23 February 2026

Μια ελπίδα που λάμπει ακόμα στο σκοτάδι

The Walkabouts: λίγα συγκροτήματα έχουν αγαπηθεί τόσο πολύ, και όπως ξέρετε η αγάπη δε συνηθίζει να μπαίνει εύκολα σε λέξεις. Αν, ωστόσο, το επιχειρήσουμε, φαντάζομαι πως θα συμφωνήσουμε καταρχήν στη λέξη αυθεντικότητα: μπροστά μας βρισκόταν πάντα μια ειλικρινής και ανεπιτήδευτη μπάντα, η καλλιτεχνική ακεραιότητα της οποίας έγινε θεμέλιο της σχέσης μας μαζί τους. Και το δεύτερο θεμέλιο αυτής της σχέσης ήταν ο σχεδόν μαγικός τρόπος που συνδύαζαν στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη – κυρίως το rock, τη folk και την country – φτιάχνοντας μια δική τους, πρωτότυπη και αναγνωρίσιμη ταυτότητα με μεγάλη και διττή ένταση: των συναισθημάτων, αλλά και των ενισχυτών.

Η σύνθεση του συγκροτήματος, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, ήταν ο Michael Wells στο μπάσο, ο Terri Moeller στα ντραμς, ο Glenn Slater στο πιάνο, και φυσικά η Carla Torgerson και ο Chris Eckman στα φωνητικά και τις κιθάρες. Η δυναμική αντίθεση ανάμεσα στην αιθέρια αλλά και πανίσχυρη φωνή της πρώτης, και την τραχιά αλλά και εκφραστική φωνή του δεύτερου, καθόρισε ερμηνευτικά τον τόνο του συγκροτήματος. Με άλλα λόγια, η Carla και ο Chris είναι η διπλή καρδιά των The Walkabouts, και θα πάμε κατευθείαν σε αυτήν με δύο κομμάτια: Your Hope Shines, με τη συμμετοχή των King Jesus Disciples, και Almost Wisdom.




Η πρώτη δεκαετία του συγκροτήματος χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγικότητα και συλλογική δημιουργικότητα – η μουσική αποδίδεται κατά κανόνα σε όλα τα μέλη από κοινού και οι στίχοι στον Chris Eckman. Ξεκινώντας το 1985, θα κυκλοφορήσουν δύο EPs και τρία albums σε indie folk-rock ύφος μέχρι το εμβληματικό διπλό album New West Motel του 1993, αλλά και το Setting the Woods on Fire που ακολούθησε το 1994: δύο κυκλοφορίες που καθιέρωσαν το συγκρότημα και στις οποίες ανήκουν τα κομμάτια που μόλις ακούσαμε.

Είναι αυτή η καλύτερη περίοδος των The Walkabouts; Οι αρετές τους δε λείπουν από καμία κυκλοφορία, ωστόσο αυτά τα δύο albums είναι αναντικατάστατα, με την έννοια ότι πολλ@ γνωρίσαμε και αγαπήσαμε το συγκρότημα μέσα από αυτά – πράγμα καθόλου τυχαίο, δεδομένου ότι συνιστούν τον πληρέστερο ορισμό του ήχου του, αλλά και αναδεικνύουν τη rock πλευρά του σε όλη της την ένταση. Ανάμεσά τους, ωστόσο, κυκλοφόρησε το album διασκευών Satisfied Mind το 1993, από το οποίο θα ακούσουμε το Feel Like Going Home, ένα country κομμάτι του Charlie Rich, με τη συμμετοχή του Mark Lannegan των Screaming Trees


Το συγκρότημα προερχόταν από το Seattle και ηχογραφούσε στη Sub Pop, αλλά, λόγω του διαφορετικού του ήχου σε σχέση με τα grunge συγκροτήματα της πόλης, προωθήθηκε μονόπλευρα στη δική μας όχθη του Ατλαντικού από το ευρωπαϊκό τμήμα της εταιρείας. Το album Devil’s Road που θα ακολουθήσει το 1996 αποτελεί σημείο καμπής: ηχογραφείται κατόπιν μετακίνησης στην ευρωπαϊκή Virgin, στρέφεται προς μια ατμοσφαιρική folk κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ορχήστρας, και εγκαινιάζει την ανάληψη των συνθέσεων από τον Chris Eckman.

Παρά την επιτυχία του εγχειρήματος, το συγκρότημα θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του, καταρχήν ερχόμενο σε ρήξη με τη Virgin γύρω από το περιεχόμενο και την προώθηση του νέου album Nighttown, το οποίο θα κυκλοφορήσει το 1997. Την ίδια περίοδο, η προσωπική σχέση ανάμεσα στον Chris Eckman και την Carla Torgerson φτάνει στο τέλος της. Και δέκα μέρες πριν την ηχογράφηση του επόμενου album με τίτλο Trail of Stars, ο μπασίστας John Baker Saunders πεθαίνει από υπερβολική δόση ηρωίνης.

«[Κ]ατά κάποιο τρόπο», λέει ο Chris Eckman για εκείνη την περίοδο σε συνέντευξή του Penny Black Music, «είχαμε πάντα στο μυαλό μας τη μουσική σαν κάτι που μοιάζει με καρδιά. Είναι κάτι που σημαίνει περισσότερα για μας από το πώς να βγάζεις χρήματα, ή πώς να κάνεις καριέρα, ή οτιδήποτε τέτοιο. Νομίζω ότι μέσα από εκείνες τις πραγματικά δύσκολες εποχές, αυτό ήταν το στοιχείο που, περισσότερο ή λιγότερο, μας βοηθούσε πάντα να προχωρήσουμε».

Θα ακούσουμε τον ήχο εκείνων των δύσκολων εποχών μέσα από δύο κομμάτια μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, το Unwind και το Drown από τα albums Nighttown του 1997 και Trail of Stars του 1999 αντίστοιχα – και ύστερα θα προχωρήσουμε μαζί με το συγκρότημα στο Ended Up a Stranger, από το ομώνυμο album του 2001.




Από το 2001 και μετά, οι κυκλοφορίες του συγκροτήματος γίνονται πιο αραιές: τέσσερα χρόνια θα περάσουν μέχρι το Acetylene του 2005 και άλλα έξι μέχρι το τελευταίο τους album Travels in the Dustland του 2011. «Ο κόσμος», έλεγε τότε ο Chris Eckman, «δεν χρειάζεται απαραίτητα ακόμα ένα album των The Walkabouts, εκτός αν είναι πραγματικά καλό. Αυτός είναι ο πήχης που βάζουμε, ο λόγος για τον οποίο κυκλοφορούμε ένα album, και όχι επειδή υπάρχει ένα συμβόλαιο ή για να κάνουμε μια περιοδεία».

Με άλλα λόγια, το συγκρότημα δε μας είδε ποτέ ως καταναλωτές και η κριτική του στην εργαλειακή διαδοχή νέων κυκλοφοριών και περιοδειών, δηλαδή στον παραδοσιακό  κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ακεραιότητας. Από αυτήν την άποψη, το Travels in the Dustland δεν ήταν μόνο ένας συναρπαστικός μουσικός αποχαιρετισμός, αλλά και αυτός που αρμόζει σε ένα συγκρότημα που παρότι διαλύθηκε το 2015 συνεχίζει μέχρι σήμερα να λάμπει στο σκοτάδι, όπως κάθε πραγματική ελπίδα.



Επειδή η ελπίδα λάμπει μόνο μέσα στο σκοτάδι: η μουσική καρδιά των Τhe Walkabouts που υπήρξε πάντα τόσο μαγική όσο και ειλικρινής μαζί μας (σήμα: Pelican – Sirius, εικόνα: Ben Thompson, Your Hope Shines Single Cover, 17.10.2019 @ enfo | radio)

No comments:

Post a Comment