Eίναι αυτό που δε θα γίνουμε ποτέ: βολικά παθητικοί και αναισθητοποιημένοι
απέναντι στη φρίκη της γενοκτονίας που συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει στην
Παλαιστίνη.
Και είναι αυτό που κάνουμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε: να επιμένουμε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον
όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
Αν τα blues είναι διαχρονικές ρίζες του σύγχρονου ήχου, τα μουσικά τους
άνθη είναι ιδιαίτερα μεγάλου εύρους – ένα
χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το They Say I’m Different, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε
η funk πρωτοπόρος Betty Davis το 1974.
Καθόλου παράξενα, το κουαρτέτο PUBLIQuartet επέλεξε να ερμηνεύσει το
They Say I’m Different στο album του What Is American το 2022 – μια
ριζοσπαστική κυκλοφορία σύγχρονης κλασικής που αναδεικνύει τη μουσική της
αφροαμερικανικής κοινότητας ως βάση της πολιτισμικής ταυτότητας των Ηνωμένων
Πολιτειών.
Η αιώνια άνοιξη της μουσικής των από κάτω: το ταξίδι των blues τραγουδιών από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από τoν Muddy Waters στον Rory Gallagher, από την Geeshie Wiley στην Rhiannon Giddens, και από τον Ηowlin Wolf μέχρι τους Soundgarden αλλά και το κουαρτέτο κλασικής μουσικής PUBLIQuartet (εικόνα: Luba Lukova)
Όχι, αυτό δεν είναι
ένα εύπεπτο προϊόν που το μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας προωθεί ως «world music» σε δυτικά αυτιά που αρέσκονται στον
εξωτισμό. H
κολεκτίβα των Tinariwen παίζει tishoumaren, δηλαδή το πολιτικοποιημένο, ευθέως
αντιαποικιακό είδος που συνδυάζει στοιχεία των blues αλλά και του rock με την παραδοσιακή μουσική των λαών της ερήμου
Σαχάρα. Με άλλα λόγια, οι Tinariwen είναι μεταξύ των επιφανών εκπροσώπων μιας υβριδικής μουσικής χωρίς
σύνορα που αποτελείται από τραγούδια αγώνα και αντίστασης – καθόλου
συμπτωματικά και πολύ εύστοχα, ο τίτλος του album Amatssou που κυκλοφόρησαν το 2023 σημαίνει πέρα από τον φόβο.
Για κάθε αγάπη που αντέχει μέχρι ο ήλιος να γίνει στάχτη: νέες κυκλοφορίες από τη σύγχρονη κλασσική των Balmorhea στο post-metal των Pelican, από τον blues ήχο των Gov’t Mule στα desert blues των Tinariwen, και από το alternative rock των The Last Internationale στην alternative country του Tyler Childers και του Jason Isbell (Φωτογραφία: Michael Chow)
Το Why I Sing the Bluesτου B.B.
Κing, ζωντανή ηχογράφηση από το album Live and Well του 1969, είναι μια κοφτερή ανατομία των φυλετικών διακρίσεων που
διαπερνούν το συνολικό βίωμα της αφροαμερικανικής
κοινότητας – από την ιστορία της δουλείας και του ρατσισμού, στον σύγχρονο
κοινωνικό αποκλεισμό, τη φτώχια και την εργασιακή εκμετάλλευση. Ως τραγούδι
πολιτικής διαμαρτυρίας, είναι παραδειγματικό της ικανότητας των blues να σηματοδοτούν την ενδυνάμωση και να αποφεύγουν τη θυματοποίηση, με όχημα
τα εκφραστικά φωνητικά και την εκρηκτική κιθάρα του B.B. Κing, αλλά και τη
ρυθμική ένταση της μουσικής του, η οποία εδώ ενσωματώνει στοιχεία από τη soul
και το funk ενοποιώντας την αφροαμερικανική μουσική κουλτούρα.
Είναι αυτό το σημαντικότερο κομμάτι του B.B. Κing;
Όπως επισημαίνει ο βιογράφος του και βραβευμένος δημοσιογράφος Daniel De Vise
στο podcast I’m In Love With That Song, ο θρυλικός αυτός μουσικός υποστήριζε
έμπρακτα το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, χωρίς ωστόσο να έχει μέχρι τότε τοποθετηθεί δημόσια. Το Why I Sing the Blues ήταν η πρώτη ανοιχτά πολιτική του δήλωση, και τον
επόμενο χρόνο της κυκλοφορίας του ερμηνεύτηκε από τη σημαντικότερη soul τραγουδίστρια που ήταν και ενεργό
μέλος του Κινήματος, την Aretha Franklin, σε ένα από τα πλέον πολιτικοποιημένα
albums της, το Spirit in the Dark.
Επειδή στηρίζoυμε ο ένας την άλλη και η μουσική όλους μας: blues και κοινωνικά κινήματα ενάντια στον ρατσισμό και την αστυνομική βία, από τον Β.Β. King και τον J.B. Lenoir στην Aretha Franklin και τη Mavis Staples, και από τον John Lee Hooker στους MC5 και τους The Last Drive.
Υπάρχει μουσική που δεν προτίθεται να συμβιβαστεί, να γίνει προβλέψιμα
εναλλακτική, να χρησιμοποιήσει διδακτισμούς και ευχολόγια, ή να περιορίσει τον
θυμό της και τη θλίψη της – ο θυμός και η θλίψη, άλλωστε, είναι γονείς κάθε
ελπίδας. Ως ένα από τα σημαντικότερα και πολιτικά ενσυνείδητα συγκροτήματα της
post-metal σκηνής, οι Allochiria δημιουργούν μουσική που αντανακλά πάνω στις
δυστοπικές συνθήκες της εποχής μας. Στο album Commotion που κυκλοφόρησαν το
2023 προκρίνουν μεγάλη ένταση αλλά και εκφραστική αμεσότητα, με αιχμή τη χαρακτηριστική δύναμη που έχουν τα φωνητικά της Ειρήνης. Όπως λέει
το συγκρότημα σε συνέντευξή του στο Rocking, σε αυτό το album «υπάρχει και η υπόνοια της ελπίδας
και της νίκης, η οποία όμως δεν έρχεται χωρίς θυσίες ή κόπο. Σε ανθρώπινο
επίπεδο, είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να βλέπεις φως ακόμα και όταν υπάρχει
σκοτάδι γύρω σου, σου δίνει δύναμη να συνεχίζεις».
«Χρειάζονται τουλάχιστον δύο άνθρωποι, ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει»: πρωτοποριακές και πολιτικοποιημένες post-rock και post-metal κυκλοφορίες, πάντα και μόνο για ανοιχτές καρδιές – και ξέρετε τι παθαίνουν οι καρδιές όταν είναι ανοιχτές
Η πολυπρισματική σύγχρονη jazz fusion
του Kamasi Washington συναντάει το hip hop
στο κομμάτι Asha
The
First,
από το Fearless
Movement,
το πέμπτο και ίσως καλύτερό του album. Συνοδοιπόροι του εδώ είναι οι
δίδυμοι rappers Taj και Ras Austin
των Coast Contra και ο μπασίστας,
τραγουδιστής και παραγωγός Stephen
“Thundercat” Bruner,
η μουσική πορεία του οποίου εκτείνεται από το crossover thrash
των Suicidal Tendencies ως τη soul της Erikah Badu και το hip hop
του Kendrick Lamar.
Παράλληλα, το Asha
The First είναι
σημείο συνάντησης της μουσικής καινοτομίας με το γέλιο ενός παιδιού: το κεντρικό μουσικό θέμα προέρχεται από μια μελωδία που
έπαιζε στο πιάνο η Αsha,
η τετράχρονη κόρη του Kamasi Washington, η οποία διακρίνεται να τρέχει
γελώντας στο εξώφυλλο του album.
Η αντίθεση με τη στατική εικόνα του πατέρα της, που θυμίζει σαμάνο όπως στα
εξώφυλλα των προηγούμενων albums του, είναι συμβολική των αλλαγών που έχει
φέρει στη ζωή του η Asha. Όπως λέει ο ίδιος στους The New York Times, «το οπτικό αποτέλεσμα αποδίδει τέλεια
την ενέργειά της».
Το Asha The First είναι ένα προσωπικό κομμάτι για τον Kamasi Washington και, ταυτόχρονα, οι στίχοι του έχουν
κοινωνικά ενσυνείδητο χαρακτήρα, μεταξύ άλλων για τη γονεϊκότητα. Με άλλα
λόγια, το προσωπικό είναι πάντα πολιτικό, και εδώ αφορά και τη δημιουργία μουσικής
πέρα από στερεότυπα, με τη βοήθεια της Asha.
Όπως εξηγεί ο Kamasi Washington στο Paste, «όλα όσα κάνουν [τα παιδιά] είναι
νέα, κάθε εμπειρία είναι μια νέα εμπειρία. Και καθώς μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε
[…] τι είναι ασφαλές. Αλλά αυτή η παιδική μουσική ενέργεια είναι ισχυρή, αυτή η
ελευθερία που αποπνέουν τα παιδιά. Από αυτήν την άποψη μαθαίνω από εκείνη. Δεν φοβάται
να πει οτιδήποτε. Θα δοκιμάσει οτιδήποτε, οπότε θα παίξει οτιδήποτε στο πιάνο.
Τίποτα δεν είναι λάθος για εκείνη. Είναιαπλάδιαφορετικέςεκδοχέςτουσωστού».
Από τις εκπληκτικές πρώτες κυκλοφορίες της Amy Gadiaga, της Sarah Hanahan και της Nicky Kokkoli στον θεμελιώδη σύγχρονο ήχο του Kamasi Washington, της Lakecia Benjamin και του Immanuel Wilkins, και από την συνεργασία της
Esperanza Spalding με τον latin jazz θρύλο Milton Nascimento στην σύμπραξη του Wynton Marsalis με την Jazz At Lincoln Center Orchestra – μαζί, jazz και πολιτική από το παρελθόν στο παρόν, από τη μία άκρη του Ατλαντικού στην άλλη, από τη ρατσιστική βία στις γυναικοκτονίες (φωτογραφία: Elizabeth Leitzell)
Τόσο ο Jason Isbell όσο και ο Tyler Childers έχουν εκφράσει αντιρατσιστικές θέσεις στο πλαίσιο της σύγχρονης alternative country / americana σκηνής, εστιάζοντας την κριτική τους στο λευκό προνόμιο: την πλεονεκτική θέση που βρίσκονται
οι λευκοί, η οποία προσδιορίζεται δομικά και ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύει καθένας
πολιτικά. Είμαι ένας λευκός που ζει σε έναν κόσμο λευκών, τραγουδάει ο Jason Isbell, αναφερόμενος στην ιστορία της εξόντωσης των ιθαγενών, στο παρελθόν της δουλείας αλλά και στο παρόν του ρατσισμού, στο White Man’s World – ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια των Jason Isbell and the 400 Unit,από το album The Nashville Sound που κυκλοφόρησε το 2017.
Το Long Violent History, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε το 2020 ο Tyler Childers, είναι ένα κομμάτι πολιτικής διαμαρτυρίας ενάντια στις δολοφονίες αφροαμερικανών και αφροαμερικανίδων από την αστυνομία, και, ταυτόχρονα, ένα κάλεσμα αλληλεγγύης με το κίνημα Black Lives Matter. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πολιτική πράξη απεύθυνσης στις εργατικές κοινότητες από τις οποίες προέρχεται ο Tyler Childers, με την παρότρυνση να αναγνωρίσουν το λευκό τους προνόμιο, να αναλογιστούν τι θα έκαναν αν είχαν στοχοποιηθεί από την αστυνομία και να υποστηρίξουν την ήδη στοχοποιημένη αφροαμερικανική κοινότητα.
Φωτεινές καρδιές και κοφτερές λέξεις: ιστορίες για την αγάπη και την απώλεια, και η ανάδειξη του φεμινισμού και του αντιρατσισμού στη σύγχρονη alternative country μέσα από νέες, και όχι μόνο, κυκλοφορίες της Amanda Shires, του Jason Isbell, της Margo Price και του Tyler Childers.
Η Christina Pluhar και το μουσικό της σύνολο L’Arpeggiata αναδεικνύουν το έργο των συνθετριών του 17ου αιώνα στο album Wonder Women, εξερευνώντας, παράλληλα, τα εμπόδια στον δρόμο των γυναικών καλλιτεχνών, «πολλά από τα οποία δεν περιορίζονται στον
17ο αιώνα αλλά ισχύουν και σήμερα», όπως λέει η ίδια σε συνέντευξή της
στο Gramophone. To album περιλαμβάνει επίσης παραδοσιακά
τραγούδια, όπως το μεξικάνικο La Bruja που ερμηνεύει η Luciana Mancini. Ο τίτλος του κυριολεκτικά
σημαίνει μάγισσα, αλλά το κομμάτι δεν έχει σχέση με μαγικές δυνάμεις: όπως εξηγεί η Christina
Pluhar στο Presto Music, με αυτή τη λέξη αποκαλούσαν οι άνδρες της προηγούμενης
γενιάς στο Μεξικό τις γυναίκες που δεν συμμορφώνονταν με τους παραδοσιακούς
κοινωνικούς ρόλους, εκείνες που «προσπαθούσαν να είναι ελεύθερες και ανεξάρτητες
και δεν ήθελαν να βρίσκονται στη σκιά των συζύγων τους».
Από το φεμινιστικό punk των Frenzee στην εναλλακτική country της Gillan Welch, και από τη μάχη της Taylor Swift με τη μουσική βιομηχανία στην 40η επέτειο του Βorn In The USA του Bruce Springsteen – επειδή στο ραδιόφωνο που αγαπάμε οι «νέες» κυκλοφορίες είναι παλιές, οι «παλιές» νέες, και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή.
Tα blues είναι βασική
πολιτισμική αναφορά στη δημόσια συζήτηση της Toni Morrison με τον Cornel West,
η οποία διοργανώθηκε από το περιοδικό The Nation το 1993. Στο πλαίσιο της
σύνδεσης μουσικής και πολιτικής, ο Cornel West χρησιμοποίησε
τον όρο blues sensibility, προσδιορίζοντας μια αντίληψη του
κοινωνικού περιβάλλοντος που αναγνωρίζει με παρρησία τις οδυνηρές του αντιξοότητες,
αλλά και έναν φορέα της πνευματικής ισχύος και αντοχής που χρειάζεται η αντιμετώπιση
αυτών των αντιξοοτήτων, όπως δείχνει η ιστορία της αντίστασης της αφροαμερικανικής
κοινότητας στις ρατσιστικές διακρίσεις. Η βραβευμένη με Νόμπελ συγγραφέας ανταποκρίθηκε σε αυτήν την αντίληψη με μια από τις πιο
οξυδερκείς παρατηρήσεις που έχουν γίνει για τα blues.
Σε αυτά τα τραγούδια, υποστήριξε η Toni Morrison, υπάρχει απώλεια και οδύνη,
αλλά κατά ένα μέρος μόνο. Τα blues δεν είναι το ισοδύναμο του κλάματος, και ακόμα κι όταν οι στίχοι μοιάζουν
με ικεσία, η μουσική αντιβαίνει κάθε συναίσθημα οριστικής ήττας και θυματοποίησης.
Θα μπορούσαμε ίσως να θεωρήσουμε το I Woke Up This Morning του Lightnin’Hopkins, από το albumDown Home Bluesτου 1964, ως ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα. Ξύπνησα σήμερα το πρωί στη φυλακή, λένε οι στίχοι του, και όλοι μου
οι φίλοι μού γύρισαν την πλάτη – κύριε δεσμοφύλακα, φέρε μου σε παρακαλώ το
κλειδί, αυτό το μέρος δεν είναι για μένα. Δεν έχω να σου φέρω κανένα κλειδί,
απαντάει ο δεσμοφύλακας – αυτό το μέρος μπορεί να μην είναι για σένα, αλλά
είναι το μέρος που θα μείνεις.
Ωστόσο, αυτή η έκφραση αδιεξόδου, εγκλωβισμού και εγκατάλειψης δεν είναι
απόλυτη: την αντιβαίνει η ένταση της μουσικής αυτού του εμβληματικού εκπροσώπου των blues του Τέξας, ο δυναμικός ήχος της κιθάρας του, τραχύς αλλά και
δεξιοτεχνικός μαζί, και η χαρακτηριστικά ελεύθερη και αυτοσχεδιαστική του ερμηνεία.
Με άλλα λόγια, εδώ το υποκείμενο σηματοδοτείται ως ενεργό ακόμα και τη δυσκολότερή του
ώρα – δε μπορεί φυσικά να αλλάξει την κατάσταση που βρίσκεται, αλλά αυτό δε σημαίνει
ότι θα συναινέσει ή θα σιωπήσει. Το κομμάτι, άλλωστε, κλείνει
αντιστρέφοντας τη φράση του δεσμοφύλακα: η φυλακή, επιμένει ο Lightnin’, μπορεί
να είναι το μέρος που θα μείνω, αλλά δεν είναι μέρος για μένα.
Ένας τρόπος υπάρχει
για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας, και αυτός φυσικά είναι η αλεπού. Όταν, στο ομώνυμο βιβλίο του Antoine de Saint-Exupéry, ο Μικρός
Πρίγκηπας γνωρίζει την αλεπού, τής ζητάει να παίξουν μαζί γιατί είναι πολύ
λυπημένος. Δε μπορώ, απαντάει εκείνη, δεν είμαι εξημερωμένη. Και όταν τη ρωτάει τι θα
πει αυτό, η αλεπού απαντάει ότι σημαίνει να δημιουργείς σχέσεις: για μένα, του
εξηγεί, δεν είσαι παρά ένα μικρό αγόρι, ίδιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγόρια, και για
σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αλλά αν
με εξημερώσεις, θα γίνεις μοναδικός για μένα στον κόσμο, και εγώ, αντίστοιχα,
μοναδική για σένα.
Σε αυτό το σημείο,
ο Μικρός Πρίγκηπας θα καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει
τόσο σημαντικό το τριαντάφυλλο που έχει στον πλανήτη του. Τα άλλα τριαντάφυλλα μπορεί να είναι εξίσου
όμορφα αλλά δεν έχουν κανένα νόημα γιατί κανένας δεν τα έχει εξημερώσει, ούτε αυτά
έχουν εξημερώσει κανέναν. Μπορεί να φαίνονται ίδια με το δικό του τριαντάφυλλο,
εκείνο όμως είναι σημαντικό γιατί είναι αυτό που πότισε, αυτό που φρόντισε,
αυτό που προστάτεψε από τον άνεμο.
Αυτό είναι όλο – όποιος κι αν είναι ο πλανήτης μας, όπου κι
αν είναι το σπίτι μας, είτε βρισκόμαστε σε μακρινές χώρες είτε σε διπλανές
γειτονιές, το ίδιο χρειάζεται να εξημερώνουμε και να εξημερωνόμαστε. Όπως,
άλλωστε, λέει η αλεπού όταν αποχαιρετάει τον Μικρό Πρίγκηπα, μόνο με την καρδιά
βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.