9 November 2025

Αυτή όμως δεν είναι οποιαδήποτε μουσική

 

Συνηθίζεται, όταν πρόκειται για την επέτειο ενός album, να εστιάζει κανείς στην επιρροή που άσκησε, πόσο μάλλον ενός album όπως το Mandylion των The Gathering που είναι, χωρίς περιστροφές, blueprint: ένα μουσικό υπόδειγμα, χωρίς το οποίο θα ήταν αδύνατον να φανταστεί κανείς την εκρηκτική άνθιση του ατμοσφαιρικού ήχου και των αντίστοιχων gothic, symphonic και progressive rock και metal συγκροτημάτων που ακολούθησαν από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα.

Για τη διαχρονική επικαιρότητα του Mandylion, ωστόσο, υπάρχουν περισσότεροι λόγοι. Πρόκειται για τη σημαντικότερη δημιουργία της πρώτης περιόδου των The Gathering, με πυλώνες τα φωνητικά της Anneke van Giersbergen, τις lead και rhythm κιθάρες των René Rutten και Jelmer Wiersm αντίστοιχα, τα πλήκτρα του Frank Boeijen, και τη rhythm section των Hans Rutten στα ντραμς και Hugo Prinsen Geerligs στο μπάσο. Ηχογραφήθηκε τον Ιούνιο του 1995 και κυκλοφόρησε στις 22 Αυγούστου του ίδιου χρόνου – και φυσικά, τα τριάντα, αισίως, χρόνια που μεσολαβούν μέχρι σήμερα, σχεδόν ένα τρίτο του αιώνα, θα αρκούσαν για να ξεχαστεί οποιαδήποτε μουσική.

Αυτή όμως δεν είναι οποιαδήποτε μουσική.



Θα ήταν αδύνατο να μην ξεκινήσουμε με το Leaves, εμβληματικό κομμάτι και single από το Mandylion, και, από αυτήν την άποψη, παραδειγματικό της σημασίας του. Μέχρι τότε, το συγκρότημα ήταν αναγνωρισμένο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής underground metal σκηνής μέσα από τα δύο πρώτα albums του, το Always... του 1992 και το Almost a Dance του 1993, τα οποία έμοιαζαν ως προς τον death / doom μουσικό τους προσανατολισμό αλλά διέφεραν ως προς τους τραγουδιστές, με το δεύτερο να δοκιμάζει επιπλέον ένα σχήμα με μοιρασμένα ανδρικά και γυναικεία φωνητικά.

H πολύπλευρη ανάπτυξη της πρωτοπόρου σκηνής του underground metal εκείνη τη δεκαετία αποτελεί μια απο τις σημαντικότερες εξελίξεις του σύγχρονου ήχου, και σε αυτό το πλαίσιο πειραματισμού και αναζήτησης υπήρχαν φυσικά και άλλα gothic και doom metal συγκροτήματα που είχαν στραφεί σε γυναικεία φωνητικά. Αρχικά αυτό συνέβαινε κατ’ εξαίρεση ή συμπληρωματικά, ως μελωδική προσθήκη στην ένταση του ήχου συγκροτημάτων που είχαν κατά βάση ανδρικά growls φωνητικά. Η  δυναμική της ανάπτυξης της σκηνής ωστόσο δε θα αργούσε να αναδείξει τον πρωταρχικό ρόλο των γυναικείων φωνητικών ως φορέα έντασης, είτε ως καθαρά είτε ως growls, όπως καθολικά πλέον συμβαίνει σήμερα. 

Το Mandylion αποτελεί σημείο καμπής: ήταν η πρώτη κυκλοφορία των The Gathering με την Anneke van Giersbergen να αναλαμβάνει όλα τα φωνητικά και τους στίχους, ενώ οι συνθέσεις αποδίδονταν από κοινού σε όλα τα μέλη του συγκροτήματος, πράγμα χαρακτηριστικό του συλλογικού του χαρακτήρα. Αναμφίβολα η φωνή της Anneke ήταν καταλύτης – με την εντυπωσιακή δύναμη, τον όγκο και το εύρος της, τη ζεστασιά του τόνου της και το βιμπράτο που έφερε από το ξεκίνημά της στην jazz – ήταν όμως επίσης σημαντικό ότι το Mandylion βρισκόταν απέναντι από τον έμφυλα αναγωγικό και πολιτικά προβληματικό όρο female fronted που χρησιμοποιεί το μουσικό μάρκετινγκ. Με άλλα λόγια, τα φωνητικά της Anneke είχαν και έχουν μέχρι σήμερα σημασία όχι ως γυναικεία με τη στερεοτυπική έννοια, αλλά ως μουσικά καθηλωτικά, τεχνικά άρτια και αρμονικά ενταγμένα στο ηχητικό τοπίο του album ανεξάρτητα από το φύλο του φορέα τους.

Αυτός είναι ο λόγος που το Mandylion αποτελεί θεμέλιο: άλλαξε τους όρους πρόσληψης και αξιολόγησης του ατμοσφαιρικού ήχου. Διακρίνεται από την οργανική συνάρθρωση ανάμεσα στα φωνητικά και τα όργανα, με την εκφραστική δύναμη της Anneke να απογειώνει την ένταση αλλά και να υπογραμμίζει τις μελωδίες, κάποιες φορές υποστηρίζοντας τα πανίσχυρα riff κι άλλες φορές σε αντίστιξη μαζί τους, με αποτέλεσμα μια ριζοσπαστική μουσική δυναμική. Το album παραμένει ακρογωνιαίος λίθος του gothic metal και του ατμοσφαιρικού ήχου συνολικά, με τα δύο μέρη του In Motion να αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα – θα ακούσουμε το πρώτο στην studio εκτέλεση από το Mandylion, και το δεύτερο στη live ημιακουστική εκτέλεση από το album Sleepy Buildings του 2004.




Το Mandylion αποτελεί ταυτόχρονα συμβολή στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού progressive ήχου, ο οποίος είναι κύρια μουσική φλέβα του συγκροτήματος και όχημα εξέλιξής του μέχρι σήμερα. Οι συνθετικές και ερμηνευτικές αρετές των The Gathering βρίσκουν τον απαραίτητο εκφραστικό τους χώρο στις μεγαλύτερες των έξι λεπτών διάρκειες που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία των κομματιών του Mandylion – ανάμεσά τους, ωστόσο, ξεχωρίζει το Sand and Mercury, το οποίο καταργεί τη δομή στροφών και ρεφρέν για να αναδείξει τα ευρηματικά χαρακτηριστικά μιας κατά βάση ορχηστρικής προσέγγισης. Εδώ, με άλλα λόγια, θα συναντήσουμε τη μουσική ρίζα κομβικών μεταγενέστερων κομματιών, από τη μετάβαση στο progressive rock που πρεσβεύει το Travel μέχρι τον πειραματικό χαρακτήρα του Black Light District, αλλά και τον ανανεωτικό ήχο της νεότερης περιόδου που σηματοδότησε το Heroes for Ghosts.

Το Sand and Mercury, όμως, νοηματοδοτεί την έννοια του progressive όχι μόνο μουσικά αλλά και εννοιολογικά. Το θεματικό αντικείμενό του δεν είναι φυσικά άγνωστο στο πεδίο του gothic metal, η προσέγγιση του συγκροτήματος όμως σε αυτό είναι πρωτότυπη: οι στίχοι που αποδίδουν την επιθυμία ενός ετοιμοθάνατου ασθενούς να μη μείνει μόνος στο τέλος της ζωής του συμπληρώνονται από ένα ηχητικό απόσπασμα όπου ο J. R. R. Tolkien διαβάζει ένα χαρακτηριστικό σημείο από το βιβλίο της Simone de Beauvoir A Very Easy Death του 1964, το οποίο αναφέρεται στις τελευταίες έξι εβδομάδες της ζωής της μητέρας της.

Πρόκειται για έναν υπαρξιακό στοχασμό πάνω στην αγάπη, την απώλεια και το πένθος. «Δεν πεθαίνεις επειδή γεννήθηκες, ούτε επειδή έζησες, ούτε από γηρατειά – πεθαίνεις από κάτι […] Καρκίνος, θρόμβωση, πνευμονία: είναι τόσο βίαια και απρόβλεπτα όσο μια μηχανή που σταματάει στη μέση του ουρανού», έγραφε η Simone de Beauvoir, αποδομώντας κατά αυτόν τον τρόπο την απροβλημάτιστη σύνδεση ηλικίας και θανάτου, δηλαδή το κυνικό κλισέ ότι όταν κανείς γερνάει οδηγείται με υποτίθεται φυσικό τρόπο στο τέλος της ζωής.

«Δεν υπάρχει φυσικός θάνατος, τίποτα από όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο δεν είναι ποτέ φυσικά, καθώς η παρουσία του αμφισβητεί τον κόσμο. Όλοι άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν αλλά για τον καθένα ο θάνατός του είναι ένα ατύχημα, και ακόμα κι αν το γνωρίζει και συναινεί, είναι μια αδικαιολόγητη παραβίαση»: αυτό είναι το σημείο του βιβλίου που διαβάζει ο Tolkien, σε ντοκιμαντέρ του BBC το 1968, προσδιορίζοντάς το ως κλειδί για τη δημιουργία του Άρχοντα των Δακτυλιδιών. 



Ως το album που καθιέρωσε το συγκρότημα στη σύγχρονη μουσική σκηνή, αλλά και στις καρδιές μας, τo Mandylion περιλαμβάνει μερικά από τα πιο δημοφιλή και πλέον κλασσικά τραγούδια των The Gathering, μέσω των οποίων, άλλωστε, πολλ@ από εμάς ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή μαζί τους, είτε πρόκειται για singles, όπως το Strange Machines, είτε για αγαπημένα deep cuts, όπως το Εleanor. Επιπλέον, η επανέκδοση του album το 2005 περιλάμβανε ακυκλοφόρητα demos, προσφέροντας πρόσβαση στη δημιουργική διαδικασία του συγκροτήματος, αλλά και μια πρώτη εικόνα της μελλοντικής εξέλιξης του ήχου του στην περίπτωση του Third Chance, ενός κομματιού που θα κυκλοφορήσει ολοκληρωμένο στο single Adrenaline Leaves του 1996, και σε διαφορετική εκτέλεση στο album Nighttime Birds του 1997.

Η πρώτη καταγραφή του Third Chance ως demo την περίοδο των ηχογραφήσεων του Mandylion χρησιμοποιεί τους στίχους του Ιn Motion, ενώ ο ήχος του θυμίζει μια πρώιμη εκδοχή του alternative rock χαρακτήρα που θα σηματοδοτήσουν μεταγενέστερα κομμάτια όπως το Liberty Bell και το Rollercoaster. Από αυτήν την άποψη δίνει μια γεύση της διαχρονικής εξέλιξης των The Gathering, η οποία θα υπερβεί τα όρια μεταξύ μουσικών ειδών και θα καταστήσει τους διαχωρισμούς ανάμεσα στο gothic metal και το progressive rock, αλλά και το shoegaze και το trip hop, άνευ νοήματος, δηλώνοντας τη μουσική δυναμική αλλά και την καλλιτεχνική ακεραιότητα ενός συγκροτήματος που δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις δάφνες του.






Θα κλείσουμε επιστρέφοντας στην αρχή και το Leaves, σε live εκτέλεση από την επετειακή συναυλία για τα εικοσιπέντε χρόνια του συγκροτήματος το 2014 και το album TG25: Live At Doornroosje που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο. Εδώ τραγουδούν μαζί η Anneke van Giersbergen και η Silje Wergeland, η εξίσου σημαντική τραγουδίστρια που την διαδέχτηκε στη νεότερη περίοδο του συγκροτήματος, και επίσης συμμετέχει ο τρομπετίστας Noël Hofman, καθώς την ίδια περίοδο το συγκρότημα πειραματίστηκε ενσωματώνοντας πνευστά στον ήχο του.

Σε αυτήν τη μουσική γιορτή που ενοποιεί όλες τις εποχές των The Gathering δε μπορεί να μην αναφερθεί κανείς και στο κοινό. Σε πολλές συναυλίες φυσικά το ακροατήριο συνηθίζει να τραγουδάει στίχους από τα τραγούδια των αγαπημένων του συγκροτημάτων – στην προκειμένη περίπτωση, δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του Leaves, το κοινό τραγουδάει ακόμα και τις νότες του σόλο στην κιθάρα, δείχνοντας, αν μη τι άλλο, ότι η αγάπη, όπως και η αυθεντική μουσική, με ήτα και με όμικρον γιώτα, δεν επηρεάζονται από καμία πάροδο κανενός χρόνου.





Πανέμορφο, ριζοσπαστικό και ακραία επιδραστικό, το Μandylion των Τhe Gathering γιορτάζει την εικοστή πέμπτη του επέτειο (σήμα: Pelican – Sirius, εικόνα: Carsten Drescher, 27.08.2020 @ enfo | radio)

2 November 2025

Όσο πιο ευτυχισμένος μπορείς

 

Θρύλος, επαναστάτης, διάνοια, ο Jimi Hendrix του μπάσου, ο καλύτερος μπασίστας στον κόσμο, ο μουσικός που εφηύρε το σόλο στο ηλεκτρικό μπάσο και άλλαξε τη μουσική ιστορία: αυτά είναι μερικά ενδεικτικά παραδείγματα όσων γράφονται μέχρι σήμερα για τον Jaco Pastorius, ο οποίος είχε την εκτίμηση των κορυφαίων μουσικών που συνεργάστηκαν μαζί του, από τον Herbie Hancock μέχρι την Joni Michel, αλλά και νεότερων μουσικών για τους οποίους αποτελεί ίνδαλμα, όπως ο Robert Trujillo, ο νυν μπασίστας των Metallica και παραγωγός του ντοκιμαντέρ Jaco του 2015.

Συχνά, ωστόσο, η συμβατική μουσική δημοσιογραφία εξαντλείται στην ευκολία του εκθειασμού σε βάρος της ενσυναίσθησης, την οποία βοηθούν περισσότερο ερωτήματα όπως το αν η ευχή μπορεί να είναι και κατάρα μαζί. Αυτήν την τραγική αντινομία, που στο τέλος σημάδεψε τη ζωή του Jaco Pastorius, αλλά και την αστείρευτη πηγή αγάπης και εκτίμησης για το πολύπλευρο έργο αυτού του χαρισματικού μουσικού, θα εξερευνήσουμε σήμερα ξεκινώντας με το Come On, Come Over, από το κλασσικό πλέον album που κυκλοφόρησε το 1976 με τίτλο το όνομά του και τον εκτόξευσε στην πρωτοπορία των μουσικών της εποχής του και όχι μόνο.


Ο πρωτοπόρος μπασίστας Jaco Pastorius μέσα από εμβληματικά κομμάτια, live ηχογραφήσεις και συνεργασίες με τους Weather Report, Joni Mitchell, Herbie Hancock, Pat Metheny, Tony Williams και John McLaughlin (φωτογραφία: Shigeru Uchiyama)

26 October 2025

H τέχνη του να μεγαλώνεις χωρίς να παραιτείσαι

 

Υπάρχει μουσική που βγάζει τη γλώσσα της στον χρόνο, μουσική που ηχογραφήθηκε στο τώρα, στη δική μας εποχή, αλλά και μουσική από το παρελθόν που ξεπερνάει και ακυρώνει τα όρια ανάμεσα στο τι είναι καινούριο και τι είναι παλιό, μουσική διαχρονική, στην οποία, πάνω απ’ όλα, σημασία έχουν οι μουσικοί με όμικρον γιώτα.

Δηλαδή, ο Bruce Springsteen και η Ε Street Band: τo 2021 είδε μια νέα κυκλοφορία τους με τίτλο The Legendary 1979 No Nukes Concerts, ένα live album και μια ταινία για δύο κυριολεκτικά θρυλικές συναυλίες του 1979. Στη δεύτερη, ο Bruce Springsteen έτυχε να έχει γενέθλια, και προς το τέλος, εν μέσω μιας δεκάλεπτης διασκευής του Quartet to Three του Gary U.S. Bonds, λέει αστειευόμενος στο κοινό: «δε μπορώ να συνεχίσω να παίζω έτσι, είμαι 30 χρονών πια, δεν αντέχω».  

Είναι 72 χρονών όταν ο Stephen Colbert προβάλλει το σχετικό απόσπασμα στην εκπομπή του και τον ρωτάει τι είναι ίδιο και τι έχει αλλάξει από τότε – και o Springsteen απαντάει: «πάνω στη σκηνή δεν ξέρω αν υπάρχει μεγάλη διαφορά, ακόμα βγαίνουμε και τα δίνουμε όλα, κάθε βράδυ». Από πού έρχεται αυτή η αγάπη για τη μουσική και τη ζωή, αυτή η τρομερή ενέργεια που έχει ο Springsteen στη σκηνή, ακόμα και σήμερα, με τρίωρες και τετράωρες συναυλίες, αλλά και το πάθος και η ωριμότητα που έχουν τα νέα του albums, και είναι εξίσου σημαντικά με τα κλασσικά, όπως θα δούμε στη συνέχεια;

Ο David Brooks έχει γράψει στο Τhe Αtlantic ένα άρθρο για τον Bruce Springsteen και την τέχνη του να μεγαλώνεις, να γερνάς με ωραίο τρόπο. Είναι, λέει, πρωταθλητής σε αυτήν την τέχνη, γιατί αυτό που τον ωθεί δεν είναι η επιδίωξη της επιτυχίας και της αναγνώρισης, αλλά κάτι πιο βαθύ, πιο θεμελιώδες, όπως η δίψα. «Νιώθω ακόμα», λέει ο Springsteen στο ίδιο άρθρο, «μια ανάγκη να επικοινωνήσω που με καίει, είναι εκεί όταν ξυπνάω το πρωί, περπατάει δίπλα μου κατά τη διάρκεια της μέρας... εδώ και 50 χρόνια, δεν έχει σταματήσει».

Ας δούμε πώς ακούγεται αυτή η δίψα μέσω του Jungleland, από το  album The Legendary 1979 No Nukes Concerts, μια εκρηκτική εκτέλεση ενός εμβληματικού κομματιού του Springsteen με τον επίσης εμβληματικό ήχο της E Street Band – με τον ίδιο στα φωνητικά, την κιθάρα και τη φυσαρμόνικα, τον Steve Van Zandt στη rhythm κιθάρα, τον Garry Tallent στο μπάσο και τον Max Weinberg στα ντραμς, τον Roy Bittan στο πιάνο και τον Danny Federici στο όργανο, και τον Clarence Clemons στο σαξόφωνο, τον οποίον θα ακούσουμε να παίζει ένα σόλο που έγραψε ιστορία.


Αν αυτή η «νέα» κυκλοφορία είναι «παλιά», η αμέσως προηγούμενη ήταν «νέα»: πρόκειται φυσικά για το album Letter to You του 2020, το οποίο ηχογραφήθηκε μέσα σε τέσσερις μέρες, live στο studio του Springsteen στο New Jersey με την Ε Street Band στην τωρινή της σύνθεση. Σε αυτό θα συναντήσουμε πρωτότυπο σύγχρονο υλικό αλλά και την ανάμνηση και την επίγνωση του παρελθόντος: σημείο-κλειδί εδώ είναι η απώλεια του George Theiss το 2018 από καρκίνο, o οποίος ήταν συνοδοιπόρος του Springsteen στα πρώτα του βήματα πίσω στη δεκαετία του 60 με το συγκρότημα Τhe Castiles.

Αντικείμενο αυτού του album είναι η ίδια η μουσική και οι άνθρωποι που την δημιουργούν, o χρόνος που περνάει και οι μουσικοί που μεγαλώνουν, η απώλεια και το πένθος, αλλά και η αγάπη, η ζωή και η δημιουργικότητα. Από αυτήν την άποψη το Letter to You είναι ένα album συναισθηματικά φορτισμένο, αλλά ταυτόχρονα στοχαστικό και ώριμο – όπως λέει ο ίδιος ο Springsteen στο The Atlantic, ωριμότητα σημαίνει «να καταλαβαίνεις τα όρια της ζωής χωρίς να παραιτείσαι από τις δυνατότητες της».

Ακριβώς αυτά τα όρια, αλλά και αυτές τις δυνατότητες, διαπραγματεύεται το single Ghosts. Όπως εξηγεί o Springsteen στον ιστότοπό του, είναι ένα τραγούδι «για την ομορφιά και τη χαρά του να είσαι σε ένα συγκρότημα, και για τον πόνο του να χάνουμε ο ένας τον άλλον λόγω αρρώστιας και με το πέρασμα του χρόνου. Το Ghosts προσπαθεί να μιλήσει στο πνεύμα της ίδιας της μουσικής, κατι που δεν ανήκει σε κανέναν μας και μόνο μαζί μπορούμε να ανακαλύψουμε και να μοιραστούμε. Στην περίπτωση της E Street Band, βρίσκεται στη συλλογική μας ψυχή, τροφοδοτείται από την καρδιά».   




«Θα πάμε εκεί που η μουσική δεν τελειώνει ποτέ / Από τα στάδια μέχρι τα μπαρ των μικρών πόλεων», λένε οι στίχοι του House of a Thousand Guitars, ενός τραγουδιού για την αγάπη της μουσικής μέσα από το πρίσμα της συλλογικότητας που τη μοιράζεται. Ο David Brooks γράφει στο The Αtlantic ότι όπως κάθε επιτυχημένος ώριμος ενήλικας, ο Springsteen ξεχειλίζει ευγνωμοσύνη, ιδιαίτερα για τις ανθρώπινες σχέσεις και συγκεκριμένα για τη συντροφικότητα της E Street Band στα 45 χρόνια της μουσικής της πορείας.

Ο αναγνωρίσιμος, δυναμικός και μαγικά συμπαγής ήχος της E Street Band χαρακτηρίζει το Letter to You, η σύνθεσή της ωστόσο έχει διαφοροποιηθεί. Μαζί με τον Springsteen θα ξανασυναντήσουμε τον Steve Van Zandt στη rhythm κιθάρα και τον Roy Bittan στο πιάνο, όπως και τον Garry Tallent στο μπάσο και τον Max Weinberg στα ντραμς – ο Danny Federici όμως και ο Clarence Clemons έχουν φύγει από τη ζωή. Εδώ όργανο και σαξόφωνο παίζουν ο Charles Giordano και ο Jake Clemons αντίστοιχα, ενώ στο συγκρότημα συμμετέχουν επιπλέον ο Nils Lofgren στην κιθάρα, και η Patti Scialfa επίσης στην κιθάρα και τα φωνητικά.




To The Power of Prayer είναι ένα νέο τραγούδι για μια ιδιαίτερη θρησκεία, εκείνη της μουσικής και της ζωής – ή, αν προτιμάτε, για την πνευματικότητα και τον υπερβατικό χαρακτήρα της rock μουσικής. To Ιf I Was the Priest, από την άλλη, είναι νέο με την έννοια ότι ηχογραφήθηκε για το Letter to Υou – γράφτηκε, όμως, πολύ παλαιότερα, πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο album του Springsteen το 1973. Kαι, αντίστροφα, θα επιστρέψουμε στο παρελθόν για μια ξεχωριστή στιγμή που κοιτάζει το μέλλον.

Οι συναυλίες του The Legendary 1979 No Nukes Concerts έγιναν την περίοδο της δημιουργίας του album The River και περιλαμβάνουν την πρώτη live εκτέλεση του ομώνυμου κομματιού πριν κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο. Είναι ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του Springsteen, εμπνευσμένο από το οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζαν η αδερφή του και ο γαμπρός του: αυτή η ποιητική της εργατικής τάξης, σε συνδυασμό με τον ακουστικό ήχο, θα οδηγήσει στη συνέχεια, όπως λέει ο Springsteen στον Andy Green στο Rolling Stone, στη δημιουργία κομβικών albums όπως το Nebraska, το The Ghost of Tom Joad, και το Devils & Dust.



To album The Legendary 1979 No Nukes Concerts ηχογραφήθηκε στις 21 και στις 22 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς στο Madison Square Garden στη Νέα Υόρκη, όπου ο Bruce Springsteen και η E Street Band συμμετείχαν στις συναυλίες διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση πυρηνικής ενέργειας που είχε οργανώσει η ακτιβιστική ομάδα μουσικών όπως ο Jackson Browne, ο Graham Nash και η Bonnie Raitt. Το setlist βασιζόταν στα κλασσικά πλέον albums Born to Run και Darkness on the Edge of Town, τα οποία τότε ήταν τα πλέον πρόσφατα. O Bruce Springsteen δεν είχε δει την ταινία των συναυλιών πριν την ολοκλήρωσή της στην τωρινή εποχή, και όπως λέει στον Andy Green στο Rolling Stone ένιωσε μεγάλη συναισθηματική ένταση βλέποντας ξανά τον Danny Federici και τον Clarence Clemons που δε βρίσκονται πια στη ζωή.



Kαι ίσως για έναν τέτοιο λόγο το ωραιότερο κομμάτι από το Letter to Υou να είναι το I’ll See You In My Dreams: εδώ η αγάπη είναι για τη ζωή και για τους ανθρώπους, τους φίλους και μουσικούς συνοδοιπόρους, και ειδικά εκείνους που δεν είναι μαζί μας πια. O θάνατος δεν είναι το τέλος, θα ξαναβρεθούμε γιατί θα σε δω στα όνειρα μου, λέει ο Bruce Springsteen συνοψίζοντας τα νήματα που διατρέχουν αυτό το album: την αγάπη για τη ζωή, την αναγνώριση του πόνου και της απώλειας, και τη μουσική της ελπίδας, της δημιουργικότητας και της συλλογικότητας. 



Η τέχνη της μουσικής και της ζωής, η τέχνη του να μεγαλώνεις χωρίς να παραιτείσαι: δύο πρόσφατα albums του Bruce Springsteen και της E Street Band, στα οποία το «καινούριο» είναι «παλιό», το «παλιό» «καινούριο», και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Rob DeMartin, 28.12.2021 @ The Soundscapes | Mixcloud)

17 October 2025

Η συλλογική ανθοφορία της ερήμου

Συλλογικότητα και συμμετοχικότητα: αυτοί ήταν πάντα και παραμένουν μέχρι σήμερα οι βασικοί πυλώνες της σκηνής της Palm Desert, όπως δείχνει το παράδειγμα νέων κυκλοφοριών από βετεράνους desert rock μουσικούς σαν τους Brant Bjork Trio: εδώ θα συναντήσουμε τον Brant Bjork στα φωνητικά και την κιθάρα, ο οποίος ξεκίνησε ως ντράμερ των Kyuss και των Fu Manchu, τον Mario Lalli στο μπάσο, ο οποίος προέρχεται από τους Yawning Man και τους Fatso Jetson, και τον Ryan Gut στα ντραμς, ο οποίος συμμετέχει στους Stoner. 



Ακολουθώντας, ωστόσο, το νήμα της συμμετοχικότητας, θα ξανασυναντήσουμε αυτούς τους τρεις κυρίους στους Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – εδώ, μαζί με τον Brant Bjork στην κιθάρα, τον Mario Lalli στο μπάσο και τον Ryan Gut στα ντραμς, συμμετέχουν οι επίσης πολυπράγμωνες Sean Wheeler στα φωνητικά και Mathias Schneeberger στα πλήκτρα, που έχουν αμφότεροι συμμετάσχει σε κοινά εγχειρήματα με τους Bjork και Lalli.

Αυτό συμβαίνει συχνά στη σκηνή της Palm Desert, όπως έχουμε δει και παλαιότερα στην περίπτωση των Yawning Balch και των Big Scenic Nowhere, και, πράγμα σημαντικότερο, συμβαίνει αυθεντικά: εδώ δεν υπάρχουν κατασκευασμένα από το μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας supergroups, ούτε ευπώλητα ντουέτα ή ευκαιριακές συμμετοχές ενός μουσικού στο album ενός άλλου που τις κανονίζει η εταιρεία τους.

Αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα οργανικό μουσικό οικοσύστημα, για έναν αστερισμό μακροχρόνιων συνοδοιπόρων και συνεργατικών σχημάτων. Εδώ, το επίδικο δεν είναι οι μουσικοί ατομικά ή η πορεία των επιμέρους συγκροτημάτων τους, αλλά η από κοινού αντιπροσώπευση του συλλογικού χαρακτήρα της ερήμου, μέσω του οποίου παράγει διαχρονικά τους μουσικούς της καρπούς, από τις αυτοοργανωμένες συναυλίες που γέννησαν τον ήχο της μέχρι τη σημερινή της ανθοφορία.


Μια φορά κι έναν καιρό στην έρημο ζούσε η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού και ο πολιτισμός της συλλογικότητας: η επέτειος των 30 ετών από την κυκλοφορία του εμβληματικού album Welcome Τo Sky Valley των Kyuss, αλλά και ο σύγχρονος ήχος της Palm Desert Scene μέσα από τις φετινές κυκλοφορίες των Brant Bjork Trio, Fu Manchu, Hermano, SoftSun και Mario Lalli & The Rubber Snake Charmers – μαζί, μια πρώτη γεύση από τα νέα albums των 1000mods και Planet Of Zeus (Φωτογραφία: Dag Sverre Randen)

11 October 2025

Στην πόλη των νικημένων ηρώων

 

«Πέρασα την περισσότερη ζωή μου ως μουσικός μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στο αμερικανικό όνειρο και την αμερικανική πραγματικότητα», έλεγε ο Bruce Springsteen σε μία από τις συναυλίες του το 2008. Και φυσικά είχε δίκιο: ως συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής και μουσικός με κοινωνική και ταξική συνείδηση, το έργο του δε θα μπορούσε να μην αναφέρεται στην εμπειρία και την καθημερινότητα της εργατικής τάξης, από την οποία άλλωστε προέρχεται.

Στην αφίσα της σημερινής εκπομπής υπάρχει μία από τις φωτογραφίες που έβγαλε o Terry O’Neil το 1975: σε πρώτο πλάνο είναι ο Bruce Springsteen στο Sunset Strip του Los Angeles και στο βάθος διακρίνεται η διαφημιστική γιγαντοαφίσα με το εξώφυλλο του Born to Run, του album που κυκλοφόρησε εκείνη την χρονιά και τον καθιέρωσε. Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε συμβολική φωτογραφία, με την έννοια ότι σε όλη του τη μουσική πορεία και παρά την συντριπτική του επιτυχία, ο Springsteen κατάφερε να παραμείνει σε αυτό το πρώτο πλάνο, γειωμένος σαν να ήταν οποιοσδήποτε από εμάς στη μέση οποιουδήποτε δρόμου, και να μην αφομοιωθεί από το θέαμα της ίδιας του της εικόνας στο πεδίο της μουσικής βιομηχανίας: αυτή είναι η πηγή της αυθεντικότητάς του, της ποιητικής και του αφηγηματικού χαρακτήρα της μουσικής του, αλλά και της έντασης των ερμηνειών του στο στούντιο και στις συναυλίες που κατά κανόνα υπερβαίνουν τις 3 ώρες.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Greetings from Asbury Park, N.J. και The Wild, the Innocent & the E Street Shuffle, τα δύο πρώτα albums του Bruce Springsteen που κυκλοφόρησαν στην αρχή και το τέλος του 1973 αντίστοιχα. Από το πρώτο θα ακούσουμε το Lost in the Flood, το οποίο αναφέρεται στη πορεία ενός περιθωριοποιημένου βετεράνου προς τον θάνατο, και από το δεύτερο, τι άλλο; Μια σερενάτα για την αιώνια Νέα Υόρκη. 



Τα δύο πρώτα albums θα προσφέρουν στον Bruce Springsteen καλλιτεχνική αναγνώριση, όχι όμως εμπορική επιτυχία. Αυτή θα έρθει με το επόμενό του album, το περίφημο Born to Run του 1975. Στην αρχή της μουσικής του πορείας, η εταιρεία του είχε προσπαθήσει να τον προωθήσει ως τον «νέο Dylan», και στη συνέχεια έκανε μια μεγάλη διαφημιστική καμπάνια παρουσιάζοντάς τον ως «το μέλλον του rock ’n’ roll» – ο ίδιος ασφυκτιούσε με όλα αυτά, και σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό πριν την πρώτη του συναυλία στο Λονδίνο, βλέποντας την επιγραφή «Επιτέλους το Λονδίνο είναι έτοιμο για τον Bruce Springsteen και την E Street Band» στην μαρκίζα του Hammersmith Odeon θα σκίσει οργισμένος τις  διαφημιστικές αφίσες στην είσοδο.

Το Born to Run δείχνει ξεκάθαρα ποιος είναι ο Bruce Springsteen: οκτώ τραγούδια τοποθετημένα σε σειρά ώστε κάθε τετράδα να ξεκινάει με την ελπίδα και να καταλήγει στην απόγνωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εμβληματικό ομώνυμο κομμάτι στη μέση του album αποτελεί ωδή στην ελπίδα ενός νέου ζευγαριού να ξεφύγει από την αδιέξοδη ζωή του στην πόλη των νικημένων ηρώων. Αντίθετα, το Jungleland κλείνει το album με την ιστορία του Magic Rat και του Ξυπόλυτου Κοριτσιού: εκείνος σκοτώνεται από το ίδιο του το όνειρο, χωρίς ούτε ένας άνθρωπος να κοιτάζει το ασθενοφόρο που τον μεταφέρει, ενώ εκείνη σβύνει ολομόναχη το φως του υπνοδωματίου. «Οι ποιητές εδώ κάτω», καταλήγουν οι στίχοι του Springsteen, «δε γράφουν τίποτα απολύτως / απλά κάνουν πίσω και τα αφήνουν όλα ως έχουν».




Την περίοδο του Born to Run θα αποκτήσει την κλασσική της σύνθεση η θρυλική E Street Band, ο οργανικός ήχος της οποίας ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα ταυτισμένος με τη μουσική του Bruce Springsteen. Για τις ηχογραφήσεις αυτού του album θα προστεθούν στο συγκρότημα ο πιανίστας Roy Bittan και ο ντράμερ Max Weinberg, μαζί με τους ήδη συμμετέχοντες Garry Tallent στο μπάσο, Danny Federici στα πλήκτρα, και Clarence Clemons στο τενόρο σαξόφωνο, το αξέχαστο σόλο του οποίου στο Jungleland μόλις ακούσαμε. Επιπλέον, ο κιθαρίστας και φίλος του Springsteen Steve Van Zandt θα συμβάλλει στην ενορχήστρωση των πνευστών και τα δεύτερα φωνητικά, για να γίνει στη συνέχεια πλήρες μέλος, αναλαμβάνοντας τις rhythm κιθάρες.

Παρά την τεράστια επιτυχία του Born to Run, ο Bruce Springsteen δε θα επιδιώξει να κυκλοφορήσει έναν κλώνο του, και θα έρθει επιπλέον σε ρήξη με τον μάνατζέρ του, ο οποίος προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία μέσω μιας live κυκλοφορίας. Μετά από δικαστική διαμάχη που τον εμπόδισε να ηχογραφήσει επί ένα χρόνο, ο Springsteen θα παρουσιάσει ένα πιο μελαγχολικό αλλά και πιο ώριμο album, το Darkness on the Edge of Town του 1978, το οποίο χαρακτηριζόταν από την εσκεμμένη στροφή προς έναν περισσότερο άμεσο ήχο και μια πιο λιτή παραγωγή σε σύγκριση με το Born to Run.

Η μουσική κατεύθυνση και το στιχουργικό περιεχόμενο αυτού του album φωτίζουν κυριολεκτικά το σκοτάδι που σκεπάζει τις ζωές των κοινωνικά περιθωριοποιημένων και οικονομικά αδύναμων. Ενδεικτικά, στο Racing in the Street, ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια σε όλη τη μουσική πορεία του Springsteen, θα συναντήσουμε ένα ζευγάρι που έχει συντριβεί: εκείνος εκτονώνει την αδιέξοδη ζωή του κάνοντας κόντρες με αυτοκίνητα τη νύχτα, και εκείνη έχει δει όλα της τα όνειρα να σκίζονται, αφήνοντάς την να κοιτάζει με απλανές βλέμμα τη νύχτα.



Το Darkness on the Edge of Town είχε μεγάλη καλλιτεχνική αναγνώριση αλλά μέτρια εμπορική επιτυχία, πράγμα που θα αλλάξει με το διπλό και πολυπρισματικό album The River, το οποίο θα ακολουθήσει το 1980 για να παραμείνει μέχρι σήμερα η τρίτη πιο δημοφιλής κυκλοφορία του Bruce Springsteen. Πρόκειται για μια συνειδητή προσπάθεια να μεταγραφεί η καταιγιστική επί σκηνής ενέργεια και ο ενθουσιασμός της E Street Band σε μια στούντιο ηχογράφηση μέσα από ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών διαφορετικού ύφους. Μεταξύ αυτών βρίσκονται μερικά  από τα πιο γνωστά κομμάτια του Springsteen, όπως το ιδιαίτερα επιτυχημένο single Hungry Heart που δανείζεται τον τίτλο του από έναν στίχο του ποιήματος Οδυσσέας του Alfred, Lord Tennyson.  

Η συγκεκριμένη αχόρταγη καρδιά, ωστόσο, και ο παντοτινά περιπλανώμενος κάτοχός της αποτελούν σπουδή στη χαρμολύπη: η αναγνωρίσιμη pop μελωδία και ο χαρούμενος, σχεδόν χορευτικός ρυθμός του τραγουδιού συνυπάρχουν αντιθετικά με την αφήγηση του αδιεξόδου ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε την οικογένειά του για να αναζητήσει τον έρωτα και κατέληξε ολομόναχος. Από την άλλη μεριά, στο θρυλικό και ακαταμάχητα θλιμμένο ομώνυμο κομμάτι του album, ο Springsteen συνεχίζει να ξετυλίγει το νήμα της ζωής των από κάτω, με το ποτάμι ως σύμβολο της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή που καταρρέει – πηγή έμπνευσης εδώ ήταν ο αγώνας που έδωσαν η αδελφή του και ο γαμπρός του για να επιβιώσουν όταν εκείνος έχασε τη δουλειά του.




Tο τέλος της θριαμβευτικής περιοδείας για το album The River, η οποία κράτησε ένα χρόνο με 140 συναυλίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, βρίσκει τον Bruce Springsteen με ανάμικτα συναισθήματα για τον ρόλο του ως καλλιτέχνη και ακόμα περισσότερο επιφυλακτικό απέναντι στην επιτυχία και τη συνακόλουθη αποκοπή του από το κοινωνικό και ταξικό πλαίσιο για το οποίο έγραφε. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυρθεί στην επαρχία του New Jersey και έξι μήνες αργότερα να επανέλθει έχοντας ηχογραφήσει με ένα τετρακάναλο μαγνητόφωνο στο υπνοδωμάτιό του τα ακουστικά demos δεκαεπτά νέων τραγουδιών.

Παρότι αυτά τα κομμάτια θα ενορχηστρωθούν για ηλεκτρικά όργανα στις πρόβες με την E Street Band, ο Springsteen κλίνει τελικά υπέρ της μινιμαλιστικής folk αμεσότητας των demos και για πρώτη φορά θα χρησιμοποιήσει ακούσιο υλικό, δηλαδή μουσική την οποία δε σκόπευε να κυκλοφορήσει στη μορφή με την οποία την ηχογράφησε. Δέκα από αυτά τα demos θα συγκροτήσουν το album Nebraska του 1982, με κοινό θεματικό άξονα, όπως λέει ο ίδιος στο βιβλίο Songs του 2003, «[τ]η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σταθερότητα και εκείνη τη στιγμή που ο χρόνος σταματάει και όλα σκοτεινιάζουν, τη στιγμή που τα πράγματα που σε συνδέουν με τον κόσμο σου – η δουλειά σου, η οικογένεια σου, οι φίλοι, η πίστη σου, η αγάπη και η ευγνωμοσύνη στην καρδιά σου – σε απογοητεύουν».  

Το Nebraska είναι η πλέον απρόβλεπτη και αντιεμπορική κυκλοφορία της μουσικής του πορείας. Την περίοδο της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολούθησε τον εκλογικό θρίαμβο του Ronald Reagan, ο Springsteen προτάσσει μια ευθεία αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου μέσω ιστοριών για τους φτωχούς και αλλοτριωμένους που οδηγούνται στην κατάρρευση και το έγκλημα. Σε μια εποχή επικράτησης της pop ελαφρότητας, της ευρείας χρήσης ηλεκτρονικών οργάνων και «γυαλιστερών» παραγωγών, αλλά και της μουσικής επιτήδευσης σε μεγάλο μέρος των mainstream αλλά και των εναλλακτικών ακουσμάτων, προτάσσει έναν τραχύ και ακατέργαστο ακουστικό ήχο και μια λιτή, υποβλητική και βαθιά θλιμμένη, στοιχειωμένη θα έλεγε κανείς, ερμηνεία με ελάχιστες χαραμάδες ελπίδας, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας επούλωσης των τραυμάτων από τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του.

Στα ακουστικά demos του Nebraska, ωστόσο, υπάρχουν επιπλέον κομμάτια που θα κυκλοφορήσουν στο επόμενο και πλέον επιτυχημένο album Born in the USA το 1984, όπως το ομώνυμο και το Downbound Train, μαζί με κομμάτια που προέκυψαν στις σχετικές πρόβες, όπως τα I’m Goin’ Down και I’m on Fire. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή Entertainment Tonight εκείνη τη χρονιά, ο Bruce Springsteen ρωτήθηκε πώς συμφιλιώνει το γεγονός ότι απομυθοποιεί το αμερικανικό όνειρο με τα τραγούδια του με το γεγονός ότι ο ίδιος είναι η προσωποποίηση του αμερικανικού ονείρου λόγω της επιτυχίας του. Και εκείνος έδωσε μια αφοπλιστικά ειλικρινή απάντηση: «δεν ξέρω, δεν είναι κάτι που έχω επιλύσει». Αυτό, ωστόσο, που έχει επιλύσει από την πρώτη δεκαετία της μουσικής του πορείας αυτό το εργατόπαιδο από το New Jersey είναι η διαφορά ανάμεσα στην εμπορική επιτυχία και την καλλιτεχνική ακεραιότητα, με την ξεκάθαρη επικράτηση της δεύτερης να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα, όπως έχουμε δει σε άλλη εκπομπή.



Baby, we were born to run: η εργατική τάξη και ο ροκ ποιητής της που παρά την επιτυχία δεν έπαψε να μιλάει για το σκοτάδι στην άκρη της πόλης (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Terry O'Neil, 24.10.2019 @ enfo | radio)

4 October 2025

Απέναντι σε κάθε εξουσία

 

Το hip hop δε γεννήθηκε τυχαία στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 70: ήταν η μουσική τέχνη των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων της αφρομερικανικής κοινότητας, η δική τους φωνή για τη δική τους εμπειρία και καθημερινότητα στην καρδιά της καπιταλιστικής μητρόπολης. Όπως όμως έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, για παράδειγμα στην περίπτωση των blues, η μουσική βιομηχανία απαλλοτρίωσε σε σημαντικό βαθμό την αυθεντική πολιτισμική έκφραση που πρέσβευε το hip hop, επιδιώκοντας να την παρουσιάσει ως ένα μουσικά εύπεπτο και πολιτικά αναιμικό εμπορικό προϊόν.

Λίγα συγκροτήματα έχουν κάνει τόσα πολλά για να ακούγεται η φωνή των από κάτω στο hip hop όσο οι Public Enemy – και λίγα κομμάτια είναι τόσο σημαντικά για τη μουσική ταυτότητα του συγκροτήματος, αλλά και συνολικά για τη hip hop κουλτούρα, όσο το Fight the Power. Κυκλοφόρησε το 1989 στο soundtrack της ταινίας Do the Right Thing του Spike Lee, ο οποίος θα σκηνοθετήσει και το video clip του τραγουδιού αίροντας συμβολικά τη διάκριση μεταξύ μουσικής συναυλίας και πολιτικής διαδήλωσης. 

Το Fight the Power παραμένει μέχρι σήμερα εμβληματικό, συνδυάζοντας την πρωτοποριακή παραγωγή των The Bomb Squad και τη δυναμική ενός μεγάλου φάσματος samples της αφροαμερικανικής μουσικής κουλτούρας, το solo του διακεκριμένου τόσο στην jazz όσο και στην κλασσική σαξοφωνίστα Branford Marsalis, και τη στιχουργική της εξέγερσης με αιχμή τις ριζοσπαστικές ρίμες του Chuck D. Το 1990 θα ακολουθήσει δεύτερη εκτέλεση στο album Fear of a Black Planet των Public Enemy, ενώ το 2020 το επετειακό και πολιτικά επικαιροποιημένο remix του Fight the Power θα υπογραμμίσει τη διαχρονική του σημασία ως τραγούδι πολιτικής διαμαρτυρίας.




Hip hop που δε μασάει τα λόγια του ενάντια στον ρατσισμό, την εκμετάλλευση και την αστυνομική βία (εικόνα: Shepard Fairey)

28 September 2025

Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει

Από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, δηλαδή από τα ακουστικά blues της υπαίθρου στα ηλεκτρικά blues της πόλης: δεν υπάρχει σημαντικότερο ταξίδι από αυτό για την εξέλιξη των blues, αλλά και της σύγχρονης μουσικής συνολικά, και θα μας βοηθήσουν να το κάνουμε ο Robert Petway, ο Muddy Waters και ο Jimi Hendrix.

Για τον Robert Petway δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τίποτα πέρα από το ήταν μουσικός των blues από το Δέλτα: μια φωτογραφία του υπάρχει μόνο και τα λίγα κομμάτια που ηχογράφησε εντός μιας ημέρας το 1941 και άλλης μιας το 1942. Πασίγνωστη, ωστόσο, είναι η επιρροή του έργου του μέχρι σήμερα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πολυδιασκευασμένο Catfish Blues.



Στο Catfish Blues θα βασιστεί ο Μuddy Waters όταν θα ηχογραφήσει στο Σικάγο το 1950 το Rollin’ Stone, κομμάτι του οποίου ο διαφορετικός, τραχύς και ηλεκτρικός ήχος θα ασκήσει καταλυτική επιρροή στην εξέλιξη των blues, αλλά και στη διαμόρφωση της rock μουσικής τη δεκαετία του 60 – ξέρετε άλλωστε ποιο συγκρότημα, αλλά και ποιο μουσικό περιοδικό, δανείστηκε το όνομά του από αυτό το κομμάτι.



Ο Muddy Waters, εργάτης γης στις φυτείες του Μισισιπί, φορτηγατζής στο Σικάγο, και εμβληματικός blues μουσικός, έκανε το ταξίδι από τον νότο στον βορρά μεταφέροντας, μαζί και με άλλους μουσικούς που μετανάστευσαν αντίστοιχα, τη συλλογική γνώση των blues. Συλλογική γιατί στο Δέλτα οι μουσικοί μάθαιναν ο ένας από τον άλλον, επηρέαζαν ο ένας τον άλλον, μοιράζονταν κοινούς μουσικούς κώδικες. Το ίδιο άλλωστε ίσχυε και για τον Robert Petway: στίχοι του  Catfish Blues, για παράδειγμα, υπήρχαν και σε κομμάτια της δεκαετίας του 20.

Σε αυτήν τη συλλογική τέχνη, τη μουσική της κοινότητας, βασίστηκαν και ταυτόχρονα προσέφεραν οι σημαντικοί της επίγονοι όπως ο Jimi Hendrix, θεμελιώνοντας παράλληλα τον ήχο της rock μουσικής. Ενδεικτικά, το album BBC Sessions των The Jimi Hendrix Experience κυκλοφόρησε το 1998 περιλαμβάνοντας ηχογραφήσεις του 1967, μεταξύ αυτών και το Catfish Blues, στο οποίο o Hendrix βασίζεται στην εκδοχή του Muddy Waters.

Και αντίστοιχα στην εκδοχή του Hendrix θα βασιστούν σύγχρονοι μουσικοί, από τον Gary Clark Jr., όπως έχουμε ακούσει σε προηγούμενη εκπομπή, μέχρι την πρωτοεμφανιζόμενη Evan Nicole Bell, όπως θα ακούσουμε σύντομα. Και το ταξίδι συνεχίζεται: από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, και από τη δεκαετία του 60 μέχρι τις δικές μας μέρες, τα blues είναι διαχρονικές ρίζες και νέα άνθη ταυτόχρονα.



Η αιώνια άνοιξη των blues: από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από την Aretha Franklin και τη Nina Simone στον John Lee Hooker και τον Jimi Hendrix – μαζί, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Blind Willie Johnson στα Τέμπη (φωτογραφία: Lawrence Shustak)

22 September 2025

Η μουσική, αντιφασιστική και ανυποχώρητη

Πώς ακούγεται η μουσική όταν γράφεται και παίζεται υπό ακραίες συνθήκες; Όταν ο ήχος της ταυτίζεται κυριολεκτικά με τη γραμμή που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, το κουράγιο από την απελπισία, την αξιοπρέπεια από τον τρόμο και τη φρίκη; Αυτή ακριβώς είναι η ιστορία της έβδομης συμφωνίας του Dmitri Shostakovich, γνωστής και ως συμφωνίας του Λένινγκραντ, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εφιαλτική πολιορκία αυτής της πόλης από τους Ναζί στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πόλεμου.

Ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ άρχισε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1941. Οι Ναζί νόμιζαν ότι η πόλη ήταν καταδικασμένη να παραδοθεί, καθώς θα έμενε χωρίς τρόφιμα και χωρίς θέρμανση κατά τη διάρκεια του ανελέητου ρωσικού χειμώνα. Η πόλη όμως όχι μόνο δεν παραδόθηκε, αλλά άντεξε επί δυόμισι χρόνια: 872 μέρες ενάντια στις αφόρητες συνθήκες που δημιούργησαν η πείνα, το κρύο και οι  βομβαρδισμοί – μέχρι τις 27 Ιανουαρίου του 1944, όταν ο Κόκκινος Στρατός έσπασε οριστικά τον αποκλεισμό και ανάγκασε τους Ναζί σε υποχώρηση.   

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια και πλέον καταστροφικές πολιορκίες στην ιστορία, με απώλειες που έχουν οδηγήσει ορισμένους ιστορικούς να την ορίσουν ως γενοκτονία λόγω της πρόκλησης λιμού και της στόχευσης του άμαχου πληθυσμού: ένα εκατομμύριο πολίτες πέθαναν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, το 1/3 του πληθυσμού της πόλης. Μια από τις πλέον συγκλονιστικές μαρτυρίες είναι εκείνη της Tanya Savicheva: το ημερολόγιό της είναι μια συνεχής καταγραφή θανάτων από πείνα, πρώτα της αδελφής της, μετά της γιαγιάς της, του αδελφού της, δύο θείων της, και τέλος της μητέρας της. Οι δύο τελευταίες καταχωρήσεις αναφέρουν: «Όλοι πέθαναν» και «Μόνο η Tanya μένει». Η ίδια, εξουθενωμένη και με κλονισμένη από τον υποσιτισμό υγεία, πέθανε από φυματίωση 6 μήνες μετά το τέλος της πολιορκίας. Ήταν 14 ετών και το ημερολόγιό της εντάχθηκε στη δικογραφία της Δίκης της Νυρεμβέργης.

Η έβδομη συμφωνία του Shostakovich γράφτηκε για αυτούς τους ανθρώπους και είναι αφιερωμένη σε αυτούς, στον λαό της πόλης. Ο συνθέτης άλλωστε κατοικούσε στο Λένινγκραντ και ήταν υπεύθυνος των σπουδών πιάνου στο Ωδείο της πόλης. Εκεί θα ξεκινήσει τη σύνθεση της συμφωνίας και θα τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος της πριν καταφέρει να διαφύγει μαζί με την οικογένεια του σε μια από τις προσπάθειες εκκένωσης. Η συμφωνία θα ολοκληρωθεί τον  Δεκέμβριο του 1941 και η πρεμιέρα της θα γίνει στη Μόσχα τον Μάρτιο του 1942. Θα παιχτεί επίσης στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο αντίστοιχα. Η κομβική, ωστόσο, πρεμιέρα του έργου θα γίνει στο ίδιο το Λένινγκραντ, υπό και ενάντια στις ακραίες συνθήκες της πολιορκίας.

Όπως γράφει ο Jason Caffrey στο BBC, όταν το καλοκαίρι του 1942 ο Karl Eliasberg, ο διευθυντής της Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας του Λένινγκραντ, προσπάθησε να συγκεντρώσει τους μουσικούς της, εμφανίστηκαν μόνο 15 – οι υπόλοιποι ήταν άρρωστοι ή νεκροί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη πρόβα της ορχήστρας κράτησε μόλις 15’ καθώς οι μουσικοί που μπόρεσαν να συγκεντρωθούν δεν άντεχαν να παίξουν περισσότερο. Αναζητήθηκαν ενισχύσεις από στρατευμένους με μουσικές γνώσεις, οι οποίοι πλαισίωσαν τις πρόβες ανάμεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι εξαντλημένοι αλλά ανυποχώρητοι μουσικοί αυτής της ορχήστρας θα καταφέρουν να φτάσουν σε μια θριαμβευτική πρεμιέρα της έβδομης συμφωνίας του Shostakovich στις 9 Αυγούστου του 1942, ημερομηνία που ο Χίτλερ σκόπευε να γιορτάσει την κατάληψη του Λένινγκραντ.

Η συναυλία μεταδόθηκε σε όλη την πόλη με μεγάφωνα, στέλνοντας μήνυμα αντίστασης στους Ναζί. Η Olga Kvade ήταν 18 χρονών όταν παρακολούθησε αυτήν τη συναυλία έχοντας βιώσει τον αποκλεισμό, την πείνα και τον θάνατο, όπως εκείνον του πατέρα της και του παππού της. «Από τη μια πλευρά», λέει η ενενηντάχρονη Olga στο BBC, «ήθελα να κλάψω, από την άλλη όμως υπήρχε μια αίσθηση περηφάνιας […] Είμασταν περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς, μας βομβάρδιζαν αλλά υπήρχε αυτό το συναίσθημα υπεροχής». Ο Karl Eliasberg, ο διευθυντής της ορχήστρας, έχει αντίστοιχα πει ότι «εκείνη τη στιγμή, θριαμβεύσαμε επί της ναζιστικής πολεμικής μηχανής που ήταν χωρίς ψυχή».

Θα ακούσουμε τον τρόπο που ο Shostakovich απέδωσε το ψυχικό σθένος των ανθρώπων που αντιστάθηκαν στους Ναζί, ξεκινώντας με το πρώτο μέρος της έβδομης συμφωνίας, το Allegretto, που περιλαμβάνει το περίφημο οστινάτο των 22 μέτρων: ένα μελωδικό και ρυθμικό θέμα που επαναλαμβάνεται, όπως κατά τρόπο αντίστοιχο συμβαίνει στο Bolero του Maurice Ravel, με τη διαφορά ότι σταδιακά μεταμορφώνεται όχι μόνο σε ένταση αλλά κυρίως υφολογικά. Εμφανίζεται ξαφνικά, λίγο πριν το έβδομο λεπτό, ως μια άμεση και παιγνιώδης μελωδία που θα μπορούσε να είναι το ανέμελο τραγούδι ενός παιδιού – μέτρο με το μέτρο, όμως, γίνεται πολύπλοκη, βαρύτερη και σκοτεινότερη λόγω της αύξησης της έντασης και της διαφοροποίησης της ενορχήστρωσης.

Το οστινάτο αναπτύσσεται μέσω 11 παραλλαγών και η σύνθεση καταλήγει να είναι ασφυκτική και κυριολεκτικά τρομακτική στο εκρηκτικό της κρεσέντο. Αυτό το μοτίβο, που συνήθως αποκαλείται «θέμα της εισβολής», περιστοιχίζεται από το θυελλώδες θέμα με το οποίο ο Shostakovich ανοίγει δυναμικά τη συμφωνία και επαναφέρει στο τέλος του πρώτου μέρους, αλλά και στο φινάλε του έργου, δηλώνοντας την ανυποχώρητη αντίσταση στον φασισμό – και στον φασισμό κάθε εποχής, δεδομένης της διαχρονικής δημοφιλίας της έβδομης συμφωνίας. Θα ακούσουμε μια από τις καλύτερες πρόσφατες ηχογραφήσεις, με τη Ρωσική Εθνική Ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Paavo Järvi σε μια ιδιαίτερα παθιασμένη εκτέλεση του 2014.  


Η μουσική, αντιφασιστική και ανυποχώρητη: η 7η συμφωνία του Dmitri Shostakovich που παίχτηκε από τους εξαντλημένους από την πείνα αλλα ακατάβλητους μουσικούς της Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας του Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια της εφιαλτικής πολιορκίας της πόλης από τους ναζί.

11 September 2025

Για κάθε εκατοστό χάριτος

«Εκείνη είπε ότι ο Θεός χρειάστηκε 272 χρόνια για να ελευθερώσει τους σκλάβους και δεν την πειράζει να περιμένει. Εγώ της λέω ότι το να μπορεί κανείς να περιμένει είναι προνόμιο, και τα χέρια του ρολογιού δεν είναι τα χέρια σου αλλά ένα σύστημα από χέρια που σε πνίγουν. Κάποιες φορές μπορεί να χαθείς στον ρυθμό της καταπίεσης, με τον τρόπο που τον χτυπούν μέσα σου, σκαλίζουν δέντρα στην πλάτη σου, σε οδηγούν στην ασφυξία, κάνουν φετίχ τη σάρκα σου, με τον τρόπο που σε αναγκάζουν να αγωνίζεσαι για κάθε εκατοστό χάριτος».

H ριζοσπαστική free jazz σκηνή περιλαμβάνει τη σύγχρονη jazz ποίηση, όπως στην περίπτωση των Irreversible Entanglements, συγκρότημα στο οποίο συμμετέχει η ποιήτρια Camae Ayewa, γνωστή και ως Moor Mother. Μετέφρασα παραπάνω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από την  απαγγελία της στο κομμάτι Chicago to Texas, από το πρώτο album των Irreversible Entanglements που κυκλοφόρησε το 2017 με τίτλο το όνομά τους.




Ριζοσπαστική free jazz, jazz poetry και afrobeat ενάντια στον ρατσισμό και την αποικιοκρατία, από τον Fela Kuti στους Sons of Kemet, και από τις ιστορικές ηχογραφήσεις του Archie Shepp και του Gil Scott Heron στον σύγχρονο ήχο της Matana Roberts και των Irreversible Entanglements (φωτογραφία: Leni Sinclair)

4 September 2025

Δεν έχει τέλος η έρημος που θα διασχίσω

 

Ο Jason Molina αγαπήθηκε πολύ για τη συναισθηματική αμεσότητα και την αυτοσχεδιαστική ποιότητα της μουσικής του, όπως και για τον χαρακτηριστικά δικό του, πρωτότυπο και ακατηγοριοποίητο συνδυασμό του rock, της folk αλλά και της country που δημιούργησε υπερβαίνοντας τα όριά τους. Αυτός ο χαρισματικός μουσικός «τραγουδούσε τα blues», επισημαίνει εύστοχα ο Stephen Thompson στο NPR, «όχι όμως ως μουσικό είδος αλλά ως ψυχική κατάσταση»: έγραφε τραγούδια απελπισίας για μάχες που δε μπορούν να κερδηθούν ενάντια σε δαίμονες που δεν είναι ορατοί, αλλά και τραγούδια για την επιβίωση και την προσπάθεια, η φωνή του εξέφραζε πόνο αλλά και εκπληκτική αντοχή στον πόνο, τραγουδούσε για τον δικό του αγώνα αλλά και για το πείσμα που αντιστέκεται στη θλίψη.

Ο Jason Molina δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τις εμπορικές στρατηγικές της μουσικής βιομηχανίας, ούτε προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει το ενδιαφέρον που προκαλούσε η μουσική του. Όχι απλώς δεν είχε καμία έπαρση και κανένα ναρκισσισμό που ενίοτε συνοδεύει ακόμα και εναλλακτικούς, σε εισαγωγικά πάντα, καλλιτέχνες, αλλά αμφισβητούσε ευθέως τον ρόλο του καλλιτέχνη και δε διαχώριζε τον εαυτό του από άλλους εργαζόμενους. «Αναρωτιέμαι», έλεγε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στο Chicago Reader το 2006, «γιατί δεν είμαι ο άνθρωπος που αδειάζει τους κάδους σκουπιδιών και είμαι ο άνθρωπος που κοιτάζει αυτόν που αδειάζει τους κάδους σκουπιδιών;»




H λατρεμένη μουσική, αλλά και η καλλιτεχνική ακεραιότητα, των Τhe Walkabouts και του Jason Molina με τους Songs: Ohia και τους Μagnolia Electric Co. – μαζί, η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα και η επίμονη επιστροφή του Γιώργου Σεφέρη (φωτογραφίες: Steve Gullick / Glitterhouse)