Σχεδόν ενάμισι
αιώνα μετά τη δημιουργία του, το κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Pyotr
Ilyich Tchaikovsky εξακολουθεί να αποτελεί μια ακραία τεχνική πρόκληση για τους
βιολιστές. Ταυτόχρονα, παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλές με το κοινό λόγω των
συναρπαστικών μελωδιών που έγραψε ο Tchaikovsky τόσο για το βιολί όσο και για
την ορχήστρα. Παρόλα αυτά, το έργο είχε τύχει ιδιαίτερα αρνητικής υποδοχής στην
πρεμιέρα του το 1881.
Είναι ενδεικτικό
ότι ο Eduard Hanslick, επιφανής κριτικός της εποχής, το είχε χαρακτηρίσει χυδαίο:
«το βιολί», έγραφε, «δεν παίζεται πλέον, τραβιέται, σκίζεται, χτυπιέται από το
δοξάρι». Κι όμως, αυτά ακριβώς τα στοιχεία, η θυελλώδης εκφραστική δύναμη και η
θορυβώδης διαφορετικότητα αυτού του κοντσέρτου έναντι της εποχής του, είναι οι
λόγοι που παραμένει επίκαιρο και σημαντικό μέχρι σήμερα – θα μπορούσε να είναι,
τηρουμένων των αναλογιών, το metal της εποχής του.
Θα ακούσουμε το πρώτο μέρος από τη σύγχρονη
εκτέλεση που ηχογράφησε το 2016 η βιολίστρια Lisa Batiashvili
με την Staatskapelle Berlin, την ιστορική ορχήστρα της Κρατικής Όπεραs του
Βερολίνου, σε διεύθυνση του Daniel Barenboim. Είναι συνηθισμένο απέναντι σε
απαιτητικά έργα να δίνεται έμφαση στη δεξιοτεχνία, η οποία είναι φυσικά και εδώ
πανταχού παρούσα – ωστόσο η Batiashvili
την υπερβαίνει και γίνεται ιδιαίτερα εκφραστική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την cadenza. Το συνολικό
αποτέλεσμα είναι μια δεξιοτεχνική ερμηνεία μεν, η οποία αναδεικνύει το συναισθηματικό
περιεχόμενο του κοντσέρτου δε – και τέτοιες ερμηνείες είναι κάθε άλλο παρά συνηθισμένες.
Γιατί οι συνθέσεις για μπαλέτο του Tchaikovsky και του Prokofiev παραμένουν συναρπαστικές μέχρι σήμερα; Ήταν το θυελλώδες κοντσέρτο για βιολί του Tchaikovsky το metal της εποχής του; Και γιατί όποιος ακούει τη δεύτερη συμφωνία του Rachmaninoff δε μπορεί ποτέ να τη βγάλει από μέσα του; (εικόνες: Amourette Illustration)
Είναι δυνατόν να επιβιώσουμε
ζώντας αθώα; Και, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αυτό δυνατόν για έναν μουσικό
ή ένα συγκρότημα, χωρίς managers, χωρίς video clips και top-ten hits; Το αρχετυπικό ήθος και η μουσική αρτιότητα των Wipers έθεσε τους όρους ως προς αυτό το ερώτημα – παραμένοντας πάντα τίμιοι,
συνεπείς και φυσικά underground, η πορεία τους δεν είχε καμία σχέση με συμβάσεις, ούτε καν με τις συμβάσεις
του punk, όπως
θα δούμε στη συνέχεια. Με άλλα λόγια, ίσως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιρροής
που άσκησαν σε όλο το φάσμα του εναλλακτικού ήχου: για τους Wipers, η μουσική
δεν ήταν ποτέ μόδα και πόζα, έπαρση ή επιτήδευση.
Και, από αυτήν την
άποψη, είναι χαρακτηριστική η στάση του Greg Sage όταν, σε μια από τις
ελάχιστες, κυριολεκτικά μετρημένες στα δάχτυλα, συνεντεύξεις του, τον Ιούνιο
του 2000 στο In Music We Trust, τον ρωτούν τι βλέπει κοιτάζοντας πίσω στην
ιστορία των Wipers. «Έκανα απλά αυτό που έκανα», απαντάει εκείνος. «Δεν το
αντιμετωπίζω με ευλάβεια ούτε το κρεμάω στον τοίχο σαν τρόπαιο. Νομίζω ότι
περισσότερο απ’ όλα, η ιδέα των Wipers ήταν πάντα όπως ξεκίνησε, να είναι κάτι
διαφορετικό και κάτι αληθινό».
Από τα bluesστην jazz, από τα gospelστη soul, από το funkστο hip hop– αγαπάμε αυτήν τη μουσική πέρα από συμβατικούς διαχωρισμούς μεταξύ ειδών
που στην πραγματικότητα είναι αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις της μουσικής βιομηχανίας,
αυτό που στη γλώσσα της ονομάζεται διαφοροποίηση προϊόντων. Το ακριβώς
αντίθετο έχει σημασία: οι κοινές ρίζες, οι
παράλληλες πορείες και οι οργανικοί συνδυασμοί που χαρακτηρίζουν, ενδυναμώνουν
και καθιστούν καινοτόμο και πρωτοπόρα τη μαύρη μουσική.
Στην αρχή ενός τέτοιου μουσικού νήματος θα (ξανα)συναντήσουμε τον Herbie Hancock, ο οποίος δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις
δάφνες του, από τη συμμετοχή του στο δεύτερο κουαρτέτο του Miles Davis μέχρι
την jazz fusion περίοδο των προσωπικών του κυκλοφοριών και τις πολλαπλές
συνεργασίες του μέχρι σήμερα – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με την κορυφαία
σύγχρονη μπασίστρια Meshell Ndegeocello στο
Nocturnal Sunshine, από τη συλλογή Stolen Moments: Red Hot + Cool που
κυκλοφόρησε το 1994 με σκοπό την ενημέρωση και την υποστήριξη έναντι του AIDS.
Ακολουθώντας το μουσικό νήμα του Herbie Hancock οδηγηθήκαμε στη συνεργασία του με τον Guru στο Timeless, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 3:
Streetsoul του 2000. Με αυτήν τη σειρά κυκλοφοριών ο θρυλικός rapper και μέλος του ντουέτου Gang Starr συνέβαλε καθοριστικά στην υπέρβαση των ορίων μεταξύ της jazz
και του hip hop. Καθόλου τυχαία, μαζί του θα (ξανα)συναντήσουμε
τη Meshell Ndegeocello στο κομμάτι For You, από το album Guru’s
Jazzmatazz Vol. 2: The New Reality του 1995. Και ακολουθώντας
το δικό της νήμα θα φτάσουμε στη συμμετοχή της, μαζί με τη H.E.R., στο
Better Than I Imagined, από το album Black Radio
III που κυκλοφόρησε το 2022 ο πολυβραβευμένος πιανίστας Robert Glasper υπερβαίνοντας τα όρια μεταξύ της jazz, της soul και του hip hop.
Μέχρι να ονειρευτούμε τη μουσική πέρα από κάθε
όριο και συμβατικό διαχωρισμό: τα διαχρονικά νήματα που ενώνουν τα bluesμε τη soul, το funk, την jazzκαι το hiphopμέσα από εμβληματικές συνεργασίες κλασικών και σύγχρονων μουσικών (φωτογραφία: Jason Rodgers)
H αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η απώλεια του πατέρα
και ο αποχαιρετισμός με τη μητέρα, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ταξική ανισότητα:
αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία της θρυλικής ηχογράφησης του Last Kind Words που έκανε το 1930 η πρωτοπόρος συνθέτρια, τραγουδίστρια και
κιθαρίστρια Geeshie Wiley με τη συμμετοχή της Elvie Thomas. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του
καθοριστικού ρόλου των γυναικών μουσικών στη δημιουργία των blues, οι οποίες συχνά
υποτιμούνται ή και αποκλείονται από τις συμβατικές ιστορικές καταγραφές, όπως
συμβαίνει και σε άλλα μουσικά είδη.
Όπως γράφει ο John Jeremiah Sullivan στους New York Times, πρόκειται για γυναίκες μουσικούς που χάθηκαν παρότι άλλαξαν την πορεία της μουσικής. Για την Geeshie Wiley δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα – ούτε για το πραγματικό της όνομα είμαστε σίγουροι, ούτε για τα ακριβή βιογραφικά της στοιχεία, και επίσης δεν υπάρχει φωτογραφία της. Υπάρχουν, ωστόσο, τέσσερα κομμάτια που ηχογράφησε το 1930, και άλλα δύο τον επόμενο χρόνο, σε δίσκους 78 στροφών, από τους οποίους σώζονται ελάχιστα αντίτυπα. Για μουσικούς σαν την Geeshie Wiley, ωστόσο, ακόμα και ένα τόσο μικρό δείγμα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία που έχουν στη διαμόρφωση των blues, και όχι μόνο, και την εξέλιξή τους μέχρι τις δικές μας μέρες, όπως δηλώνει η ερμηνεία του Last Kind Words από την κορυφαία σύγχρονη folk και roots μουσικό Rhiannon Giddens στο πρώτο προσωπικό της album Tomorrow Is My Turn τo 2015.
Η αιώνια άνοιξη της μουσικής των από κάτω: το ταξίδι των blues τραγουδιών από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από τoν Muddy Waters στον Rory Gallagher, από την Geeshie Wiley στην Rhiannon Giddens, και από τον Ηowlin Wolf μέχρι τους Soundgarden αλλά και το κουαρτέτο κλασσικής μουσικής PUBLIQuartet (εικόνα: Luba Lukova)
Η μουσική χημεία
της κιθαρίστριας Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον
ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad καθιστά το τρίο τους ιδανικό όχημα υπέρβασης κάθε
διαχωρισμού μεταξύ jazz, rock και metal. Μουσικοί τέτοιων διαθέσεων και
ικανοτήτων έχουν συγκροτημένη οπτική από την οποία εκπορεύεται το έργο τους, και,
από αυτήν την άποψη, είναι χαρακτηριστικά εύγλωττος ο τρόπος με τον οποίο η Hedvig εννoιολογεί τη σύγχρονη jazz, όταν σε συνέντευξή
της στο London Jazz News τής ζητείται να ορίσει τη μουσική που παίζει το τρίο: «Συγνώμμη
για την ερώτηση», λέει η Nicky Schrire, «αλλά είναι rock; Είναι jazz;»
«Πραγματικά δε μου
αρέσει καθόλου να μιλάω για μουσικά είδη», απαντάει η Hedvig, «γιατί νομίζω ότι έχουμε
χάσει την αίσθηση του τι πραγματικά σημαίνει rock ή jazz. Οπότε βρίσκω πιο ενδιαφέρον να μιλάω για το τι σημαίνει jazz για εμένα, γιατί μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό για εσένα ή
όποιον άλλον αναγνώστη. Για εμένα, ο πυρήνας της jazz είναι ο αυτοσχεδιασμός, είναι να ακούς ενώ παίζεις,
είναι ένας τρόπος να ανταποκρίνεσαι, ένας τρόπος να συμπεριφέρεσαι, ένας τρόπος
να σκέφτεσαι, ή να μη σκέφτεσαι ενώ παίζεις. Είναι να αφήνεις τα πράγματα να
συμβαίνουν. Είναι μια σειρά σκέψεων για το πώς σχετίζεται κανείς με το παίξιμο
της μουσικής. Αν καταφέρνουμε να κρατάμε αυτήν τη σειρά ιδεών ενώ φτιάχνουμε
και παίζουμε μουσική, η jazz είναι παρούσα στη μουσική του τρίο».
H κορυφαία jazz κιθαρίστρια Hedvig Mollestad και οι progressive rock και metal αναφορές της που διαλύουν κάθε συμβατικό μουσικό διαχωρισμό (φωτογραφία: Morten Markussen Espeland, Eline Aurora Rövardotter Fløisbonn)
Η φράση αυτή παραμένει
επίκαιρη στη σκιά του εγκλήματος στα Τέμπη. Όχι μόνο λόγω των κυβερνητικών
ευθυνών για τις παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας, για τις οποίες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στον σιδηρόδρομο είχαν προειδοποιήσει και απεργήσει,
αλλά αγνοήθηκαν και λοιδορήθηκαν. Όχι μόνο λόγω των πολιτικών ιδιωτικοποίησης
που δίνουν προτεραιότητα στα επιχειρηματικά κέρδη έναντι του κοινού καλού. Όχι
μόνο λόγω του προσβλητικού κυνισμού υπουργικών δηλώσεων, όπως η παραδοχή ότι αν
μιλούσαν για την επικινδυνότητα των τρένων κανείς δε θα αγόραζε εισιτήριο.
Είναι επίκαιρη κυρίως
λόγω του ελλείμματος λογοδοσίας που χαρακτηρίζει σταθερά και συστηματικά ολόκληρο
το διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε. Η αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ζωής και η ατιμωρησία που τη συνοδεύει άλλωστε δεν αφορά μόνο τα Τέμπη, όπως λέει στην Εφημερίδα των Συντακτών η επιζώσα Ηλιάννα Μανίκα:
«Στο ίδιο έργο
θεατές. Σε όλες τις δολοφονίες του συστήματος: τους πρόσφυγες που πνίγονται,
τους εργάτες που σκοτώνονται κάθε δύο μέρες, τις δολοφονίες της αστυνομίας,
τους συνεπιβάτες μου που δολοφονήθηκαν επειδή τόλμησαν να μπουν στο τρένο,
προβάλλονται η ατομική ευθύνη, το ανθρώπινο λάθος και τα «μεμονωμένα
περιστατικά». Η δικαιοσύνη τους εξυπηρετεί την πολιτική των ισχυρών, που μας
φτωχοποιεί, μας στερεί τα δικαιώματα, μέχρι και την ίδια μας τη ζωή. Πιστεύω,
όμως, στο δίκιο. Γι’ αυτό δεν θα επιλέξω τη μοιρολατρική στάση και δεν θα
αποδεχθώ τη ζοφερή αυτή κατάσταση. Θα συμμετάσχω στον αγώνα για να αποδοθεί
δικαιοσύνη, γιατί, αν και την έχουν πάρει με το μέρος τους, εμείς θα
αξιοποιήσουμε τη δύναμή μας ενάντια στη διαφθορά της για να επιβάλουμε το
πραγματικό δίκιο».
Η παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω: σύγχρονο ριζοσπαστικό hip hop έναντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό και την εκμετάλλευση, από το Παρίσι μέχρι το Λος Άντζελες και από τη Γουατεμάλα μέχρι την Αθήνα – μαζί, το έγκλημα στα Τέμπη και το έλλειμμα λογοδοσίας ένα χρόνο μετά (φωτογραφία: Nick Miller)
The Walkabouts: λίγα συγκροτήματα έχουν αγαπηθεί
τόσο πολύ, και όπως ξέρετε η αγάπη δε συνηθίζει να μπαίνει εύκολα σε λέξεις.
Αν, ωστόσο, το επιχειρήσουμε, φαντάζομαι πως θα συμφωνήσουμε καταρχήν στη λέξη
αυθεντικότητα: μπροστά μας βρισκόταν πάντα μια ειλικρινής και ανεπιτήδευτη μπάντα, η καλλιτεχνική ακεραιότητα της οποίας έγινε θεμέλιο της σχέσης
μας μαζί τους. Και το δεύτερο θεμέλιο αυτής της σχέσης ήταν ο σχεδόν μαγικός τρόπος
που συνδύαζαν στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη – κυρίως το rock, τη folk και την
country – φτιάχνοντας μια δική τους, πρωτότυπη και αναγνωρίσιμη ταυτότητα με
μεγάλη και διττή ένταση: των συναισθημάτων, αλλά και
των ενισχυτών.
Η σύνθεση του συγκροτήματος, κατά το μεγαλύτερο
μέρος της ιστορίας του, ήταν ο Michael Wells στο μπάσο, ο Terri Moeller στα
ντραμς, ο Glenn Slater στο πιάνο, και φυσικά η Carla Torgerson και ο Chris
Eckman στα φωνητικά και τις κιθάρες. Η δυναμική αντίθεση ανάμεσα στην αιθέρια
αλλά και πανίσχυρη φωνή της πρώτης, και την τραχιά αλλά και εκφραστική φωνή του δεύτερου, καθόρισε ερμηνευτικά τον τόνο του συγκροτήματος. Με άλλα λόγια, η Carla και ο Chris είναι η διπλή καρδιά των TheWalkabouts, και θα
πάμε κατευθείαν σε αυτήν με δύο κομμάτια: Your
Hope Shines, με τη συμμετοχή των KingJesusDisciples, και Almost Wisdom.
Η πρώτη δεκαετία του συγκροτήματος
χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγικότητα και συλλογική δημιουργικότητα – η μουσική αποδίδεται κατά κανόνα σε όλα τα μέλη από κοινού και οι στίχοι στον Chris Eckman. Ξεκινώντας το 1985, θα
κυκλοφορήσουν δύο EPs και τρία albumsσε indiefolk-rock ύφος μέχρι το εμβληματικό διπλό album New West Motel του 1993, αλλά και το Setting the Woods on Fire
που ακολούθησε το 1994: δύο κυκλοφορίες που καθιέρωσαν το συγκρότημα και
στις οποίες ανήκουν τα κομμάτια που μόλις ακούσαμε.
Είναι αυτή η καλύτερη περίοδος των TheWalkabouts; Οι αρετές τους δε λείπουν από καμία κυκλοφορία, ωστόσο αυτά τα δύο albums είναι αναντικατάστατα, με την έννοια ότι πολλ@ γνωρίσαμε και
αγαπήσαμε το συγκρότημα μέσα από αυτά – πράγμα καθόλου τυχαίο, δεδομένου ότι συνιστούν τον πληρέστερο ορισμό του ήχου του, αλλά καιαναδεικνύουν τη rock πλευρά του σε όλη της την ένταση. Ανάμεσά
τους, ωστόσο, κυκλοφόρησε το album διασκευών SatisfiedMindτο 1993, από το οποίο θα ακούσουμε το
FeelLikeGoingHome, ένα
country
κομμάτι του Charlie
Rich,
με τη συμμετοχή του Mark
Lannegan
των Screaming
Trees.
Το συγκρότημα προερχόταν από το Seattleκαι ηχογραφούσε στη SubPop, αλλά, λόγω του διαφορετικού του ήχου σε σχέση με τα grunge συγκροτήματα της πόλης, προωθήθηκε μονόπλευρα στη δική
μας όχθη του Ατλαντικού από το ευρωπαϊκό τμήμα της εταιρείας. Το albumDevil’s Road που θα ακολουθήσει το 1996
αποτελεί σημείο καμπής: ηχογραφείται κατόπιν μετακίνησης στην ευρωπαϊκή Virgin,
στρέφεται προς μια ατμοσφαιρική folk κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης
ορχήστρας, και εγκαινιάζει την ανάληψη των συνθέσεων από τον Chris Eckman.
Παρά την επιτυχία του εγχειρήματος,
το συγκρότημα θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του, καταρχήν ερχόμενο σε
ρήξη με τη Virginγύρω από το περιεχόμενο και την προώθηση του νέου albumNighttown, το οποίοθα κυκλοφορήσει το 1997. Την ίδια
περίοδο, η προσωπική σχέση ανάμεσα στον Chris Eckman και την Carla Torgerson φτάνει στο τέλος της. Και δέκα μέρες πριν την
ηχογράφηση του επόμενου album με τίτλο TrailofStars, ο μπασίστας John Baker Saunders πεθαίνει από υπερβολική
δόση ηρωίνης.
«[Κ]ατά κάποιο τρόπο», λέει ο ChrisEckman για εκείνη την περίοδο σε συνέντευξή
του Penny Black Music, «είχαμε πάντα στο μυαλό μας τη
μουσική σαν κάτι που μοιάζει με καρδιά. Είναι κάτι που σημαίνει περισσότερα για
μας από το πώς να βγάζεις χρήματα, ή πώς να κάνεις καριέρα, ή οτιδήποτε τέτοιο.
Νομίζω ότι μέσα από εκείνες τις πραγματικά δύσκολες εποχές, αυτό ήταν το
στοιχείο που, περισσότερο ή λιγότερο, μας βοηθούσε πάντα να προχωρήσουμε».
Θα ακούσουμε τον ήχο εκείνων των δύσκολων εποχών μέσα από
δύο κομμάτια μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, το Unwind και το Drown από τα albumsNighttown του 1997 και TrailofStars του 1999 αντίστοιχα – και ύστερα θα
προχωρήσουμε μαζί με το συγκρότημα στο EndedUpaStranger, από το ομώνυμο album του 2001.
Από το 2001 και μετά,
οι κυκλοφορίες του συγκροτήματος γίνονται πιο αραιές: τέσσερα χρόνια θα
περάσουν μέχρι το Acetylene του 2005 και άλλα έξι μέχρι το τελευταίο τους albumTravels in the Dustland του 2011.
«Ο κόσμος», έλεγε τότε ο Chris Eckman, «δεν χρειάζεται απαραίτητα ακόμα ένα
album των The Walkabouts, εκτός αν είναι πραγματικά καλό. Αυτός είναι ο πήχης
που βάζουμε, ο λόγος για τον οποίο κυκλοφορούμε ένα album, και όχι επειδή
υπάρχει ένα συμβόλαιο ή για να κάνουμε μια περιοδεία».
Με άλλα λόγια, το
συγκρότημα δε μας είδε ποτέ ως καταναλωτές και η κριτική του στην εργαλειακή διαδοχή
νέων κυκλοφοριών και περιοδειών, δηλαδή στον παραδοσιακό κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας,
είναι χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ακεραιότητας. Από αυτήν την
άποψη, το Travels in the Dustland δεν ήταν μόνο ένας συναρπαστικός μουσικός αποχαιρετισμός,
αλλά και αυτός που αρμόζει σε ένα συγκρότημα που παρότι διαλύθηκε το 2015 συνεχίζει μέχρι
σήμερα να λάμπει στο σκοτάδι, όπως κάθε πραγματική ελπίδα.
Επειδή η ελπίδα λάμπει μόνο μέσα στο σκοτάδι: η μουσική καρδιά των Τhe Walkabouts που υπήρξε πάντα τόσο μαγική όσο και ειλικρινής μαζί μας (σήμα: Pelican – Sirius, εικόνα: Ben Thompson, Your Hope Shines Single Cover, 17.10.2019 @ enfo | radio)
Δε συνηθίζεται ένα κουαρτέτο κλασσικής μουσικής να παίζει παραδοσιακά εργατικά τραγούδια, αλλά δεν υπάρχει τίποτα συνηθισμένο ούτε στους Kronos Quartet, ούτε στο Which side are you on, το εμβληματικό εργατικό τραγούδι που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ιστορικής απεργίας των ανθρακωρύχων της κομητείας Harlan, στο Kentucky των Ηνωμένων Πολιτειών τη δεκαετία του 30.
Επί 10 χρόνια
αγωνίζονταν οι ανθρακωρύχοι για να αποκτήσουν συνδικαλιστική εκπροσώπηση και αντιμετώπιζαν
άγρια καταστολή. Μια νύχτα, το 1931, οι αστυνομικές αρχές έκαναν έφοδο στο σπίτι
του συνδικαλιστή Sam Reece, o οποίος είχε διαφύγει,
και απείλησαν τη σύζυγο και τα παιδιά του. Εκείνη τη νύχτα, εκείνη η γυναίκα, η
Florence Reece, έγραψε το κομμάτι
που στη συνέχεια θα γίνει διαχρονικός ύμνος των εργατικών αγώνων και των
κοινωνικών κινημάτων μέχρι σήμερα, με κομβική στιγμή την κλασσική πλέον
ερμηνεία του από τον Pete Seegerτη δεκαετία του
60.
Στη μουσική, την
πολιτική φιλοσοφία αλλά και τον κοινωνικό αντίκτυπο του έργου αυτού του θρυλικού
folk τραγουδιστή
είναι αφιερωμένο το album Kronos Quartet & friends celebrate Pete Seeger – Long Time Passing του 2020, από το οποίο θα ακούσουμε το Which side are you on, με τον φίλο των Kronos
Lee Knight στα φωνητικά.
Σύγχρονη κλασσική μουσική – πολιτικοποιημένη, έμφυλη και ταξική: εργατικά
τραγούδια από τους Kronos Quartet, η φεμινιστική όπερα της Ellen Reid, το
ορατόριο της Julia Wolfe για τις μετανάστριες εργάτριες της Νέας Υόρκης, το
κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα σε έργα της Jessie Montgomery και της Zenobia
Powell Perry και η σύνθεση του Carlos Simon για τις δολοφονίες αφροαμερικανών
από την αστυνομία.
Το μόνο σίγουρο στον
κόσμο είναι ότι δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν τον αλλάξουμε εμείς, και αν δεν κάνουμε κάτι για να γίνει καλύτερος θα συνεχίσει να αλλάζει προς το χειρότερο, προς τη φτώχεια, το μίσος, τον πόλεμο.
Αυτό λέει το θρυλικό και πολυδιασκευασμένο, μέχρι σήμερα, στη δική μας εποχή, κομμάτι
των Harold Melvin & the Blue Notes, με το οποίο θα ξεκινήσουμε σήμερα: Wake Up Everybody, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε το
1975.
Το Wake Up
Everybody είναι μέρος των πρακτικά απέραντων νημάτων που διατρέχουν και συνδέουν
τη μουσική της αφροαμερικανικής κοινότητας από τα spirituals την εποχή της δουλείας,
τα gospel, τα
bluesκαι την
jazz, τη soul και
το funkτων δεκαετιών του 60 και 70, και φυσικά το σύγχρονο hip hop. Ενδεικτικά, αυτό
το κομμάτι χρησιμοποιούν ως sample οι Wu-Tang Clan στο A Better Tomorrow, από το ομώνυμο album
τους του 2014, επικαιροποιώντας το περιεχόμενό του για τη δική μας
εποχή αλλά και αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη διαχρονικότητα του αιτήματος για έναν
καλύτερο κόσμο.
H soul μουσική που άλλαξε τον κόσμο: πολιτικοποίηση και καλλιτεχνική αυτονομία από τα gospel στο funk και το σύγχρονο hip hop – μαζί, δυο λόγια για την έξωση του Συλλόγου Αρχαιολόγων και το ναυάγιο της Πύλου (Φωτογραφία: Hank Parker)
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Tyler Childers σπάει τα στερεότυπα που συνδέονται με την country:
στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη μπαλάντα Ιn Your Love, την οποία
έγραψε από την οπτική του συμμάχου της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το κομμάτι
κυκλοφόρησε ως single του album Rustin’ in the Rain το 2023 και συνοδεύτηκε από
ένα video clip σε σενάριο του Silas House για τον έρωτα δύο ανθρακωρύχων μέχρι
τον θάνατο του ενός από τη νόσο του μαύρου πνεύμονα, η οποία προκαλείται από την μακροχρόνια συγκέντρωση σκόνης άνθρακα στους πνεύμονες.
Τόσο μουσικά όσο και αναπαραστατικά, το Ιn Your Love υποστηρίζει τη θεατότητα
των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και των ιστοριών τους στο πλαίσιο των εργατικών κοινοτήτων,
αλλά και στο πεδίο της country μουσικής όπου υποεκπροσωπούνται.
Για κάθε αγάπη που αντέχει μέχρι ο ήλιος να γίνει στάχτη: νέες κυκλοφορίες από τη σύγχρονη κλασσική των Balmorhea στο post-metal των Pelican, από τον blues ήχο των Gov’t Mule στα desert blues των Tinariwen, και από το alternative rock των The Last Internationale στην alternative country του Tyler Childers και του Jason Isbell (Φωτογραφία: Michael Chow)