28 September 2025

Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει

Από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, δηλαδή από τα ακουστικά blues της υπαίθρου στα ηλεκτρικά blues της πόλης: δεν υπάρχει σημαντικότερο ταξίδι από αυτό για την εξέλιξη των blues, αλλά και της σύγχρονης μουσικής συνολικά, και θα μας βοηθήσουν να το κάνουμε ο Robert Petway, ο Muddy Waters και ο Jimi Hendrix.

Για τον Robert Petway δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τίποτα πέρα από το ήταν μουσικός των blues από το Δέλτα: μια φωτογραφία του υπάρχει μόνο και τα λίγα κομμάτια που ηχογράφησε εντός μιας ημέρας το 1941 και άλλης μιας το 1942. Πασίγνωστη, ωστόσο, είναι η επιρροή του έργου του μέχρι σήμερα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πολυδιασκευασμένο Catfish Blues.



Στο Catfish Blues θα βασιστεί ο Μuddy Waters όταν θα ηχογραφήσει στο Σικάγο το 1950 το RollinStone, κομμάτι του οποίου ο διαφορετικός, τραχύς και ηλεκτρικός ήχος θα ασκήσει καταλυτική επιρροή στην εξέλιξη των blues, αλλά και στη διαμόρφωση της rock μουσικής τη δεκαετία του 60 – ξέρετε άλλωστε ποιο συγκρότημα, αλλά και ποιο μουσικό περιοδικό, δανείστηκε το όνομά του από αυτό το κομμάτι.



Ο Muddy Waters, εργάτης γης στις φυτείες του Μισισιπί, φορτηγατζής στο Σικάγο, και εμβληματικός blues μουσικός, έκανε το ταξίδι από τον νότο στον βορρά μεταφέροντας, μαζί και με άλλους μουσικούς που μετανάστευσαν αντίστοιχα, τη συλλογική γνώση των blues. Συλλογική γιατί στο Δέλτα οι μουσικοί μάθαιναν ο ένας από τον άλλον, επηρέαζαν ο ένας τον άλλον, μοιράζονταν κοινούς μουσικούς κώδικες. Το ίδιο άλλωστε ίσχυε και για τον Robert Petway: στίχοι του  Catfish Blues, για παράδειγμα, υπήρχαν και σε κομμάτια της δεκαετίας του 20.

Σε αυτήν τη συλλογική τέχνη, τη μουσική της κοινότητας, βασίστηκαν και ταυτόχρονα προσέφεραν οι σημαντικοί της επίγονοι όπως ο Jimi Hendrix, θεμελιώνοντας παράλληλα τον ήχο της rock μουσικής. Ενδεικτικά, το album BBC Sessions των The Jimi Hendrix Experience κυκλοφόρησε το 1998 περιλαμβάνοντας ηχογραφήσεις του 1967, μεταξύ αυτών και το Catfish Blues, στο οποίο o Hendrix βασίζεται στην εκδοχή του Muddy Waters.

Και αντίστοιχα στην εκδοχή του Hendrix θα βασιστούν σύγχρονοι μουσικοί, από τον Gary Clark Jr., όπως έχουμε ακούσει σε προηγούμενη εκπομπή, μέχρι την πρωτοεμφανιζόμενη Evan Nicole Bell, όπως θα ακούσουμε σύντομα. Και το ταξίδι συνεχίζεται: από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, και από τη δεκαετία του 60 μέχρι τις δικές μας μέρες, τα blues είναι διαχρονικές ρίζες και νέα άνθη ταυτόχρονα.



Η αιώνια άνοιξη των blues: από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από την Aretha Franklin και τη Nina Simone στον John Lee Hooker και τον Jimi Hendrix – μαζί, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Blind Willie Johnson στα Τέμπη (φωτογραφία: Lawrence Shustak)

22 September 2025

Η μουσική, αντιφασιστική και ανυποχώρητη

Πώς ακούγεται η μουσική όταν γράφεται και παίζεται υπό ακραίες συνθήκες; Όταν ο ήχος της ταυτίζεται κυριολεκτικά με τη γραμμή που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, το κουράγιο από την απελπισία, την αξιοπρέπεια από τον τρόμο και τη φρίκη; Αυτή ακριβώς είναι η ιστορία της έβδομης συμφωνίας του Dmitri Shostakovich, γνωστής και ως συμφωνίας του Λένινγκραντ, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εφιαλτική πολιορκία αυτής της πόλης από τους Ναζί στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πόλεμου.

Ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ άρχισε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1941. Οι Ναζί νόμιζαν ότι η πόλη ήταν καταδικασμένη να παραδοθεί, καθώς θα έμενε χωρίς τρόφιμα και χωρίς θέρμανση κατά τη διάρκεια του ανελέητου ρωσικού χειμώνα. Η πόλη όμως όχι μόνο δεν παραδόθηκε, αλλά άντεξε επί δυόμισι χρόνια: 872 μέρες ενάντια στις αφόρητες συνθήκες που δημιούργησαν η πείνα, το κρύο και οι  βομβαρδισμοί – μέχρι τις 27 Ιανουαρίου του 1944, όταν ο Κόκκινος Στρατός έσπασε οριστικά τον αποκλεισμό και ανάγκασε τους Ναζί σε υποχώρηση.   

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια και πλέον καταστροφικές πολιορκίες στην ιστορία, με απώλειες που έχουν οδηγήσει ορισμένους ιστορικούς να την ορίσουν ως γενοκτονία λόγω της πρόκλησης λιμού και της στόχευσης του άμαχου πληθυσμού: ένα εκατομμύριο πολίτες πέθαναν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, το 1/3 του πληθυσμού της πόλης. Μια από τις πλέον συγκλονιστικές μαρτυρίες είναι εκείνη της Tanya Savicheva: το ημερολόγιό της είναι μια συνεχής καταγραφή θανάτων από πείνα, πρώτα της αδελφής της, μετά της γιαγιάς της, του αδελφού της, δύο θείων της, και τέλος της μητέρας της. Οι δύο τελευταίες καταχωρήσεις αναφέρουν: «Όλοι πέθαναν» και «Μόνο η Tanya μένει». Η ίδια, εξουθενωμένη και με κλονισμένη από τον υποσιτισμό υγεία, πέθανε από φυματίωση 6 μήνες μετά το τέλος της πολιορκίας. Ήταν 14 ετών και το ημερολόγιό της εντάχθηκε στη δικογραφία της Δίκης της Νυρεμβέργης.

Η έβδομη συμφωνία του Shostakovich γράφτηκε για αυτούς τους ανθρώπους και είναι αφιερωμένη σε αυτούς, στον λαό της πόλης. Ο συνθέτης άλλωστε κατοικούσε στο Λένινγκραντ και ήταν υπεύθυνος των σπουδών πιάνου στο Ωδείο της πόλης. Εκεί θα ξεκινήσει τη σύνθεση της συμφωνίας και θα τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος της πριν καταφέρει να διαφύγει μαζί με την οικογένεια του σε μια από τις προσπάθειες εκκένωσης. Η συμφωνία θα ολοκληρωθεί τον  Δεκέμβριο του 1941 και η πρεμιέρα της θα γίνει στη Μόσχα τον Μάρτιο του 1942. Θα παιχτεί επίσης στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο αντίστοιχα. Η κομβική, ωστόσο, πρεμιέρα του έργου θα γίνει στο ίδιο το Λένινγκραντ, υπό και ενάντια στις ακραίες συνθήκες της πολιορκίας.

Όπως γράφει ο Jason Caffrey στο BBC, όταν το καλοκαίρι του 1942 ο Karl Eliasberg, ο διευθυντής της Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας του Λένινγκραντ, προσπάθησε να συγκεντρώσει τους μουσικούς της, εμφανίστηκαν μόνο 15 – οι υπόλοιποι ήταν άρρωστοι ή νεκροί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη πρόβα της ορχήστρας κράτησε μόλις 15’ καθώς οι μουσικοί που μπόρεσαν να συγκεντρωθούν δεν άντεχαν να παίξουν περισσότερο. Αναζητήθηκαν ενισχύσεις από στρατευμένους με μουσικές γνώσεις, οι οποίοι πλαισίωσαν τις πρόβες ανάμεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι εξαντλημένοι αλλά ανυποχώρητοι μουσικοί αυτής της ορχήστρας θα καταφέρουν να φτάσουν σε μια θριαμβευτική πρεμιέρα της έβδομης συμφωνίας του Shostakovich στις 9 Αυγούστου του 1942, ημερομηνία που ο Χίτλερ σκόπευε να γιορτάσει την κατάληψη του Λένινγκραντ.

Η συναυλία μεταδόθηκε σε όλη την πόλη με μεγάφωνα, στέλνοντας μήνυμα αντίστασης στους Ναζί. Η Olga Kvade ήταν 18 χρονών όταν παρακολούθησε αυτήν τη συναυλία έχοντας βιώσει τον αποκλεισμό, την πείνα και τον θάνατο, όπως εκείνον του πατέρα της και του παππού της. «Από τη μια πλευρά», λέει η ενενηντάχρονη Olga στο BBC, «ήθελα να κλάψω, από την άλλη όμως υπήρχε μια αίσθηση περηφάνιας […] Είμασταν περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς, μας βομβάρδιζαν αλλά υπήρχε αυτό το συναίσθημα υπεροχής». Ο Karl Eliasberg, ο διευθυντής της ορχήστρας, έχει αντίστοιχα πει ότι «εκείνη τη στιγμή, θριαμβεύσαμε επί της ναζιστικής πολεμικής μηχανής που ήταν χωρίς ψυχή».

Θα ακούσουμε τον τρόπο που ο Shostakovich απέδωσε το ψυχικό σθένος των ανθρώπων που αντιστάθηκαν στους Ναζί, ξεκινώντας με το πρώτο μέρος της έβδομης συμφωνίας, το Allegretto, που περιλαμβάνει το περίφημο οστινάτο των 22 μέτρων: ένα μελωδικό και ρυθμικό θέμα που επαναλαμβάνεται, όπως κατά τρόπο αντίστοιχο συμβαίνει στο Bolero του Maurice Ravel, με τη διαφορά ότι σταδιακά μεταμορφώνεται όχι μόνο σε ένταση αλλά κυρίως υφολογικά. Εμφανίζεται ξαφνικά, λίγο πριν το έβδομο λεπτό, ως μια άμεση και παιγνιώδης μελωδία που θα μπορούσε να είναι το ανέμελο τραγούδι ενός παιδιού – μέτρο με το μέτρο, όμως, γίνεται πολύπλοκη, βαρύτερη και σκοτεινότερη λόγω της αύξησης της έντασης και της διαφοροποίησης της ενορχήστρωσης.

Το οστινάτο αναπτύσσεται μέσω 11 παραλλαγών και η σύνθεση καταλήγει να είναι ασφυκτική και κυριολεκτικά τρομακτική στο εκρηκτικό της κρεσέντο. Αυτό το μοτίβο, που συνήθως αποκαλείται «θέμα της εισβολής», περιστοιχίζεται από το θυελλώδες θέμα με το οποίο ο Shostakovich ανοίγει δυναμικά τη συμφωνία και επαναφέρει στο τέλος του πρώτου μέρους, αλλά και στο φινάλε του έργου, δηλώνοντας την ανυποχώρητη αντίσταση στον φασισμό – και στον φασισμό κάθε εποχής, δεδομένης της διαχρονικής δημοφιλίας της έβδομης συμφωνίας. Θα ακούσουμε μια από τις καλύτερες πρόσφατες ηχογραφήσεις, με τη Ρωσική Εθνική Ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Paavo Järvi σε μια ιδιαίτερα παθιασμένη εκτέλεση του 2014.  


Η μουσική, αντιφασιστική και ανυποχώρητη: η 7η συμφωνία του Dmitri Shostakovich που παίχτηκε από τους εξαντλημένους από την πείνα αλλα ακατάβλητους μουσικούς της Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας του Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια της εφιαλτικής πολιορκίας της πόλης από τους ναζί.

11 September 2025

Για κάθε εκατοστό χάριτος

«Εκείνη είπε ότι ο Θεός χρειάστηκε 272 χρόνια για να ελευθερώσει τους σκλάβους και δεν την πειράζει να περιμένει. Εγώ της λέω ότι το να μπορεί κανείς να περιμένει είναι προνόμιο, και τα χέρια του ρολογιού δεν είναι τα χέρια σου αλλά ένα σύστημα από χέρια που σε πνίγουν. Κάποιες φορές μπορεί να χαθείς στον ρυθμό της καταπίεσης, με τον τρόπο που τον χτυπούν μέσα σου, σκαλίζουν δέντρα στην πλάτη σου, σε οδηγούν στην ασφυξία, κάνουν φετίχ τη σάρκα σου, με τον τρόπο που σε αναγκάζουν να αγωνίζεσαι για κάθε εκατοστό χάριτος».

H ριζοσπαστική free jazz σκηνή περιλαμβάνει τη σύγχρονη jazz ποίηση, όπως στην περίπτωση των Irreversible Entanglements, συγκρότημα στο οποίο συμμετέχει η ποιήτρια Camae Ayewa, γνωστή και ως Moor Mother. Μετέφρασα παραπάνω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από την  απαγγελία της στο κομμάτι Chicago to Texas, από το πρώτο album των Irreversible Entanglements που κυκλοφόρησε το 2017 με τίτλο το όνομά τους.




Ριζοσπαστική free jazz, jazz poetry και afrobeat ενάντια στον ρατσισμό και την αποικιοκρατία, από τον Fela Kuti στους Sons of Kemet, και από τις ιστορικές ηχογραφήσεις του Archie Shepp και του Gil Scott Heron στον σύγχρονο ήχο της Matana Roberts και των Irreversible Entanglements (φωτογραφία: Leni Sinclair)

4 September 2025

Δεν έχει τέλος η έρημος που θα διασχίσω

 

Ο Jason Molina αγαπήθηκε πολύ για τη συναισθηματική αμεσότητα και την αυτοσχεδιαστική ποιότητα της μουσικής του, όπως και για τον χαρακτηριστικά δικό του, πρωτότυπο και ακατηγοριοποίητο συνδυασμό του rock, της folk αλλά και της country που δημιούργησε υπερβαίνοντας τα όριά τους. Αυτός ο χαρισματικός μουσικός «τραγουδούσε τα blues», επισημαίνει εύστοχα ο Stephen Thompson στο NPR, «όχι όμως ως μουσικό είδος αλλά ως ψυχική κατάσταση»: έγραφε τραγούδια απελπισίας για μάχες που δε μπορούν να κερδηθούν ενάντια σε δαίμονες που δεν είναι ορατοί, αλλά και τραγούδια για την επιβίωση και την προσπάθεια, η φωνή του εξέφραζε πόνο αλλά και εκπληκτική αντοχή στον πόνο, τραγουδούσε για τον δικό του αγώνα αλλά και για το πείσμα που αντιστέκεται στη θλίψη.

Ο Jason Molina δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τις εμπορικές στρατηγικές της μουσικής βιομηχανίας, ούτε προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει το ενδιαφέρον που προκαλούσε η μουσική του. Όχι απλώς δεν είχε καμία έπαρση και κανένα ναρκισσισμό που ενίοτε συνοδεύει ακόμα και εναλλακτικούς, σε εισαγωγικά πάντα, καλλιτέχνες, αλλά αμφισβητούσε ευθέως τον ρόλο του καλλιτέχνη και δε διαχώριζε τον εαυτό του από άλλους εργαζόμενους. «Αναρωτιέμαι», έλεγε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στο Chicago Reader το 2006, «γιατί δεν είμαι ο άνθρωπος που αδειάζει τους κάδους σκουπιδιών και είμαι ο άνθρωπος που κοιτάζει αυτόν που αδειάζει τους κάδους σκουπιδιών;»




H λατρεμένη μουσική, αλλά και η καλλιτεχνική ακεραιότητα, των Τhe Walkabouts και του Jason Molina με τους Songs: Ohia και τους Μagnolia Electric Co. – μαζί, η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα και η επίμονη επιστροφή του Γιώργου Σεφέρη (φωτογραφίες: Steve Gullick / Glitterhouse)