«Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται
θλιμμένες, είναι ότι διαθέτει ο κόσμος μας, για ν' αγαπάς τις μέρες τούτες»:
έτσι έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις στα Σχόλια του Τρίτου, ασκώντας κριτική στα
Χριστούγεννα των εμπόρων και του αστικού καθωσπρεπισμού.
Και φυσικά είχε δίκιο, ίσως όμως η αγάπη να βρίσκεται και στα πρόσωπα αυτών
που χρειάζεται να δώσουν μάχη για την υγεία τους, ή και τη ζωή τους, τις μέρες
των γιορτών. Είναι ιδιαίτερο συναίσθημα να βρίσκεται κανείς σε ένα νοσοκομείο, ελπίζοντας
ότι θα γίνει καλά και θα μπορέσει να κάνει Χριστούγεννα με τους δικούς του. Δεν
είναι λίγο και δεν είναι δεδομένο.
Κάποτε είχα διαβάσει ότι τα νοσοκομεία έχουν ακούσει πιο ειλικρινείς
προσευχές από τις εκκλησίες. Δε γράφονται συχνά τραγούδια για τέτοια πράγματα,
δεν είναι καθόλου εύκολο. Το κομμάτι με το οποίο θα κλείσουμε όμως είναι μια τέτοια κοσμική προσευχή: Soon You’ll Get Better, ένα τραγούδι της Taylor Swift για τη μάχη της μητέρας της με τον
καρκίνο, από το album Lover του 2019.
Κι όμως, δεν έχουμε όλοι και όλες αρκετά χρήματα, ούτε πάντα τους αγαπημένους μας κοντά, ούτε είμαστε μόνιμα σε καλή συναισθηματική ή σωματική κατάσταση, και τότε δε χωράμε στη συμβατική χαρά και κατανάλωση των γιορτών. Κι όμως, δεν είμαστε μόνοι, ούτε οι μόνοι, και χωράμε πάντα ο ένας στην αλήθεια της άλλης και φυσικά στη μουσική: 12 + 1 κομμάτια για το είναι, και όχι το φαίνεσθαι, των Χριστουγέννων (Φωτογραφία: Hulton-Deutsch Collection)
Για αρκετά από τα gothic,
symphonic και progressive rock και metal συγκροτήματα από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα έχει χρησιμοποιηθεί ο πολιτικά προβληματικός όρος
female fronted, απλώς και μόνο επειδή έχουν γυναίκες τραγουδίστριες. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γλώσσα ενσωματώνει αλλά και ισχυροποιεί τις έμφυλες διακρίσεις: η αναγωγή γίνεται στο φύλο μόνο όταν το υποκείμενο που τραγουδάει είναι γυναίκα, χωρίς κανένα μουσικό ή άλλο καλλιτεχνικό προσδιορισμό. Όπως
γράφει η Charlotte Wessels σε κείμενό της στο Kerrang το
2019, όταν σε ρωτούν συνεχώς «πώς είναι να είσαι γυναίκα στη μουσική βιομηχανία»
νιώθεις σαν να πρέπει να υπερασπίζεσαι τη θέση σου σε ένα πεδίο όπου η παρουσία
των ανδρών προσδιορίζεται ως δεδομένη και αυτονόητη ενώ η δική σου όχι: είναι ενδεικτικό ότι θεωρείσαι
«γυναίκα στη μουσική» αντί να θεωρείσαι μουσικός. H κριτική της Charlotte Wessels ανατρέπει τους όρους από
μια φεμινιστική οπτική: «απλά αναρωτηθείτε», γράφει στο κείμενό της, «αν ό,τι κι
αν είναι αυτό που ρωτάτε θα ακουγόταν παράξενο αντιστρέφοντας το φύλο του
υποκειμένου». Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε κάποιον να ρωτάει πώς
είναι να είσαι άνδρας σε ένα rock ή σε ένα metal συγκρότημα; Νομίζεις ότι θα γίνεις ποτέ πατέρας, και αν ναι,
πώς θα καταφέρεις να είσαι και πατέρας και να κάνεις και περιοδεία;
Εκφραστική ένταση, πανέμορφη μελαγχολία και ανοιχτοί μουσικοί ορίζοντες: ο ατμοσφαιρικός ήχος μέσα από progressive rock, gothic & symphonic metal κυκλοφορίες (φωτογραφία: Tim Tronckoe)
Hδεξιοτεχνία
του FreddieKing, η εκφραστικότητά και
ο εκρηκτικός ήχος της κιθάρας του άσκησαν καταλυτική επιρροή όχι μόνο στους bluesκιθαρίστες αλλά και στη rockμουσική συνολικά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα
το πολυδιασκευασμένο GoingDownαπό
το albumGettingReady… του 1971. Ενδεικτικά, θα το ακούσουμε από τους Gov’tΜuleκαι το livealbumτους TheDeepestEndτου 2003, στο οποίο
συμμετέχουν προσκεκλημένοι μπασίστες – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, ο Roger Glover των Deep Purple – αποδίδοντας φόρο τιμής στον μπασίστα του
συγκροτήματος AllenWoodyπου έφυγε από τη
ζωή το 2000.
H γυναικεία ενδυνάμωση από τις πρωτοπόρες ηχογραφήσεις της Memphis Minnie και της Ida Cox στις νεότερες ερμηνείες της Barbara Dane και της Lucinda Williams, η πολιτικοποιημένη μουσική των Brownie McGhee και Sonny Terry, οι εκρηκτικές κιθάρες του Elmore James και του Freddie King, και το ταξίδι του Blind Willie Johnson από τη δεκαετία του 20 στο soundtrack της ταινίας Paris, Texas (φωτογραφία: Donaldson Collection)
Πόσο κουράγιο χρειάζεται κανείς για να δημιουργεί μουσική με τόση τρυφερότητα σε έναν
κόσμο με τόση σκληρότητα; Το Tecumseh Valley, δηλαδή η ιστορία της εργάτριας
Caroline και της πορείας της μέσα από τη φτώχια και την ανεργία στην εξαθλίωση
και τον θάνατο, θα μπορούσε να είναι ένα ρέκβιεμ, αλλά η ζεστασιά και η
αμεσότητα της ερμηνείας του Townes Van Zandt δεν το επιτρέπουν. Οι
υποβλητικές μελωδίες της μουσικής του και η καταλυτική λιτότητα της ποιητικής
των στίχων του οδηγούν πάλι στην αρχή, στο όνομα αυτής της εργάτριας και
στη λιακάδα που περπατάει πάντα δίπλα της.
Αυτούς τους ανθρώπους αγαπούσε ο Townes Van Zandt, τους περιθωριοποιημένους και νικημένους, τους από κάτω – για αυτούς τραγουδούσε και ως ένας από αυτούς έζησε και πέθανε πρόωρα στα 52 του χρόνια, έχοντας συνειδητά αρνηθεί να εκμεταλλευτεί τη συντριπτική επιτυχία των τραγουδιών του από άλλους ερμηνευτές, και διαλέγοντας για τον εαυτό του μια σταθερή μουσική πορεία μακριά από οτιδήποτε ονομάζεται καριέρα στη γλώσσα της μουσικής βιομηχανίας.
Το Tecumseh Valley
είναι ένα από τα κομμάτια του πρώτου album του Townes Van Zandt, το οποίο κυκλοφόρησε
το 1968 με τίτλο For the Sake of the Song, και ηχογραφήθηκε ξανά στο δεύτερό του album Our Mother The Mountain το επόμενο έτος. Αποτελεί μια από τις
σημαντικότερες συνθέσεις του με σταθερή παρουσία στα setlist των μικρής
κλίμακας και μεγάλης αμεσότητας συναυλιών που του άρεσε να δίνει, όπως δείχνει
και το live album Rear View Mirror του 1993, το οποίο περιλαμβάνει ηχογραφήσεις
του 1979.
Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)
Η φωτογραφία στην αφίσα της σημερινής εκπομπής είναι από το Βirmingham της Alabama και την εμβληματική διαμαρτυρία που οργάνωσε εκεί το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα το 1963 ενάντια στις ρατσιστικές πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού.
Υπάρχουν φυσικά περισσότερες και πολύ σκληρότερες φωτογραφίες από εκείνη την
ημέρα: επιθέσεις της αστυνομίας με σκυλιά, ξυλοδαρμοί και βίαιες συλλήψεις,
ρίψεις νερού υπό πίεση με μάνικες – ξέρετε τώρα, όπως κάνουν σήμερα οι αύρες.
Αυτή η φωτογραφία, όμως, με δύο διαδηλώτριες κι έναν διαδηλωτή να στέκονται
όρθιοι κρατώντας η μία το χέρι του άλλου, είναι συμβολική της αντοχής και της
επιμονής του κινήματος – και αυτήν διάλεξε η Mavis Staples, τραγουδίστρια τότε των The Staple Singers και ενεργό μέλος του κινήματος, για το εξώφυλλο του σύγχρονου album της We’ll Never Turn Back το 2007.
Η μουσική που περιλαμβάνει αυτό το album είναι «η ψυχή εκείνης της επανάστασης», έτσι γράφει, στις
σημειώσεις που το συνοδεύουν, ο John Lewis, ιστορικό στέλεχος
του κινήματος: «ήταν αυτή η μουσική που μας έδινε ελπίδα όταν κάθε ελπίδα
έμοιαζε να χάνεται. Ήταν ο παλμός αυτής της μουσικής,
και το σταθερό, επιβεβαιωτικό της μήνυμα που μας κράτησε ενωμένους σαν μια
συμπαγή δύναμη. Όταν μας χτυπούσαν, μας συλλάμβαναν, μας φυλάκιζαν· [...] όταν
αντιμετωπίζαμε όπλα που έβγαιναν από τις θήκες τους, ρόπαλα και μαστίγια που
σηκώνονταν να μας χτυπήσουν· όταν μας έριχναν δακρυγόνα, μας ποδοπατούσαν με
άλογα, μας διασκόρπιζαν με μάνικες, ήταν αυτά τα τραγούδια που μας
εξύψωναν».
Όλα αυτά έχουν εύλογη ιστορική αξία, αλλά και αντίστοιχη σημασία για εμάς
σήμερα: «[ε]λπίζω», γράφει ο John Lewis, «ότι αυτή η μουσική θα σας βοηθήσει να βρείτε το κουράγιο να ξεσηκωθείτε,
να μιλήσετε και να διαμαρτυρηθείτε [...] θα σας βοηθήσει να δείτε τι μπορούν να
κάνουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι με ένα ασυνήθιστο όραμα όταν αποφασίσουν ότι δε
θα υποχωρήσουν». Και υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα προσεγγίζει η Mavis Staples το Down in Mississippi του J.B.
Lenoir, από το album του Alabama Blues του 1966.
Ο J.B. Lenoir μιλούσε τότε από την καρδιά
εκείνης της εποχής, τη δεκαετία του 60, για τον τόπο του, για τη ρατσιστική βία
και την ατιμωρησία της. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η Mavis Staples αντανακλά πάνω
στην ίδια εποχή από μια σύγχρονη οπτική γωνία, προσθέτοντας το δικό της βίωμα
από τις ρατσιστικές πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού αλλά και από την ανατροπή
τους μέσω του αγώνα του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Η επικαιρότητα
των blues, ωστόσο, ως
κατεξοχήν μουσική κουλτούρα των από κάτω, δεν είναι μόνο διαχρονική αλλά και
διαπολιτισμική, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, εκτείνεται στη δική μας
πλευρά του Ατλαντικού.
Στο ίδιο album του J.B. Lenoir θα στραφούν οι The
Last Drive το 2009, διασκευάζοντας το ομώνυμο κομμάτι στο album τους Heavy Liquid, με το οποίο επέστρεψαν στη δισκογραφία μετά από 15 χρόνια. Το Alabama Blues του J.B. Lenoir μιλούσε για τις ρατσιστικές δολοφονίες από την
αστυνομία εκείνη την εποχή, ενώ στην περίπτωση των The Last Drive το κομμάτι κυκλοφορεί έξι μήνες μετά
τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και αποτελεί αναφορά στο συλλογικό τραύμα του Δεκέμβρη. Είναι, με άλλα λόγια, «ο παλμός αυτής της μουσικής», όπως
έλεγε ο John Lewis, ο παλμός της πολιτισμικής καρδιάς της αφροαμερικανικής κοινότητας,
που διατρέχει και αντανακλά πάνω στους ιστορικούς αλλά και τους σημερινούς
κοινωνικούς αγώνες, από την Αλαμπάμα μέχρι τη σύγχρονη Αθήνα.
Επειδή στηρίζoυμε ο ένας την άλλη και η μουσική όλους μας: blues και κοινωνικά κινήματα ενάντια στον ρατσισμό και την αστυνομική βία, από τον Β.Β. King και τον J.B. Lenoir στην Aretha Franklin και τη Mavis Staples, και από τον John Lee Hooker στους MC5 και τους The Last Drive (φωτογραφία: Bettmann Archive).
Συνηθίζεται, όταν
πρόκειται για την επέτειο ενός album, να εστιάζει
κανείς στην επιρροή που άσκησε, πόσο μάλλον ενός album όπως το Mandylionτων The Gathering που είναι, χωρίς περιστροφές, blueprint: ένα μουσικό υπόδειγμα, χωρίς
το οποίο θα ήταν αδύνατον να φανταστεί κανείς την εκρηκτική άνθιση του ατμοσφαιρικού
ήχου και των αντίστοιχων gothic, symphonic και progressive rock καιmetal συγκροτημάτων που
ακολούθησαν από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα.
Για τη διαχρονική
επικαιρότητα του Mandylion, ωστόσο, υπάρχουν περισσότεροι λόγοι. Πρόκειται για
τη σημαντικότερη δημιουργία της πρώτης περιόδου των The Gathering, με πυλώνες τα
φωνητικά της Anneke van Giersbergen, τις lead και rhythm κιθάρες των
René Rutten και Jelmer Wiersm αντίστοιχα, τα πλήκτρα του Frank Boeijen, και τη rhythm
section των Hans
Rutten στα ντραμς και Hugo Prinsen Geerligs στο μπάσο. Ηχογραφήθηκε τον Ιούνιο
του 1995 και κυκλοφόρησε στις 22 Αυγούστου του ίδιου χρόνου – και φυσικά, τα τριάντα,
αισίως, χρόνια που μεσολαβούν μέχρι σήμερα, σχεδόν ένα τρίτο του αιώνα, θα αρκούσαν
για να ξεχαστεί οποιαδήποτε μουσική.
Αυτή όμως δεν είναι οποιαδήποτε μουσική.
Θα ήταν αδύνατο να μην ξεκινήσουμε με το Leaves, εμβληματικό κομμάτι και single από το Mandylion, και, από αυτήν την άποψη, παραδειγματικό της σημασίας του. Μέχρι τότε,
το συγκρότημα ήταν αναγνωρισμένο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής underground
metal σκηνής μέσα από τα δύο πρώτα albums
του, το Always... του 1992 και το Almost a Dance του 1993, τα οποία έμοιαζαν ως προς τον death / doom μουσικό τους
προσανατολισμό αλλά διέφεραν ως προς τους τραγουδιστές, με το δεύτερο να
δοκιμάζει επιπλέον ένα σχήμα με μοιρασμένα ανδρικά και γυναικεία φωνητικά.
H πολύπλευρη ανάπτυξη της πρωτοπόρου σκηνής του underground metal εκείνη τη δεκαετία αποτελεί μια απο τις σημαντικότερες εξελίξεις του σύγχρονου ήχου, και σε αυτό το πλαίσιο πειραματισμού και αναζήτησης υπήρχαν φυσικά και άλλα gothic και doom
metal συγκροτήματα που είχαν στραφεί σε γυναικεία φωνητικά. Αρχικά αυτό συνέβαινε κατ’ εξαίρεση ή συμπληρωματικά, ως μελωδική προσθήκη στην ένταση του ήχου συγκροτημάτων που είχαν κατά βάση ανδρικά
growls φωνητικά. Η δυναμική της ανάπτυξης της σκηνής ωστόσο δε θα αργούσε να αναδείξει τον πρωταρχικό ρόλο των γυναικείων φωνητικών ως φορέα έντασης, είτε ως καθαρά είτε ως growls, όπως καθολικά πλέον συμβαίνει σήμερα.
Το Mandylion αποτελεί σημείο καμπής: ήταν η πρώτη κυκλοφορία των The Gathering με την Anneke van Giersbergen να αναλαμβάνει όλα τα
φωνητικά και τους στίχους, ενώ οι συνθέσεις αποδίδονταν από κοινού σε όλα τα
μέλη του συγκροτήματος, πράγμα χαρακτηριστικό του συλλογικού του χαρακτήρα. Αναμφίβολα
η φωνή της Anneke ήταν καταλύτης – με την εντυπωσιακή δύναμη, τον όγκο και το
εύρος της, τη ζεστασιά του τόνου της και το βιμπράτο που έφερε από το ξεκίνημά
της στην jazz – ήταν όμως επίσης σημαντικό ότι το Mandylion βρισκόταν απέναντι από
τον έμφυλα αναγωγικό και πολιτικά προβληματικό όρο female fronted που χρησιμοποιεί το μουσικό μάρκετινγκ. Με άλλα λόγια, τα φωνητικά της Anneke είχαν και έχουν
μέχρι σήμερα σημασία όχι ως γυναικεία με τη στερεοτυπική
έννοια, αλλά ως μουσικά καθηλωτικά, τεχνικά άρτια και αρμονικά ενταγμένα
στο ηχητικό τοπίο του album ανεξάρτητα από το φύλο του φορέα τους.
Αυτός είναι ο λόγος
που το Mandylionαποτελεί θεμέλιο: άλλαξε τους όρους πρόσληψης
και αξιολόγησης του ατμοσφαιρικού ήχου. Διακρίνεται από την οργανική συνάρθρωση
ανάμεσα στα φωνητικά και τα όργανα, με την εκφραστική δύναμη της Anneke να απογειώνει
την ένταση αλλά και να υπογραμμίζει τις μελωδίες, κάποιες φορές υποστηρίζοντας τα
πανίσχυρα riff κι άλλες φορές σε αντίστιξη μαζί τους, με αποτέλεσμα μια ριζοσπαστική μουσική
δυναμική. Το album παραμένει ακρογωνιαίος λίθος του gothic metal και του ατμοσφαιρικού ήχου συνολικά, με τα δύο μέρη του In Motion να αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα – θα ακούσουμε το πρώτο στην studio εκτέλεση από το Mandylion,
και το δεύτερο στη live ημιακουστική εκτέλεση από το album Sleepy Buildings του 2004.
Το Mandylionαποτελεί ταυτόχρονα συμβολή
στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού progressive ήχου, ο οποίος είναι κύρια μουσική φλέβα του συγκροτήματος και όχημα
εξέλιξής του μέχρι σήμερα. Οι συνθετικές και ερμηνευτικές αρετές των The Gathering βρίσκουν τον απαραίτητο εκφραστικό τους
χώρο στις μεγαλύτερες των έξι λεπτών διάρκειες που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία
των κομματιών του Mandylion
– ανάμεσά τους, ωστόσο, ξεχωρίζει το Sand
and Mercury, το οποίο καταργεί τη δομή στροφών και ρεφρέν για να αναδείξει τα
ευρηματικά χαρακτηριστικά μιας κατά βάση ορχηστρικής προσέγγισης. Εδώ, με άλλα
λόγια, θα συναντήσουμε τη μουσική ρίζα κομβικών μεταγενέστερων κομματιών, από
τη μετάβαση στο progressive
rock που πρεσβεύει
το Travelμέχρι
τον πειραματικό χαρακτήρα του Black Light District, αλλά και τον ανανεωτικό ήχο της νεότερης
περιόδου που σηματοδότησε το Heroes for Ghosts.
Το Sand and Mercury,
όμως, νοηματοδοτεί την έννοια του progressive
όχι μόνο μουσικά αλλά και εννοιολογικά. Το θεματικό αντικείμενό
του δεν είναι φυσικά άγνωστο στο πεδίο του gothic metal, η προσέγγιση του συγκροτήματος όμως σε αυτό είναι πρωτότυπη: οι
στίχοι που αποδίδουν την επιθυμία ενός ετοιμοθάνατου ασθενούς να μη μείνει
μόνος στο τέλος της ζωής του συμπληρώνονται από ένα ηχητικό απόσπασμα όπου ο J. R. R. Tolkien διαβάζει ένα
χαρακτηριστικό σημείο από το βιβλίο της Simone de
Beauvoir A Very
Easy Deathτου 1964, το οποίο αναφέρεται στις τελευταίες
έξι εβδομάδες της ζωής της μητέρας της.
Πρόκειται για έναν
υπαρξιακό στοχασμό πάνω στην αγάπη, την απώλεια και το πένθος. «Δεν πεθαίνεις
επειδή γεννήθηκες, ούτε επειδή έζησες, ούτε από γηρατειά – πεθαίνεις από κάτι […]
Καρκίνος, θρόμβωση, πνευμονία: είναι τόσο βίαια και απρόβλεπτα όσο μια μηχανή
που σταματάει στη μέση του ουρανού», έγραφε η Simone de Beauvoir, αποδομώντας κατά
αυτόν τον τρόπο την απροβλημάτιστη σύνδεση ηλικίας και θανάτου, δηλαδή το κυνικό
κλισέ ότι όταν κανείς γερνάει οδηγείται με υποτίθεται φυσικό τρόπο στο τέλος
της ζωής.
«Δεν υπάρχει φυσικός
θάνατος, τίποτα από όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο δεν είναι ποτέ φυσικά, καθώς η
παρουσία του αμφισβητεί τον κόσμο. Όλοι άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν αλλά για τον
καθένα ο θάνατός του είναι ένα ατύχημα, και ακόμα κι αν το γνωρίζει και συναινεί,
είναι μια αδικαιολόγητη παραβίαση»: αυτό είναι το σημείο του βιβλίου που
διαβάζει ο Tolkien, σε ντοκιμαντέρ του BBCτο 1968, προσδιορίζοντάς το ως κλειδί για τη δημιουργία του Άρχοντα
των Δακτυλιδιών.
Ως το album που καθιέρωσε το
συγκρότημα στη σύγχρονη μουσική σκηνή, αλλά και στις καρδιές μας, τo Mandylion
περιλαμβάνει μερικά από τα πιο δημοφιλή και πλέον κλασσικά τραγούδια
των TheGathering, μέσω των οποίων, άλλωστε, πολλ@ από
εμάς ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή μαζί τους, είτε πρόκειται για singles, όπως το StrangeMachines, είτε για
αγαπημένα deep cuts, όπως το Εleanor. Επιπλέον,
η επανέκδοση του album το 2005 περιλάμβανε ακυκλοφόρητα demos, προσφέροντας
πρόσβαση στη δημιουργική διαδικασία του συγκροτήματος, αλλά και μια πρώτη
εικόνα της μελλοντικής εξέλιξης του ήχου του στην περίπτωση του Third Chance, ενός κομματιού που θα κυκλοφορήσει ολοκληρωμένο στο single Adrenaline Leaves του 1996, και σε διαφορετική εκτέλεση στο album Nighttime Birds του 1997.
Η πρώτη καταγραφή του Third Chance ως demo την περίοδο των ηχογραφήσεων του Mandylion χρησιμοποιεί τους στίχους του Ιn
Motion, ενώ ο ήχος του θυμίζει μια πρώιμη εκδοχή του alternative rock χαρακτήρα
που θα σηματοδοτήσουν μεταγενέστερα κομμάτια όπως το Liberty Bell και το
Rollercoaster. Από αυτήν την άποψη δίνει μια γεύση της διαχρονικής εξέλιξης των
The Gathering, η οποία θα υπερβεί τα όρια μεταξύ μουσικών ειδών και θα
καταστήσει τους διαχωρισμούς ανάμεσα στο gothic metal και το progressive rock, αλλά και το shoegaze και το trip hop, άνευ νοήματος, δηλώνοντας τη μουσική δυναμική αλλά και την
καλλιτεχνική ακεραιότητα ενός συγκροτήματος που δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις
δάφνες του.
Θα κλείσουμε
επιστρέφοντας στην αρχή και το Leaves, σε live εκτέλεση από την επετειακή συναυλία για τα εικοσιπέντε χρόνια του
συγκροτήματος το 2014 και το album TG25: Live At Doornroosje που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο. Εδώ τραγουδούν μαζί η Anneke van Giersbergen και η Silje
Wergeland, η εξίσου σημαντική τραγουδίστρια που την διαδέχτηκε στη νεότερη
περίοδο του συγκροτήματος, και επίσης συμμετέχει ο τρομπετίστας Noël Hofman, καθώς
την ίδια περίοδο το συγκρότημα πειραματίστηκε ενσωματώνοντας πνευστά στον ήχο
του.
Σε αυτήν τη μουσική
γιορτή που ενοποιεί όλες τις εποχές των The Gathering δε μπορεί να μην
αναφερθεί κανείς και στο κοινό. Σε πολλές συναυλίες φυσικά το ακροατήριο συνηθίζει να τραγουδάει
στίχους από τα τραγούδια των αγαπημένων του συγκροτημάτων – στην προκειμένη
περίπτωση, δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του Leaves, το κοινό τραγουδάει ακόμα
και τις νότες του σόλο στην κιθάρα, δείχνοντας, αν μη τι άλλο, ότι η αγάπη,
όπως και η αυθεντική μουσική, με ήτα και με όμικρον γιώτα, δεν επηρεάζονται από
καμία πάροδο κανενός χρόνου.
Συχνά, ωστόσο, η συμβατική μουσική δημοσιογραφία εξαντλείται στην ευκολία του εκθειασμού σε βάρος
της ενσυναίσθησης, την οποία βοηθούν περισσότερο ερωτήματα όπως το αν η ευχή
μπορεί να είναι και κατάρα μαζί. Αυτήν την τραγική αντινομία, που στο τέλος
σημάδεψε τη ζωή του Jaco Pastorius, αλλά και την αστείρευτη πηγή αγάπης και εκτίμησης για το πολύπλευρο
έργο αυτού του χαρισματικού μουσικού, θα εξερευνήσουμε σήμερα ξεκινώντας με το Come On, Come
Over, από το κλασσικό
πλέον album που
κυκλοφόρησε το 1976 με τίτλο το όνομά του και τον εκτόξευσε στην πρωτοπορία των
μουσικών της εποχής του και όχι μόνο.
Ο πρωτοπόρος μπασίστας Jaco Pastorius μέσα από εμβληματικά κομμάτια, live ηχογραφήσεις και συνεργασίες με τους Weather Report, Joni Mitchell, Herbie Hancock, Pat Metheny, Tony Williams και John McLaughlin (φωτογραφία: Shigeru Uchiyama)
Υπάρχει μουσική που
βγάζει τη γλώσσα της στον χρόνο, μουσική που ηχογραφήθηκε στο τώρα, στη δική μας
εποχή, αλλά και μουσική από το παρελθόν που ξεπερνάει και ακυρώνει τα όρια ανάμεσα
στο τι είναι καινούριο και τι είναι παλιό, μουσική διαχρονική, στην οποία, πάνω
απ’ όλα, σημασία έχουν οι μουσικοί με όμικρον γιώτα.
Δηλαδή, οBruce Springsteen καιηΕ Street Band: τo 2021 είδε μια νέα κυκλοφορία τους με τίτλο The Legendary 1979 No Nukes Concerts, ένα live album και μια ταινία για δύο κυριολεκτικά θρυλικές συναυλίες του 1979. Στη δεύτερη,
ο Bruce Springsteen έτυχε να έχει γενέθλια,
και προς το τέλος, εν μέσω μιας δεκάλεπτης διασκευής του Quartet to Three του Gary U.S. Bonds, λέει αστειευόμενος στο κοινό: «δε μπορώ να συνεχίσω
να παίζω έτσι, είμαι 30 χρονών πια, δεν αντέχω».
Είναι 72 χρονών όταν ο Stephen Colbert προβάλλει το σχετικό απόσπασμα στην εκπομπή
του και τον ρωτάει τι είναι ίδιο και τι έχει αλλάξει από τότε – και o Springsteen
απαντάει: «πάνω στη σκηνή δεν ξέρω αν υπάρχει μεγάλη διαφορά,
ακόμα βγαίνουμε και τα δίνουμε όλα, κάθε βράδυ». Από πού έρχεται αυτή
η αγάπη για τη μουσική και τη ζωή, αυτή η τρομερή ενέργεια που έχει ο Springsteen στη σκηνή, ακόμα
και σήμερα, με τρίωρες και τετράωρες συναυλίες, αλλά και το πάθος και η
ωριμότητα που έχουν τα νέα του albums, και είναι εξίσου σημαντικά με τα κλασσικά, όπως θα δούμε στη
συνέχεια;
Ο David Brooks έχει γράψει στο Τhe Αtlanticένα άρθρο για τον Bruce Springsteen και την τέχνη του να μεγαλώνεις, να
γερνάς με ωραίο τρόπο. Είναι, λέει, πρωταθλητής σε αυτήν την τέχνη, γιατί αυτό
που τον ωθεί δεν είναι η επιδίωξη της επιτυχίας και της αναγνώρισης, αλλά κάτι
πιο βαθύ, πιο θεμελιώδες, όπως η δίψα. «Νιώθω ακόμα», λέει ο Springsteen στο ίδιο
άρθρο, «μια ανάγκη να επικοινωνήσω που με καίει, είναι εκεί όταν ξυπνάω το
πρωί, περπατάει δίπλα μου κατά τη διάρκεια της μέρας... εδώ και 50 χρόνια, δεν έχει
σταματήσει».
Ας δούμε πώς ακούγεται
αυτή η δίψα μέσω του Jungleland, από το album The Legendary 1979 No Nukes Concerts, μια εκρηκτική εκτέλεση ενός εμβληματικού
κομματιού του Springsteen με τον επίσης εμβληματικό ήχο της E Street Band – με τον ίδιο στα φωνητικά,
την κιθάρα και τη φυσαρμόνικα, τον Steve
Van Zandt στη rhythm κιθάρα, τον Garry Tallent στο μπάσοκαι τον Max Weinberg στα ντραμς, τον Roy Bittan
στο πιάνο και τον Danny
Federici στο όργανο,
και τον Clarence Clemons στο σαξόφωνο, τον οποίον
θα ακούσουμε να παίζει ένα σόλο που έγραψε ιστορία.
Αν αυτή η «νέα» κυκλοφορία
είναι «παλιά», η αμέσως προηγούμενη ήταν «νέα»: πρόκειται φυσικά για το album Letter to You του 2020, το
οποίο ηχογραφήθηκε μέσα σε τέσσερις μέρες, liveστο studioτου Springsteen στο NewJerseyμε την Ε Street Band στην τωρινή της σύνθεση.
Σε αυτό θα συναντήσουμε πρωτότυπο σύγχρονο υλικό αλλά και την ανάμνηση και την
επίγνωση του παρελθόντος: σημείο-κλειδί εδώ είναι η απώλεια του George Theiss το
2018 από καρκίνο, o οποίος ήταν συνοδοιπόρος του Springsteen στα
πρώτα του βήματα πίσω στη δεκαετία του 60 με το συγκρότημα Τhe Castiles.
Αντικείμενο αυτού
του album είναι η ίδια η
μουσική και οι άνθρωποι που την δημιουργούν, o χρόνος που περνάει και
οι μουσικοί που μεγαλώνουν, η απώλεια και το πένθος, αλλά και η αγάπη, η ζωή και
η δημιουργικότητα. Από αυτήν την άποψη το Letter to You είναι ένα album συναισθηματικά
φορτισμένο, αλλά ταυτόχρονα στοχαστικό και ώριμο – όπως λέει ο ίδιος ο Springsteen
στο The Atlantic, ωριμότητα σημαίνει «να καταλαβαίνεις τα όρια της ζωής χωρίς να παραιτείσαι από τις δυνατότητες της».
Ακριβώς αυτά τα
όρια, αλλά και αυτές τις δυνατότητες, διαπραγματεύεται το single Ghosts. Όπως εξηγεί o
Springsteen στον ιστότοπό του, είναι ένα τραγούδι «για την ομορφιά και τη χαρά
του να είσαι σε ένα συγκρότημα, και για τον πόνο του να χάνουμε ο ένας τον άλλον
λόγω αρρώστιας και με το πέρασμα του χρόνου. Το Ghosts προσπαθεί να μιλήσει στο
πνεύμα της ίδιας της μουσικής, κατι που δεν ανήκει σε κανέναν μας και μόνο μαζί
μπορούμε να ανακαλύψουμε και να μοιραστούμε. Στην περίπτωση της EStreetBand, βρίσκεται
στη συλλογική μας ψυχή, τροφοδοτείται από την καρδιά».
«Θα πάμε εκεί που η
μουσική δεν τελειώνει ποτέ / Από τα στάδια μέχρι τα μπαρ των μικρών πόλεων», λένε
οι στίχοι του House of a Thousand
Guitars, ενός τραγουδιού για την αγάπη της μουσικής
μέσα από το πρίσμα της συλλογικότητας που τη μοιράζεται. Ο David Brooks γράφει
στο The Αtlantic ότι όπως κάθε επιτυχημένος ώριμος ενήλικας, ο Springsteen ξεχειλίζει
ευγνωμοσύνη, ιδιαίτερα για τις ανθρώπινες σχέσεις και συγκεκριμένα για τη συντροφικότητα
της E Street Band στα 45 χρόνια της μουσικής
της πορείας.
Ο αναγνωρίσιμος, δυναμικός
και μαγικά συμπαγής ήχος της E Street Band χαρακτηρίζει το Letter to You, η σύνθεσή της ωστόσο
έχει διαφοροποιηθεί. Μαζί με τον Springsteen θα ξανασυναντήσουμε τον Steve Van
Zandt στη rhythm κιθάρα και τον Roy Bittan στο πιάνο, όπως και τον Garry
Tallent στο μπάσο και τον Max Weinberg στα ντραμς – ο Danny Federici όμως και ο
Clarence Clemons έχουν φύγει από τη ζωή. Εδώ όργανο και σαξόφωνο παίζουν ο
Charles Giordano και ο Jake Clemons αντίστοιχα, ενώ στο συγκρότημα συμμετέχουν
επιπλέον ο Nils Lofgren στην κιθάρα, και η Patti Scialfa επίσης στην κιθάρα και
τα φωνητικά.
To The Power of Prayer είναι ένα νέο τραγούδι για μια ιδιαίτερη θρησκεία, εκείνη της μουσικής και
της ζωής – ή, αν προτιμάτε, για την πνευματικότητα και τον υπερβατικό χαρακτήρα
της rock μουσικής.
To Ιf I Was the Priest, από την άλλη,
είναι νέο με την έννοια ότι ηχογραφήθηκε για το Letter to Υou – γράφτηκε, όμως,
πολύ παλαιότερα, πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο album του Springsteen to 1973.Kαι, αντίστροφα, θα επιστρέψουμε στο παρελθόν για μια ξεχωριστή στιγμή
που κοιτάζει το μέλλον.
Οι συναυλίες του The Legendary 1979 No Nukes Concerts έγιναν την περίοδο της δημιουργίας του album The River και περιλαμβάνουν την πρώτη live
εκτέλεση του ομώνυμου κομματιού πριν κυκλοφορήσει τον επόμενο
χρόνο. Είναι ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του Springsteen, εμπνευσμένο
από το οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζαν η αδερφή του και ο γαμπρός του:
αυτή η ποιητική της εργατικής τάξης, σε συνδυασμό με τον ακουστικό ήχο, θα οδηγήσει στη συνέχεια, όπως λέει ο Springsteen στον Andy Green στο Rolling Stone, στη δημιουργία
κομβικών albums όπως το Nebraska, το The Ghost of Tom Joad, και το Devils & Dust.
To album TheLegendary 1979 NoNukesConcerts ηχογραφήθηκε στις
21 και στις 22 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς στο MadisonSquareGardenστη Νέα Υόρκη, όπου ο BruceSpringsteenκαι η EStreetBandσυμμετείχαν στις
συναυλίες διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση πυρηνικής ενέργειας που είχε οργανώσει
η ακτιβιστική ομάδα μουσικών όπως ο Jackson Browne,
ο Graham Nash
και η Bonnie
Raitt. Το setlist βασιζόταν στα κλασσικά πλέον albums Born
to Run
και Darkness
on the
Edge of
Town, τα οποία τότε ήταν τα πλέον πρόσφατα. O Bruce Springsteen δεν είχε δει την ταινία των συναυλιών πριν την ολοκλήρωσή της στην τωρινή εποχή, και όπως λέει στον Andy Green στοRolling Stone ένιωσε μεγάλη συναισθηματική ένταση βλέποντας ξανά τον Danny Federici και τον Clarence Clemons που
δε βρίσκονται πια στη ζωή.
Kαι ίσως για έναν τέτοιο λόγο το ωραιότερο κομμάτι από
το Letter to Υou να είναι το I’ll See
You In My Dreams: εδώ η αγάπη είναι
για τη ζωή και για τους ανθρώπους, τους φίλους και μουσικούς συνοδοιπόρους, και
ειδικά εκείνους που δεν είναι μαζί μας πια. O θάνατος δεν είναι το τέλος, θα
ξαναβρεθούμε γιατί θα σε δω στα όνειρα μου, λέει ο Bruce Springsteen συνοψίζοντας
τα νήματα που διατρέχουν αυτό το album: την αγάπη για τη ζωή, την αναγνώριση
του πόνου και της απώλειας, και τη μουσική της ελπίδας, της δημιουργικότητας
και της συλλογικότητας.
Η τέχνη της
μουσικής και της ζωής, η τέχνη του να μεγαλώνεις χωρίς να παραιτείσαι: δύο πρόσφατα
albums του BruceSpringsteenκαι της EStreetBand, στα οποία το «καινούριο»
είναι «παλιό», το «παλιό» «καινούριο», και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία:
Rob DeMartin, 28.12.2021 @ The Soundscapes | Mixcloud)
Συλλογικότητα και
συμμετοχικότητα: αυτοί ήταν πάντα και παραμένουν μέχρι σήμερα οι βασικοί
πυλώνες της σκηνής της Palm Desert, όπως δείχνει το παράδειγμα νέων κυκλοφοριών
από βετεράνους desert rock μουσικούς σαν τους Brant
Bjork Trio: εδώ θα συναντήσουμε τον Brant Bjork στα φωνητικά και την κιθάρα, ο
οποίος ξεκίνησε ως ντράμερ των Kyuss και των Fu Manchu, τον Mario Lalli στο
μπάσο, ο οποίος προέρχεται από τους Yawning Man και τους Fatso Jetson, και τον
Ryan Gut στα ντραμς, ο οποίος συμμετέχει στους Stoner.
Ακολουθώντας,
ωστόσο, το νήμα της συμμετοχικότητας, θα
ξανασυναντήσουμε αυτούς τους τρεις κυρίους στους Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – εδώ, μαζί
με τον Brant Bjork στην κιθάρα, τον Mario Lalli στο μπάσο και τον Ryan Gut στα
ντραμς, συμμετέχουν οι επίσης πολυπράγμωνες Sean Wheeler στα φωνητικά και
Mathias Schneeberger στα πλήκτρα, που έχουν αμφότεροι συμμετάσχει σε κοινά εγχειρήματα
με τους Bjork και Lalli.
Αυτό συμβαίνει συχνά
στη σκηνή της Palm Desert, όπως έχουμε δει και παλαιότερα στην περίπτωση των Yawning Balch και των Big Scenic Nowhere,
και, πράγμα σημαντικότερο, συμβαίνει αυθεντικά: εδώ δεν υπάρχουν κατασκευασμένα
από το μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας supergroups, ούτε ευπώλητα ντουέτα ή ευκαιριακές συμμετοχές
ενός μουσικού στο album ενός άλλου που τις κανονίζει η εταιρεία τους.
Αντίθετα, θα έλεγε
κανείς ότι πρόκειται για ένα οργανικό μουσικό οικοσύστημα, για έναν αστερισμό μακροχρόνιων
συνοδοιπόρων και συνεργατικών σχημάτων. Εδώ, το επίδικο δεν είναι οι μουσικοί
ατομικά ή η πορεία των επιμέρους συγκροτημάτων τους, αλλά η από κοινού αντιπροσώπευση του συλλογικού χαρακτήρα της ερήμου, μέσω του οποίου παράγει διαχρονικά τους μουσικούς της
καρπούς, από τις αυτοοργανωμένες συναυλίες που γέννησαν τον ήχο της μέχρι τη
σημερινή της ανθοφορία.
Μια φορά κι έναν καιρό στην έρημο ζούσε η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού και ο πολιτισμός της συλλογικότητας: η επέτειος των 30 ετών από την κυκλοφορία του εμβληματικού album Welcome Τo Sky Valley των Kyuss, αλλά και ο σύγχρονος ήχος της Palm Desert Scene μέσα από τις φετινές κυκλοφορίες των Brant Bjork Trio, Fu Manchu, Hermano, SoftSun και Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – μαζί, μια πρώτη γεύση από τα νέα albums των 1000mods και Planet Of Zeus (Φωτογραφία: Dag Sverre Randen)
«Πέρασα
την περισσότερη ζωή μου ως μουσικός μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στο
αμερικανικό όνειρο και την αμερικανική πραγματικότητα», έλεγε ο Bruce Springsteen σε μία από τις συναυλίες του το 2008. Και φυσικά είχε δίκιο: ως συνθέτης,
στιχουργός, τραγουδιστής και μουσικός με κοινωνική και ταξική συνείδηση, το έργο
του δε θα μπορούσε να μην αναφέρεται στην εμπειρία και την καθημερινότητα της
εργατικής τάξης, από την οποία άλλωστε προέρχεται.
Στην αφίσα της σημερινής
εκπομπής υπάρχει μία από τις φωτογραφίες που έβγαλε o Terry O’Neil το 1975: σε πρώτο πλάνο είναι ο Bruce Springsteen στο Sunset Strip του Los Angeles και στο βάθος διακρίνεται η διαφημιστική γιγαντοαφίσα με το εξώφυλλο
του Born to Run, του album που κυκλοφόρησε εκείνη την χρονιά και τον καθιέρωσε. Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε
συμβολική φωτογραφία, με την έννοια ότι σε όλη του τη μουσική πορεία και παρά
την συντριπτική του επιτυχία, ο Springsteen κατάφερε να παραμείνει σε αυτό το
πρώτο πλάνο, γειωμένος σαν να ήταν οποιοσδήποτε από εμάς στη μέση οποιουδήποτε
δρόμου, και να μην αφομοιωθεί από το θέαμα της ίδιας του της εικόνας στο πεδίο της
μουσικής βιομηχανίας: αυτή είναι η πηγή της αυθεντικότητάς του, της ποιητικής
και του αφηγηματικού χαρακτήρα της μουσικής του, αλλά και της έντασης των ερμηνειών
του στο στούντιο και στις συναυλίες που κατά κανόνα υπερβαίνουν τις 3 ώρες.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα
από την αρχή: Greetings from Asbury Park, N.J.
και TheWild, theInnocent & theEStreetShuffle,τα δύο πρώτα albums
του Bruce Springsteen
που κυκλοφόρησαν στην αρχή και το τέλος του 1973 αντίστοιχα. Από το πρώτο θα ακούσουμε το LostintheFlood, το οποίο αναφέρεται στη πορεία
ενός περιθωριοποιημένου βετεράνου προς τον θάνατο, και από το δεύτερο, τι άλλο;
Μια σερενάτα για την αιώνιαΝέα Υόρκη.
Τα
δύο πρώτα albums θα προσφέρουν στον Bruce Springsteen καλλιτεχνική αναγνώριση, όχι όμως εμπορική
επιτυχία. Αυτή θα έρθει με το επόμενό του album, το περίφημο Born to Run του 1975. Στην αρχή της μουσικής του πορείας,
η εταιρεία του είχε προσπαθήσει να τον προωθήσει ως τον «νέο Dylan», και στη
συνέχεια έκανε μια μεγάλη διαφημιστική καμπάνια παρουσιάζοντάς τον ως «το μέλλον
του rock ’n’ roll» – ο ίδιος ασφυκτιούσε με όλα αυτά, και σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό πριν την πρώτη του συναυλία στο Λονδίνο, βλέποντας την επιγραφή «Επιτέλους
το Λονδίνο είναι έτοιμο για τον Bruce Springsteen και την E Street Band» στην
μαρκίζα του Hammersmith Odeon θα σκίσει οργισμένος τις διαφημιστικές
αφίσες στην είσοδο.
Το
Born to Run δείχνει ξεκάθαρα ποιος είναι ο Bruce Springsteen: οκτώ τραγούδια τοποθετημένα
σε σειρά ώστε κάθε τετράδα να ξεκινάει με την ελπίδα και να καταλήγει στην
απόγνωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εμβληματικό ομώνυμο κομμάτι στη μέση του album αποτελεί ωδή στην ελπίδα ενός
νέου ζευγαριού να ξεφύγει από την αδιέξοδη ζωή του στην πόλη των νικημένων
ηρώων. Αντίθετα, το Jungleland κλείνει το album με την ιστορία του Magic Rat
και του Ξυπόλυτου Κοριτσιού: εκείνος σκοτώνεται από το ίδιο του το όνειρο,
χωρίς ούτε ένας άνθρωπος να κοιτάζει το ασθενοφόρο που τον μεταφέρει, ενώ
εκείνη σβύνει ολομόναχη το φως του υπνοδωματίου. «Οι ποιητές εδώ κάτω»,
καταλήγουν οι στίχοι του Springsteen, «δε γράφουν τίποτα απολύτως / απλά κάνουν
πίσω και τα αφήνουν όλα ως έχουν».
Την περίοδο του Born to Run θα
αποκτήσει την κλασσική της σύνθεση η θρυλική E
Street Band, ο οργανικός ήχος της οποίας ήταν
και παραμένει μέχρι σήμερα ταυτισμένος με τη μουσική του Bruce Springsteen. Για τις ηχογραφήσεις αυτού του
album θα προστεθούν στο συγκρότημα ο πιανίστας Roy Bittan και ο ντράμερ Max Weinberg,
μαζί με τους ήδη συμμετέχοντες Garry Tallent στο μπάσο, Danny Federici στα πλήκτρα,
και Clarence Clemons στο τενόρο σαξόφωνο, το αξέχαστο σόλο του οποίου στο Jungleland
μόλις ακούσαμε. Επιπλέον, ο κιθαρίστας και φίλος του Springsteen Steve Van
Zandt θα συμβάλλει στην ενορχήστρωση των πνευστών και τα δεύτερα φωνητικά, για
να γίνει στη συνέχεια πλήρες μέλος, αναλαμβάνοντας τις rhythm κιθάρες.
Παρά
την τεράστια επιτυχία του Born to Run, ο Bruce Springsteen δε θα επιδιώξει να κυκλοφορήσει έναν κλώνο
του, και θα έρθει επιπλέον σε ρήξη με τον μάνατζέρ του, ο οποίος προσπάθησε να
κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία μέσω μιας live κυκλοφορίας. Μετά από δικαστική
διαμάχη που τον εμπόδισε να ηχογραφήσει επί ένα χρόνο, ο Springsteen θα παρουσιάσει
ένα πιο μελαγχολικό αλλά και πιο ώριμο album, το Darkness
on the Edge of Town του 1978, το οποίο
χαρακτηριζόταν από την εσκεμμένη στροφή προς έναν περισσότερο άμεσο ήχο και μια
πιο λιτή παραγωγή σε σύγκριση με το Born to Run.
Η
μουσική κατεύθυνση και το στιχουργικό περιεχόμενο αυτού του album φωτίζουν κυριολεκτικά
το σκοτάδι που σκεπάζει τις ζωές των κοινωνικά περιθωριοποιημένων και
οικονομικά αδύναμων. Ενδεικτικά, στο Racing in the Street, ένα από τα
σημαντικότερα τραγούδια σε όλη τη μουσική πορεία του Springsteen,
θα συναντήσουμε ένα ζευγάρι που έχει συντριβεί: εκείνος εκτονώνει την αδιέξοδη
ζωή του κάνοντας κόντρες με αυτοκίνητα τη νύχτα, και εκείνη έχει δει όλα της τα
όνειρα να σκίζονται, αφήνοντάς την να κοιτάζει με απλανές βλέμμα τη νύχτα.
Το Darkness on the Edge
of Town είχε μεγάλη καλλιτεχνική αναγνώριση αλλά μέτρια εμπορική επιτυχία, πράγμα
που θα αλλάξει με το διπλό και πολυπρισματικό album The River, το οποίο θα ακολουθήσει
το 1980 για να
παραμείνει μέχρι σήμερα η τρίτη πιο δημοφιλής κυκλοφορία του Bruce Springsteen. Πρόκειται για μια συνειδητή προσπάθεια
να μεταγραφεί η καταιγιστική επί σκηνής ενέργεια και ο ενθουσιασμός της E
Street Band σε
μια στούντιο ηχογράφηση μέσα από ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών διαφορετικού ύφους. Μεταξύ
αυτών βρίσκονται μερικά από τα πιο γνωστά κομμάτια του Springsteen, όπως το ιδιαίτερα επιτυχημένο single Hungry Heart που
δανείζεται τον τίτλο του από έναν στίχο του ποιήματος Οδυσσέας του Alfred, Lord Tennyson.
Η συγκεκριμένη αχόρταγη
καρδιά, ωστόσο, και ο παντοτινά περιπλανώμενος κάτοχός της αποτελούν σπουδή στη
χαρμολύπη: η αναγνωρίσιμη popμελωδία και ο χαρούμενος, σχεδόν
χορευτικός ρυθμός του τραγουδιού συνυπάρχουν αντιθετικά με την αφήγηση του αδιεξόδου
ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε την οικογένειά του για να αναζητήσει τον έρωτα
και κατέληξε ολομόναχος. Από την άλλη μεριά, στο θρυλικό και ακαταμάχητα
θλιμμένο ομώνυμο κομμάτι του album, ο Springsteen συνεχίζει να ξετυλίγει το νήμα
της ζωής των από κάτω, με το ποτάμι ως σύμβολο της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή
που καταρρέει – πηγή έμπνευσης εδώ ήταν ο αγώνας που έδωσαν η αδελφή του και ο γαμπρός
του για να επιβιώσουν όταν εκείνος έχασε τη δουλειά του.
Tο τέλος της θριαμβευτικής περιοδείας για το album The River, η οποία κράτησε ένα χρόνο με 140 συναυλίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, βρίσκει τον Bruce Springsteen με ανάμικτα συναισθήματα για
τον ρόλο του ως καλλιτέχνη και ακόμα περισσότερο επιφυλακτικό απέναντι στην επιτυχία
και τη συνακόλουθη αποκοπή του από το κοινωνικό και ταξικό πλαίσιο για το
οποίο έγραφε. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυρθεί στην επαρχία
του New Jersey και έξι μήνες αργότερα να επανέλθει έχοντας ηχογραφήσει με ένα
τετρακάναλο μαγνητόφωνο στο υπνοδωμάτιό του τα ακουστικά demos δεκαεπτά νέων τραγουδιών.
Παρότι αυτά τα κομμάτια θα
ενορχηστρωθούν για ηλεκτρικά όργανα στις πρόβες με την E Street Band, ο Springsteen κλίνει τελικά υπέρ της μινιμαλιστικής folk
αμεσότητας των demos
και για πρώτη φορά θα χρησιμοποιήσει ακούσιο υλικό, δηλαδή μουσική την οποία δε
σκόπευε να κυκλοφορήσει στη μορφή με την οποία την ηχογράφησε. Δέκα από αυτά τα
demos θα συγκροτήσουν το album Nebraska του 1982,
με κοινό θεματικό άξονα, όπως λέει ο ίδιος στο βιβλίο Songs του 2003, «[τ]η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σταθερότητα και εκείνη τη
στιγμή που ο χρόνος σταματάει και όλα σκοτεινιάζουν, τη στιγμή που τα πράγματα
που σε συνδέουν με τον κόσμο σου – η δουλειά σου, η οικογένεια σου, οι φίλοι, η
πίστη σου, η αγάπη και η ευγνωμοσύνη στην καρδιά σου – σε απογοητεύουν».
Το Nebraska είναι η πλέον απρόβλεπτη και αντιεμπορική κυκλοφορία της μουσικής του πορείας. Την περίοδο της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολούθησε τον εκλογικό θρίαμβο
του Ronald Reagan, ο Springsteen προτάσσει
μια ευθεία αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου μέσω ιστοριών για τους φτωχούς
και αλλοτριωμένους που οδηγούνται στην κατάρρευση και το έγκλημα. Σε μια εποχή επικράτησης της pop ελαφρότητας, της ευρείας χρήσης ηλεκτρονικών οργάνων
και «γυαλιστερών» παραγωγών, αλλά και της μουσικής επιτήδευσης σε μεγάλο μέρος των mainstream αλλά και των
εναλλακτικών ακουσμάτων, προτάσσει έναν τραχύ και ακατέργαστο ακουστικό ήχο και
μια λιτή, υποβλητική και βαθιά θλιμμένη, στοιχειωμένη θα έλεγε κανείς, ερμηνεία
με ελάχιστες χαραμάδες ελπίδας, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας επούλωσης
των τραυμάτων από τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του.
Στα
ακουστικά demos του Nebraska, ωστόσο, υπάρχουν επιπλέον κομμάτια που θα
κυκλοφορήσουν στο επόμενο και πλέον επιτυχημένο album Born in the USAτο 1984, όπως το ομώνυμο και το Downbound Train, μαζί με κομμάτια που
προέκυψαν στις σχετικές πρόβες, όπως τα I’m Goin’ Down και I’m on Fire. Σε συνέντευξή
του στην εκπομπή Entertainment Tonightεκείνη τη χρονιά, ο Bruce Springsteen ρωτήθηκε πώς συμφιλιώνει το γεγονός ότι απομυθοποιεί το αμερικανικό
όνειρο με τα τραγούδια του με το γεγονός ότι ο ίδιος είναι η προσωποποίηση του
αμερικανικού ονείρου λόγω της επιτυχίας του. Και
εκείνος έδωσε μια αφοπλιστικά ειλικρινή απάντηση: «δεν ξέρω, δεν είναι κάτι που
έχω επιλύσει».
Αυτό, ωστόσο, που έχει επιλύσει από την πρώτη δεκαετία της μουσικής του πορείας
αυτό το εργατόπαιδο από το New Jersey είναι η διαφορά ανάμεσα στην εμπορική επιτυχία και την καλλιτεχνική
ακεραιότητα, με την ξεκάθαρη επικράτηση της δεύτερης να τον συνοδεύει μέχρι
σήμερα, όπως έχουμε δει σε άλλη εκπομπή.
Baby, we were born to run: η εργατική τάξη και ο ροκ ποιητής της που παρά την επιτυχία δεν έπαψε να μιλάει για το σκοτάδι στην άκρη της πόλης (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Terry O'Neil, 24.10.2019 @ enfo | radio)