29 August 2025

Για την απώλεια αλλά και τη νοσταλγία

Το Me and Bobby McGee είναι ένας ύμνος στον ελεύθερο έρωτα, στον ανοιχτό ορίζοντα της περιπλάνησης στην αμερικανική ενδοχώρα και σε ένα ζευγάρι που τους αρκεί να είναι μαζί για να είναι ευτυχισμένοι – κι όμως, ταυτόχρονα, είναι ελεγεία για την απώλεια αλλά και τη νοσταλγία του έρωτα, γλυκόπικρο σχόλιο για το άδοξο τέλος μιας σχέσης και στοχασμός πάνω στο αν και ποιο νόημα έχει η ελευθερία όταν κανείς δεν έχει πια τίποτα να χάσει. Freedom’s just another word for nothin’ left to lose: αυτός ο κλασικός πλέον στίχος είναι εμπνευσμένος από το τραγικό τέλος της ταινίας La Strada του Frederico Felini, έλεγε ο Kris Kristofferson σε συνέντευξή του στο Performing Songwriter το 2015.

Το Me and Bobby McGee σημάδεψε την outlaw country, αλλά και τη folk και rock αντικουλτούρα συνολικά, όταν κυκλοφόρησε το 1970 στο πρώτο album του Kris Kristofferson με τίτλο το επώνυμό του. Είναι αναρίθμητες οι διασκευές του από κορυφαίους μουσικούς ανεξαρτήτως είδους μέχρι σήμερα, καμία όμως δεν είναι όσο εκπληκτική αλλά και εκρηκτική ήταν εκείνη της Janis Joplin στο album Pearl που κυκλοφόρησε το 1971, τρεις μήνες μετά τον θάνατό της – το single έφτασε στην κορυφή των πωλήσεων στις ΗΠΑ και 50 χρόνια αργότερα, το 2021, απέκτησε επετειακό video clipO Kris Kristofferson έλεγε στην ίδια συνέντευξη ότι όταν άκουσε την ερμηνεία της Janis δε μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, και από τότε όταν τραγουδούσε το Me and Bobby McGee σκεφτόταν πάντα εκείνη.




Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)

25 August 2025

Χωρίς κανένα όριο μεταξύ τους

 

H λατρεμένη, και χρονολογικά πρώτη, ηχογράφηση του Mysterioso του Thelonious Monk βρίσκεται στο Sonny Rollins, Vol. 2, το album που δημιούργησε το 1957 μια κυριολεκτικά dream team μουσικών: Sonny Rollins στο σαξόφωνο, Art Βlakey στα ντραμς, Paul Chambers στο μπάσο, J. J. Johnson στο τρομπόνι, Horace Silver στο πιάνο – και ο ίδιος ο Thelonious, ο οποίος παίζει πιάνο στις δύο δικές του συνθέσεις.

Το Mysterioso επέλεξαν να ερμηνεύσουν και οι Kronos Quartet στο album που αφιέρωσαν στον καινοτόμο αυτόν μουσικό με τίτλο Monk Suite: Kronos Quartet Plays Music of Thelonious Monk το 1985. Δεν είναι συνηθισμένο και δεν είναι εύκολο – οι Kronos όμως, όπως έχουμε ξαναπεί, δεν είναι ένα συνηθισμένο κουαρτέτο αλλά ένα σχήμα που επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει κουαρτέτο κλασικής μουσικής στην εποχή μας.




Τζαζ και κλασική μουσική: μια σχέση απρόβλεπτη, υπέροχη, απαιτητική – αλλά κάπως έτσι δεν είναι οι μεγάλοι έρωτες; Κατά τα άλλα, καταλυτική εκφραστική δύναμη από τον Claude Debussy στον Kamasi Washington, από τον Thelonius Monk στους Kronos Quartet, και από το κοντσέρτο για πιάνο του Aaron Copland στην αντικαπιταλιστική Όπερα της Πεντάρας του Kurt Weill και του Bertolt Brecht με τη βοήθεια της Nina Simone, της Lotte Lenya και του Louis Armstrong (φωτογραφία: Mike Park)

19 August 2025

Η αιώνια άνοιξη των blues

Μια ανυποχώρητη διακήρυξη γυναικείας αυτονομίας, ενδυνάμωσης και αντίστασης: αυτό είναι το You Can’t Rule Me της πρωτοπόρου blues τραγουδίστριας, κιθαρίστριας και συνθέτριας Memphis Minnie. Η διαχρονική αυτή ηχογράφηση του 1937 διασταυρώνεται στην εποχή μας με την ερμηνεία της Lucinda Williams στο album της Good Souls, Better Angels του 2020. Στις συναυλίες της η Lucinda Williams έπαιζε το You Can’t Rule Me ως διαμαρτυρία ενάντια στην ανατροπή της ιστορικής δικαστικής απόφασης Roe v. Wade, η οποία είχε θεμελιώσει το δικαίωμα των γυναικών στην έκτρωση




H γυναικεία ενδυνάμωση από τις πρωτοπόρες ηχογραφήσεις της Memphis Minnie και της Ida Cox στις νεότερες ερμηνείες της Barbara Dane και της Lucinda Williams, η πολιτικοποιημένη μουσική των Brownie McGhee και Sonny Terry, οι εκρηκτικές κιθάρες του Elmore James και του Freddie King, και το ταξίδι του Blind Willie Johnson από τη δεκαετία του 20 στο soundtrack της ταινίας Paris, Texas (φωτογραφία: Donaldson Collection)

15 August 2025

Το μινόρε του Δεκαπενταύγουστου

Κι όμως, δεν πηγαίνουν όλοι οι άνθρωποι διακοπές – δε φτάνουν σε όλους μας τα χρήματα, ή χρειάζεται να εργαστούμε ακόμα και τον Αύγουστο, ή δεν έχουμε αρκετά καλή σωματική ή ψυχική υγεία, ή έχουμε την ευθύνη άρρωστων, ηλικιωμένων, ευάλωτων ανθρώπων και δεν τους εγκαταλείπουμε. Έχουμε όμως αυτήν την πόλη, την Αθήνα εννοώ, που την αγαπάμε παρότι κάνει ό,τι μπορεί για να μας δυσκολέψει και μας το ανταποδίδει με τους ανθρώπινους ρυθμούς της τον Δεκαπενταύγουστο: περπατάμε στη μέση των άδειων δρόμων της, βρίσκουμε σκιά στις πυλωτές της και ησυχία στις πλατείες της, και ένας αστικός μύθος λέει ότι τις νύχτες κανείς δε μένει αδιάφορος μπροστά στα φώτα της όταν τα κοιτάζει από τις κορυφές των λόφων της.

Τίποτα δεν είναι εύκολο και όλα αξίζουν μια μέρα σαν αυτή – μια καλοκαιρινή μέρα.



Για την τρυφερότητα της άδειας πόλης τον Αύγουστο, για τα χρήματα που δε φτάνουν και τις ζωές που περισσεύουν, για το καλοκαίρι των από κάτω (φωτογραφία: Paul McDonough)

7 August 2025

Ένα σχεδόν ηλεκτρικό κύμα ενδυνάμωσης

 

Τo dub είναι οργανικό μέρος της αφρο-καραϊβικής μουσικής κουλτούρας και ως τέτοιο αρχικά συμβάδισε με τη reggae – ήταν, θα μπορούσαμε να πούμε, η άλλη της πλευρά, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Οι dub εκδοχές reggae κομματιών εμφανίστηκαν ως b-sides σε singles, και είχαν τη μορφή ατμοσφαιρικών remixes με ενισχυμένο τον ήχο των ντραμς και του μπάσου, αφαίρεση ή και απομόνωση φωνητικών, και προσθήκη ηχητικών εφέ όπως echo και reverb. «Η πρώτη πλευρά ενός δίσκου θα με αφύπνιζε μέσω κοινωνικού σχολιασμού που μιλούσε για την πολιτική, τη φυλή, την τάξη, την ανθρωπότητα, τη δικαιοσύνη και την αδικία, για την αγάπη και για τη θλίψη», λέει στο Μουσείο του Λονδίνου η Sistah Stella του Κινήματος Rastafari. «Αλλά ήταν η δεύτερη πλευρά με το dub που μου έδινε ένα εντελώς βαθύ και εσωτερικό, σχεδόν ηλεκτρικό κύμα ενδυνάμωσης. Είναι, ξέρεις, η μπασογραμμή, όπως χτυπάει πάνω σου διώχνει κάθε τι αρνητικό».

To dub αναπτύχθηκε ραγδαία τη δεκαετία του 70 στην Τζαμάικα, αλλά και στο Λονδίνο από την αφρο-καραϊβική μεταναστευτική κοινότητα. Η έκθεση Dub London: Bassline of the City στο Μουσείο του Λονδίνου περιλάμβανε ομοίωμα δισκοπωλείου ως χαρακτηριστικό χώρο συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης της κοινότητας: οι άνθρωποι δεν πήγαιναν εκεί απλά για να αγοράσουν δίσκους, αλλά για να συζητήσουν, να γνωριστούν, να μάθουν νέα από τη Τζαμάικα αλλά και τα νέα της γειτονιάς τους, λέει η επιμελήτρια Theresa Dhaliwal Davies στην εφημερίδα The Guardian. Έφταναν μετανάστες από την Καραϊβική, προσθέτει ο dub MC Papa Face, και πήγαιναν κατευθείαν από το αεροδρόμιο με τις βαλίτσες τους στο reggae και dub δισκοπωλείο που διατηρούσε τη δεκαετία του 80 στο Λονδίνο: «το δισκοπωλείο θα ήταν η πρώτη τους πραγματική εμπειρία από την Αγγλία – ήξεραν ότι θα έβρισκαν άκρη εκεί – ήταν σαν ένα καταφύγιο, σαν ένα δικό τους σπίτι».

Αυτή η μουσική ήταν επίσης συνδεδεμένη με το άνοιγμα χώρων για την αφρο-καραϊβική κοινότητα ενάντια στον κοινωνικό της αποκλεισμό, όπως στην περίπτωση των πάρτυ σε αυτοοργανωμένα clubs που στεγάζονταν προσωρινά σε σπίτια των μελών της και χρησιμοποιούσαν αυτοσχέδια ηχητικά συστήματα για να παίξουν τη μουσική της. Μια σχετική αναπαράσταση των πάρτυ ως μορφή αντίστασης υπάρχει στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς Small Axe του Steve McQueen με τίτλο Lovers Rock. «Ήταν μια DIY κουλτούρα», λέει o σκηνοθέτης στην εφημερίδα The Guardian, «και μέρος του λόγου για αυτό ήταν ότι οι μαύροι δεν ήταν τόσο ευπρόσδεκτοι στα clubs οπότε έπρεπε να δημιουργήσουν έναν δικό τους χώρο». Μαζί με τα reggae και lovers rock τραγούδια του επεισοδίου, ακούγεται και το κλασσικό Kunta Kinte Dub των The Revolutionaries από το 1976, κομμάτι που φέρει το όνομα του σκλάβου που αποτελεί τον κύριο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα Roots του Alex Haley.




To dub άσκησε επιρροή στην pop, το rock και το punk, ήταν καταλυτικό για την εξέλιξη όλου του φάσματος της χορευτικής ηλεκτρονικής μουσικής, όπως και της ambient και του trip hop, αποτελεί θεμέλιο του jungle και του drum & bass, και συνομιλεί με το hip hop. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς το σύγχρονο μουσικό τοπίο χωρίς το dub. Ταυτόχρονα, ωστόσο, πρόκειται για αμιγώς λαϊκή μουσική: πολιτισμικά υπήρξε και παραμένει έκφραση της αφρο-καραϊβικής διασποράς, μέρος του soundtrack της γιορτής της και των συμβολικών μορφών της αντίστασής της, και αποτελεί σύγχρονο ηχητικό σημείο αναφοράς μιας διεθνούς και σε μεγάλο βαθμό underground σκηνής.

Και από αυτήν την άποψη, οι μουσικές, αισθητικές και τεχνολογικές καινοτομίες του dub ναι μεν υπήρξαν επιδραστικές και υιοθετήθηκαν από άλλα είδη ή και δημιούργησαν νέα, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ πολιτικά ουδέτερες. Ως ηχητική αποδόμηση αλλά και ανασύνθεση της reggae, αναγωγή στον σκληρό της πυρήνα αλλά και ανάδειξη των βασικών της χαρακτηριστικών, το dub είναι επίτευγμα μηχανικών ήχου και παραγωγών όπως ο King Tubby και o Lee “Scratch” Perry, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το King Tubby Meets Rockers Uptown του Augustus Pablo από το 1976 και το Blackboard Jungle Dub των The Upsetters από το 1973. Αυτός ο καινοτόμος ήχος αποτελεί αντανάκλαση πάνω στην τραυματική ιστορία της Καραϊβικής, τη δουλεία και την αποικιοκρατία, ισχυρίζεται ο Joe Davidson: τα θραυσματικά ηχητικά τοπία του dub αναγκάζουν τον ακροατή να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά τους, να φανταστεί την ανασύνθεση του κόσμου.

Η τεχνική της αφαίρεσης ή απομόνωσης φωνητικών από την αρχική ηχογράφηση δεν είναι απλά καλλιτεχνική επιλογή, και το κενό που δημιουργείται, ή και υποβάλλεται από ηχητικά εφέ όπως το echo, δεν είναι ένα στουντιακό τρικ: πρόκειται για πολιτικές δηλώσεις, όπως επισημαίνουν οι Mad Collective Connection, για την ηχητική δημιουργία χώρων όπου μπορεί κανείς «να σκεφτεί, να νιώσει, και να αντισταθεί». Με άλλα λόγια, το dub είναι πρωτοπόρα, αυθεντική και κοινωνικά ριζωμένη πολιτισμική έκφραση και πρακτική που έρχεται από τα κάτω, σε αντίθεση με το μοντέλο μαζικής και εμπορευματοποιημένης διασκέδασης των mainstream DJ sets ηλεκτρονικής μουσικής.




Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)