
νέου ζευγαριού να ξεφύγει από την αδιέξοδη ζωή του στην πόλη των νικημένων
ηρώων. Αντίθετα, το Jungleland κλείνει το album με την ιστορία του Magic Rat
και του Ξυπόλυτου Κοριτσιού: εκείνος σκοτώνεται από το ίδιο του το όνειρο,
χωρίς ούτε ένας άνθρωπος να κοιτάζει το ασθενοφόρο που τον μεταφέρει, ενώ
εκείνη σβύνει ολομόναχη το φως του υπνοδωματίου. «Οι ποιητές εδώ κάτω»,
καταλήγουν οι στίχοι του Springsteen, «δε γράφουν τίποτα απολύτως / απλά κάνουν
πίσω και τα αφήνουν όλα ως έχουν».
Την περίοδο του Born to Run θα
αποκτήσει την κλασσική της σύνθεση η θρυλική E
Street Band, ο οργανικός ήχος της οποίας ήταν
και παραμένει μέχρι σήμερα ταυτισμένος με τη μουσική του Bruce Springsteen. Για τις ηχογραφήσεις αυτού του
album θα προστεθούν στο συγκρότημα ο πιανίστας Roy Bittan και ο ντράμερ Max Weinberg,
μαζί με τους ήδη συμμετέχοντες Garry Tallent στο μπάσο, Danny Federici στα πλήκτρα,
και Clarence Clemons στο τενόρο σαξόφωνο, το αξέχαστο σόλο του οποίου στο Jungleland
μόλις ακούσαμε. Επιπλέον, ο κιθαρίστας και φίλος του Springsteen Steve Van
Zandt θα συμβάλλει στην ενορχήστρωση των πνευστών και τα δεύτερα φωνητικά, για
να γίνει στη συνέχεια πλήρες μέλος, αναλαμβάνοντας τις rhythm κιθάρες.
Παρά
την τεράστια επιτυχία του Born to Run, ο Bruce Springsteen δε θα επιδιώξει να κυκλοφορήσει έναν κλώνο
του, και θα έρθει επιπλέον σε ρήξη με τον μάνατζέρ του, ο οποίος προσπάθησε να
κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία μέσω μιας live κυκλοφορίας. Μετά από δικαστική
διαμάχη που τον εμπόδισε να ηχογραφήσει επί ένα χρόνο, ο Springsteen θα παρουσιάσει
ένα πιο μελαγχολικό αλλά και πιο ώριμο album, το Darkness
on the Edge of Town του 1978, το οποίο
χαρακτηριζόταν από την εσκεμμένη στροφή προς έναν περισσότερο άμεσο ήχο και μια
πιο λιτή παραγωγή σε σύγκριση με το Born to Run.
Η
μουσική κατεύθυνση και το στιχουργικό περιεχόμενο αυτού του album φωτίζουν κυριολεκτικά
το σκοτάδι που σκεπάζει τις ζωές των κοινωνικά περιθωριοποιημένων και
οικονομικά αδύναμων. Ενδεικτικά, στο Racing in the Street, ένα από τα
σημαντικότερα τραγούδια σε όλη τη μουσική πορεία του Springsteen,
θα συναντήσουμε ένα ζευγάρι που έχει συντριβεί: εκείνος εκτονώνει την αδιέξοδη
ζωή του κάνοντας κόντρες με αυτοκίνητα τη νύχτα, και εκείνη έχει δει όλα της τα
όνειρα να σκίζονται, αφήνοντάς την να κοιτάζει με απλανές βλέμμα τη νύχτα.
Το Darkness on the Edge
of Town είχε μεγάλη καλλιτεχνική αναγνώριση αλλά μέτρια εμπορική επιτυχία, πράγμα
που θα αλλάξει με το διπλό και πολυπρισματικό album The River, το οποίο θα ακολουθήσει
το 1980 για να
παραμείνει μέχρι σήμερα η τρίτη πιο δημοφιλής κυκλοφορία του Bruce Springsteen. Πρόκειται για μια συνειδητή προσπάθεια
να μεταγραφεί η καταιγιστική επί σκηνής ενέργεια και ο ενθουσιασμός της E
Street Band σε
μια στούντιο ηχογράφηση μέσα από ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών διαφορετικού ύφους. Μεταξύ
αυτών βρίσκονται μερικά από τα πιο γνωστά κομμάτια του Springsteen, όπως το ιδιαίτερα επιτυχημένο single Hungry Heart που
δανείζεται τον τίτλο του από έναν στίχο του ποιήματος Οδυσσέας του Alfred, Lord Tennyson.
Η συγκεκριμένη αχόρταγη
καρδιά, ωστόσο, και ο παντοτινά περιπλανώμενος κάτοχός της αποτελούν σπουδή στη
χαρμολύπη: η αναγνωρίσιμη popμελωδία και ο χαρούμενος, σχεδόν
χορευτικός ρυθμός του τραγουδιού συνυπάρχουν αντιθετικά με την αφήγηση του αδιεξόδου
ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε την οικογένειά του για να αναζητήσει τον έρωτα
και κατέληξε ολομόναχος. Από την άλλη μεριά, στο θρυλικό και ακαταμάχητα
θλιμμένο ομώνυμο κομμάτι του album, ο Springsteen συνεχίζει να ξετυλίγει το νήμα
της ζωής των από κάτω, με το ποτάμι ως σύμβολο της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή
που καταρρέει – πηγή έμπνευσης εδώ ήταν ο αγώνας που έδωσαν η αδελφή του και ο γαμπρός
του για να επιβιώσουν όταν εκείνος έχασε τη δουλειά του.
Tο τέλος της θριαμβευτικής περιοδείας για το album The River, η οποία κράτησε ένα χρόνο με 140 συναυλίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, βρίσκει τον Bruce Springsteen με ανάμικτα συναισθήματα για
τον ρόλο του ως καλλιτέχνη και ακόμα περισσότερο επιφυλακτικό απέναντι στην επιτυχία
και τη συνακόλουθη αποκοπή του από το κοινωνικό και ταξικό πλαίσιο για το
οποίο έγραφε. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυρθεί στην επαρχία
του New Jersey και έξι μήνες αργότερα να επανέλθει έχοντας ηχογραφήσει με ένα
τετρακάναλο μαγνητόφωνο στο υπνοδωμάτιό του τα ακουστικά demos δεκαεπτά νέων τραγουδιών.
Παρότι αυτά τα κομμάτια θα
ενορχηστρωθούν για ηλεκτρικά όργανα στις πρόβες με την E Street Band, ο Springsteen κλίνει τελικά υπέρ της μινιμαλιστικής folk
αμεσότητας των demos
και για πρώτη φορά θα χρησιμοποιήσει ακούσιο υλικό, δηλαδή μουσική την οποία δε
σκόπευε να κυκλοφορήσει στη μορφή με την οποία την ηχογράφησε. Δέκα από αυτά τα
demos θα συγκροτήσουν το album Nebraska του 1982,
με κοινό θεματικό άξονα, όπως λέει ο ίδιος στο βιβλίο Songs του 2003, «[τ]η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σταθερότητα και εκείνη τη
στιγμή που ο χρόνος σταματάει και όλα σκοτεινιάζουν, τη στιγμή που τα πράγματα
που σε συνδέουν με τον κόσμο σου – η δουλειά σου, η οικογένεια σου, οι φίλοι, η
πίστη σου, η αγάπη και η ευγνωμοσύνη στην καρδιά σου – σε απογοητεύουν».
Το Nebraska είναι η πλέον απρόβλεπτη και αντιεμπορική κυκλοφορία της μουσικής του πορείας. Την περίοδο της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολούθησε τον εκλογικό θρίαμβο
του Ronald Reagan, ο Springsteen προτάσσει
μια ευθεία αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου μέσω ιστοριών για τους φτωχούς
και αλλοτριωμένους που οδηγούνται στην κατάρρευση και το έγκλημα. Σε μια εποχή επικράτησης της pop ελαφρότητας, της ευρείας χρήσης ηλεκτρονικών οργάνων
και «γυαλιστερών» παραγωγών, αλλά και της μουσικής επιτήδευσης σε μεγάλο μέρος των mainstream αλλά και των
εναλλακτικών ακουσμάτων, προτάσσει έναν τραχύ και ακατέργαστο ακουστικό ήχο και
μια λιτή, υποβλητική και βαθιά θλιμμένη, στοιχειωμένη θα έλεγε κανείς, ερμηνεία
με ελάχιστες χαραμάδες ελπίδας, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας επούλωσης
των τραυμάτων από τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του.
Στα
ακουστικά demos του Nebraska, ωστόσο, υπάρχουν επιπλέον κομμάτια που θα
κυκλοφορήσουν στο επόμενο και πλέον επιτυχημένο album Born in the USAτο 1984, όπως το ομώνυμο και το Downbound Train, μαζί με κομμάτια που
προέκυψαν στις σχετικές πρόβες, όπως τα I’m Goin’ Down και I’m on Fire. Σε συνέντευξή
του στην εκπομπή Entertainment Tonightεκείνη τη χρονιά, ο Bruce Springsteen ρωτήθηκε πώς συμφιλιώνει το γεγονός ότι απομυθοποιεί το αμερικανικό
όνειρο με τα τραγούδια του με το γεγονός ότι ο ίδιος είναι η προσωποποίηση του
αμερικανικού ονείρου λόγω της επιτυχίας του. Και
εκείνος έδωσε μια αφοπλιστικά ειλικρινή απάντηση: «δεν ξέρω, δεν είναι κάτι που
έχω επιλύσει».
Αυτό, ωστόσο, που έχει επιλύσει από την πρώτη δεκαετία της μουσικής του πορείας
αυτό το εργατόπαιδο από το New Jersey είναι η διαφορά ανάμεσα στην εμπορική επιτυχία και την καλλιτεχνική
ακεραιότητα, με την ξεκάθαρη επικράτηση της δεύτερης να τον συνοδεύει μέχρι
σήμερα, όπως έχουμε δει σε άλλη εκπομπή.
Baby, we were born to run: η εργατική τάξη και ο ροκ ποιητής της που παρά την επιτυχία δεν έπαψε να μιλάει για το σκοτάδι στην άκρη της πόλης (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Terry O'Neil, 24.10.2019 @ enfo | radio)