Πόσο κουράγιο χρειάζεται κανείς για να δημιουργεί μουσική με τόση τρυφερότητα σε έναν
κόσμο με τόση σκληρότητα; Το Tecumseh Valley, δηλαδή η ιστορία της εργάτριας
Caroline και της πορείας της μέσα από τη φτώχια και την ανεργία στην εξαθλίωση
και τον θάνατο, θα μπορούσε να είναι ένα ρέκβιεμ, αλλά η ζεστασιά και η
αμεσότητα της ερμηνείας του Townes Van Zandt δεν το επιτρέπουν. Οι
υποβλητικές μελωδίες της μουσικής του και η καταλυτική λιτότητα της ποιητικής
των στίχων του οδηγούν πάλι στην αρχή, στο όνομα αυτής της εργάτριας και
στη λιακάδα που περπατάει πάντα δίπλα της.
Αυτούς τους ανθρώπους αγαπούσε ο Townes Van Zandt, τους περιθωριοποιημένους και νικημένους, τους από κάτω – για αυτούς τραγουδούσε και ως ένας από αυτούς έζησε και πέθανε πρόωρα στα 52 του χρόνια, έχοντας συνειδητά αρνηθεί να εκμεταλλευτεί τη συντριπτική επιτυχία των τραγουδιών του από άλλους ερμηνευτές, και διαλέγοντας για τον εαυτό του μια σταθερή μουσική πορεία μακριά από οτιδήποτε ονομάζεται καριέρα στη γλώσσα της μουσικής βιομηχανίας.
Το Tecumseh Valley
είναι ένα από τα κομμάτια του πρώτου album του Townes Van Zandt, το οποίο κυκλοφόρησε
το 1968 με τίτλο For the Sake of the Song, και ηχογραφήθηκε ξανά στο δεύτερό του album Our Mother The Mountain το επόμενο έτος. Αποτελεί μια από τις
σημαντικότερες συνθέσεις του με σταθερή παρουσία στα setlist των μικρής
κλίμακας και μεγάλης αμεσότητας συναυλιών που του άρεσε να δίνει, όπως δείχνει
και το live album Rear View Mirror του 1993, το οποίο περιλαμβάνει ηχογραφήσεις
του 1979.
Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)
Η φωτογραφία στην αφίσα της σημερινής εκπομπής είναι από το Βirmingham της Alabama και την εμβληματική διαμαρτυρία που οργάνωσε εκεί το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα το 1963 ενάντια στις ρατσιστικές πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού.
Υπάρχουν φυσικά περισσότερες και πολύ σκληρότερες φωτογραφίες από εκείνη την
ημέρα: επιθέσεις της αστυνομίας με σκυλιά, ξυλοδαρμοί και βίαιες συλλήψεις,
ρίψεις νερού υπό πίεση με μάνικες – ξέρετε τώρα, όπως κάνουν σήμερα οι αύρες.
Αυτή η φωτογραφία, όμως, με δύο διαδηλώτριες κι έναν διαδηλωτή να στέκονται
όρθιοι κρατώντας η μία το χέρι του άλλου, είναι συμβολική της αντοχής και της
επιμονής του κινήματος – και αυτήν διάλεξε η Mavis Staples, τραγουδίστρια τότε των The Staple Singers και ενεργό μέλος του κινήματος, για το εξώφυλλο του σύγχρονου album της We’ll Never Turn Back το 2007.
Η μουσική που περιλαμβάνει αυτό το album είναι «η ψυχή εκείνης της επανάστασης», έτσι γράφει, στις
σημειώσεις που το συνοδεύουν, ο John Lewis, ιστορικό στέλεχος
του κινήματος: «ήταν αυτή η μουσική που μας έδινε ελπίδα όταν κάθε ελπίδα
έμοιαζε να χάνεται. Ήταν ο παλμός αυτής της μουσικής,
και το σταθερό, επιβεβαιωτικό της μήνυμα που μας κράτησε ενωμένους σαν μια
συμπαγή δύναμη. Όταν μας χτυπούσαν, μας συλλάμβαναν, μας φυλάκιζαν· [...] όταν
αντιμετωπίζαμε όπλα που έβγαιναν από τις θήκες τους, ρόπαλα και μαστίγια που
σηκώνονταν να μας χτυπήσουν· όταν μας έριχναν δακρυγόνα, μας ποδοπατούσαν με
άλογα, μας διασκόρπιζαν με μάνικες, ήταν αυτά τα τραγούδια που μας
εξύψωναν».
Όλα αυτά έχουν εύλογη ιστορική αξία, αλλά και αντίστοιχη σημασία για εμάς
σήμερα: «[ε]λπίζω», γράφει ο John Lewis, «ότι αυτή η μουσική θα σας βοηθήσει να βρείτε το κουράγιο να ξεσηκωθείτε,
να μιλήσετε και να διαμαρτυρηθείτε [...] θα σας βοηθήσει να δείτε τι μπορούν να
κάνουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι με ένα ασυνήθιστο όραμα όταν αποφασίσουν ότι δε
θα υποχωρήσουν». Και υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα προσεγγίζει η Mavis Staples το Down in Mississippi του J.B.
Lenoir, από το album του Alabama Blues του 1966.
Ο J.B. Lenoir μιλούσε τότε από την καρδιά
εκείνης της εποχής, τη δεκαετία του 60, για τον τόπο του, για τη ρατσιστική βία
και την ατιμωρησία της. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η Mavis Staples αντανακλά πάνω
στην ίδια εποχή από μια σύγχρονη οπτική γωνία, προσθέτοντας το δικό της βίωμα
από τις ρατσιστικές πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού αλλά και από την ανατροπή
τους μέσω του αγώνα του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Η επικαιρότητα
των blues, ωστόσο, ως
κατεξοχήν μουσική κουλτούρα των από κάτω, δεν είναι μόνο διαχρονική αλλά και
διαπολιτισμική, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, εκτείνεται στη δική μας
πλευρά του Ατλαντικού.
Στο ίδιο album του J.B. Lenoir θα στραφούν οι The
Last Drive το 2009, διασκευάζοντας το ομώνυμο κομμάτι στο album τους Heavy Liquid, με το οποίο επέστρεψαν στη δισκογραφία μετά από 15 χρόνια. Το Alabama Blues του J.B. Lenoir μιλούσε για τις ρατσιστικές δολοφονίες από την
αστυνομία εκείνη την εποχή, ενώ στην περίπτωση των The Last Drive το κομμάτι κυκλοφορεί έξι μήνες μετά
τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και αποτελεί αναφορά στο συλλογικό τραύμα του Δεκέμβρη. Είναι, με άλλα λόγια, «ο παλμός αυτής της μουσικής», όπως
έλεγε ο John Lewis, ο παλμός της πολιτισμικής καρδιάς της αφροαμερικανικής κοινότητας,
που διατρέχει και αντανακλά πάνω στους ιστορικούς αλλά και τους σημερινούς
κοινωνικούς αγώνες, από την Αλαμπάμα μέχρι τη σύγχρονη Αθήνα.
Επειδή στηρίζoυμε ο ένας την άλλη και η μουσική όλους μας: blues και κοινωνικά κινήματα ενάντια στον ρατσισμό και την αστυνομική βία, από τον Β.Β. King και τον J.B. Lenoir στην Aretha Franklin και τη Mavis Staples, και από τον John Lee Hooker στους MC5 και τους The Last Drive (φωτογραφία: Bettmann Archive).
Συνηθίζεται, όταν
πρόκειται για την επέτειο ενός album, να εστιάζει
κανείς στην επιρροή που άσκησε, πόσο μάλλον ενός album όπως το Mandylionτων The Gathering που είναι, χωρίς περιστροφές, blueprint: ένα μουσικό υπόδειγμα, χωρίς
το οποίο θα ήταν αδύνατον να φανταστεί κανείς την εκρηκτική άνθιση του ατμοσφαιρικού
ήχου και των αντίστοιχων gothic, symphonic και progressive rock καιmetal συγκροτημάτων που
ακολούθησαν από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα.
Για τη διαχρονική
επικαιρότητα του Mandylion, ωστόσο, υπάρχουν περισσότεροι λόγοι. Πρόκειται για
τη σημαντικότερη δημιουργία της πρώτης περιόδου των The Gathering, με πυλώνες τα
φωνητικά της Anneke van Giersbergen, τις lead και rhythm κιθάρες των
René Rutten και Jelmer Wiersm αντίστοιχα, τα πλήκτρα του Frank Boeijen, και τη rhythm
section των Hans
Rutten στα ντραμς και Hugo Prinsen Geerligs στο μπάσο. Ηχογραφήθηκε τον Ιούνιο
του 1995 και κυκλοφόρησε στις 22 Αυγούστου του ίδιου χρόνου – και φυσικά, τα τριάντα,
αισίως, χρόνια που μεσολαβούν μέχρι σήμερα, σχεδόν ένα τρίτο του αιώνα, θα αρκούσαν
για να ξεχαστεί οποιαδήποτε μουσική.
Αυτή όμως δεν είναι οποιαδήποτε μουσική.
Θα ήταν αδύνατο να μην ξεκινήσουμε με το Leaves, εμβληματικό κομμάτι και single από το Mandylion, και, από αυτήν την άποψη, παραδειγματικό της σημασίας του. Μέχρι τότε,
το συγκρότημα ήταν αναγνωρισμένο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής underground
metal σκηνής μέσα από τα δύο πρώτα albums
του, το Always... του 1992 και το Almost a Dance του 1993, τα οποία έμοιαζαν ως προς τον death / doom μουσικό τους
προσανατολισμό αλλά διέφεραν ως προς τους τραγουδιστές, με το δεύτερο να
δοκιμάζει επιπλέον ένα σχήμα με μοιρασμένα ανδρικά και γυναικεία φωνητικά.
H πολύπλευρη ανάπτυξη της πρωτοπόρου σκηνής του underground metal εκείνη τη δεκαετία αποτελεί μια απο τις σημαντικότερες εξελίξεις του σύγχρονου ήχου, και σε αυτό το πλαίσιο πειραματισμού και αναζήτησης υπήρχαν φυσικά και άλλα gothic και doom
metal συγκροτήματα που είχαν στραφεί σε γυναικεία φωνητικά. Αρχικά αυτό συνέβαινε κατ’ εξαίρεση ή συμπληρωματικά, ως μελωδική προσθήκη στην ένταση του ήχου συγκροτημάτων που είχαν κατά βάση ανδρικά
growls φωνητικά. Η δυναμική της ανάπτυξης της σκηνής ωστόσο δε θα αργούσε να αναδείξει τον πρωταρχικό ρόλο των γυναικείων φωνητικών ως φορέα έντασης, είτε ως καθαρά είτε ως growls, όπως καθολικά πλέον συμβαίνει σήμερα.
Το Mandylion αποτελεί σημείο καμπής: ήταν η πρώτη κυκλοφορία των The Gathering με την Anneke van Giersbergen να αναλαμβάνει όλα τα
φωνητικά και τους στίχους, ενώ οι συνθέσεις αποδίδονταν από κοινού σε όλα τα
μέλη του συγκροτήματος, πράγμα χαρακτηριστικό του συλλογικού του χαρακτήρα. Αναμφίβολα
η φωνή της Anneke ήταν καταλύτης – με την εντυπωσιακή δύναμη, τον όγκο και το
εύρος της, τη ζεστασιά του τόνου της και το βιμπράτο που έφερε από το ξεκίνημά
της στην jazz – ήταν όμως επίσης σημαντικό ότι το Mandylion βρισκόταν απέναντι από
τον έμφυλα αναγωγικό και πολιτικά προβληματικό όρο female fronted που χρησιμοποιεί το μουσικό μάρκετινγκ. Με άλλα λόγια, τα φωνητικά της Anneke είχαν και έχουν
μέχρι σήμερα σημασία όχι ως γυναικεία με τη στερεοτυπική
έννοια, αλλά ως μουσικά καθηλωτικά, τεχνικά άρτια και αρμονικά ενταγμένα
στο ηχητικό τοπίο του album ανεξάρτητα από το φύλο του φορέα τους.
Αυτός είναι ο λόγος
που το Mandylionαποτελεί θεμέλιο: άλλαξε τους όρους πρόσληψης
και αξιολόγησης του ατμοσφαιρικού ήχου. Διακρίνεται από την οργανική συνάρθρωση
ανάμεσα στα φωνητικά και τα όργανα, με την εκφραστική δύναμη της Anneke να απογειώνει
την ένταση αλλά και να υπογραμμίζει τις μελωδίες, κάποιες φορές υποστηρίζοντας τα
πανίσχυρα riff κι άλλες φορές σε αντίστιξη μαζί τους, με αποτέλεσμα μια ριζοσπαστική μουσική
δυναμική. Το album παραμένει ακρογωνιαίος λίθος του gothic metal και του ατμοσφαιρικού ήχου συνολικά, με τα δύο μέρη του In Motion να αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα – θα ακούσουμε το πρώτο στην studio εκτέλεση από το Mandylion,
και το δεύτερο στη live ημιακουστική εκτέλεση από το album Sleepy Buildings του 2004.
Το Mandylionαποτελεί ταυτόχρονα συμβολή
στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού progressive ήχου, ο οποίος είναι κύρια μουσική φλέβα του συγκροτήματος και όχημα
εξέλιξής του μέχρι σήμερα. Οι συνθετικές και ερμηνευτικές αρετές των The Gathering βρίσκουν τον απαραίτητο εκφραστικό τους
χώρο στις μεγαλύτερες των έξι λεπτών διάρκειες που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία
των κομματιών του Mandylion
– ανάμεσά τους, ωστόσο, ξεχωρίζει το Sand
and Mercury, το οποίο καταργεί τη δομή στροφών και ρεφρέν για να αναδείξει τα
ευρηματικά χαρακτηριστικά μιας κατά βάση ορχηστρικής προσέγγισης. Εδώ, με άλλα
λόγια, θα συναντήσουμε τη μουσική ρίζα κομβικών μεταγενέστερων κομματιών, από
τη μετάβαση στο progressive
rock που πρεσβεύει
το Travelμέχρι
τον πειραματικό χαρακτήρα του Black Light District, αλλά και τον ανανεωτικό ήχο της νεότερης
περιόδου που σηματοδότησε το Heroes for Ghosts.
Το Sand and Mercury,
όμως, νοηματοδοτεί την έννοια του progressive
όχι μόνο μουσικά αλλά και εννοιολογικά. Το θεματικό αντικείμενό
του δεν είναι φυσικά άγνωστο στο πεδίο του gothic metal, η προσέγγιση του συγκροτήματος όμως σε αυτό είναι πρωτότυπη: οι
στίχοι που αποδίδουν την επιθυμία ενός ετοιμοθάνατου ασθενούς να μη μείνει
μόνος στο τέλος της ζωής του συμπληρώνονται από ένα ηχητικό απόσπασμα όπου ο J. R. R. Tolkien διαβάζει ένα
χαρακτηριστικό σημείο από το βιβλίο της Simone de
Beauvoir A Very
Easy Deathτου 1964, το οποίο αναφέρεται στις τελευταίες
έξι εβδομάδες της ζωής της μητέρας της.
Πρόκειται για έναν
υπαρξιακό στοχασμό πάνω στην αγάπη, την απώλεια και το πένθος. «Δεν πεθαίνεις
επειδή γεννήθηκες, ούτε επειδή έζησες, ούτε από γηρατειά – πεθαίνεις από κάτι […]
Καρκίνος, θρόμβωση, πνευμονία: είναι τόσο βίαια και απρόβλεπτα όσο μια μηχανή
που σταματάει στη μέση του ουρανού», έγραφε η Simone de Beauvoir, αποδομώντας κατά
αυτόν τον τρόπο την απροβλημάτιστη σύνδεση ηλικίας και θανάτου, δηλαδή το κυνικό
κλισέ ότι όταν κανείς γερνάει οδηγείται με υποτίθεται φυσικό τρόπο στο τέλος
της ζωής.
«Δεν υπάρχει φυσικός
θάνατος, τίποτα από όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο δεν είναι ποτέ φυσικά, καθώς η
παρουσία του αμφισβητεί τον κόσμο. Όλοι άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν αλλά για τον
καθένα ο θάνατός του είναι ένα ατύχημα, και ακόμα κι αν το γνωρίζει και συναινεί,
είναι μια αδικαιολόγητη παραβίαση»: αυτό είναι το σημείο του βιβλίου που
διαβάζει ο Tolkien, σε ντοκιμαντέρ του BBCτο 1968, προσδιορίζοντάς το ως κλειδί για τη δημιουργία του Άρχοντα
των Δακτυλιδιών.
Ως το album που καθιέρωσε το
συγκρότημα στη σύγχρονη μουσική σκηνή, αλλά και στις καρδιές μας, τo Mandylion
περιλαμβάνει μερικά από τα πιο δημοφιλή και πλέον κλασσικά τραγούδια
των TheGathering, μέσω των οποίων, άλλωστε, πολλ@ από
εμάς ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή μαζί τους, είτε πρόκειται για singles, όπως το StrangeMachines, είτε για
αγαπημένα deep cuts, όπως το Εleanor. Επιπλέον,
η επανέκδοση του album το 2005 περιλάμβανε ακυκλοφόρητα demos, προσφέροντας
πρόσβαση στη δημιουργική διαδικασία του συγκροτήματος, αλλά και μια πρώτη
εικόνα της μελλοντικής εξέλιξης του ήχου του στην περίπτωση του Third Chance, ενός κομματιού που θα κυκλοφορήσει ολοκληρωμένο στο single Adrenaline Leaves του 1996, και σε διαφορετική εκτέλεση στο album Nighttime Birds του 1997.
Η πρώτη καταγραφή του Third Chance ως demo την περίοδο των ηχογραφήσεων του Mandylion χρησιμοποιεί τους στίχους του Ιn
Motion, ενώ ο ήχος του θυμίζει μια πρώιμη εκδοχή του alternative rock χαρακτήρα
που θα σηματοδοτήσουν μεταγενέστερα κομμάτια όπως το Liberty Bell και το
Rollercoaster. Από αυτήν την άποψη δίνει μια γεύση της διαχρονικής εξέλιξης των
The Gathering, η οποία θα υπερβεί τα όρια μεταξύ μουσικών ειδών και θα
καταστήσει τους διαχωρισμούς ανάμεσα στο gothic metal και το progressive rock, αλλά και το shoegaze και το trip hop, άνευ νοήματος, δηλώνοντας τη μουσική δυναμική αλλά και την
καλλιτεχνική ακεραιότητα ενός συγκροτήματος που δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις
δάφνες του.
Θα κλείσουμε
επιστρέφοντας στην αρχή και το Leaves, σε live εκτέλεση από την επετειακή συναυλία για τα εικοσιπέντε χρόνια του
συγκροτήματος το 2014 και το album TG25: Live At Doornroosje που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο. Εδώ τραγουδούν μαζί η Anneke van Giersbergen και η Silje
Wergeland, η εξίσου σημαντική τραγουδίστρια που την διαδέχτηκε στη νεότερη
περίοδο του συγκροτήματος, και επίσης συμμετέχει ο τρομπετίστας Noël Hofman, καθώς
την ίδια περίοδο το συγκρότημα πειραματίστηκε ενσωματώνοντας πνευστά στον ήχο
του.
Σε αυτήν τη μουσική
γιορτή που ενοποιεί όλες τις εποχές των The Gathering δε μπορεί να μην
αναφερθεί κανείς και στο κοινό. Σε πολλές συναυλίες φυσικά το ακροατήριο συνηθίζει να τραγουδάει
στίχους από τα τραγούδια των αγαπημένων του συγκροτημάτων – στην προκειμένη
περίπτωση, δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του Leaves, το κοινό τραγουδάει ακόμα
και τις νότες του σόλο στην κιθάρα, δείχνοντας, αν μη τι άλλο, ότι η αγάπη,
όπως και η αυθεντική μουσική, με ήτα και με όμικρον γιώτα, δεν επηρεάζονται από
καμία πάροδο κανενός χρόνου.
Συχνά, ωστόσο, η συμβατική μουσική δημοσιογραφία εξαντλείται στην ευκολία του εκθειασμού σε βάρος
της ενσυναίσθησης, την οποία βοηθούν περισσότερο ερωτήματα όπως το αν η ευχή
μπορεί να είναι και κατάρα μαζί. Αυτήν την τραγική αντινομία, που στο τέλος
σημάδεψε τη ζωή του Jaco Pastorius, αλλά και την αστείρευτη πηγή αγάπης και εκτίμησης για το πολύπλευρο
έργο αυτού του χαρισματικού μουσικού, θα εξερευνήσουμε σήμερα ξεκινώντας με το Come On, Come
Over, από το κλασσικό
πλέον album που
κυκλοφόρησε το 1976 με τίτλο το όνομά του και τον εκτόξευσε στην πρωτοπορία των
μουσικών της εποχής του και όχι μόνο.
Ο πρωτοπόρος μπασίστας Jaco Pastorius μέσα από εμβληματικά κομμάτια, live ηχογραφήσεις και συνεργασίες με τους Weather Report, Joni Mitchell, Herbie Hancock, Pat Metheny, Tony Williams και John McLaughlin (φωτογραφία: Shigeru Uchiyama)