31 May 2025

Για τη σύγχρονη κοινωνία του θεάματος

 

Το Preboreal, από το άλμπουμ Holocene των The Ocean, αποτελεί αναφορά στην Κοινωνία του Θεάματος, τo κλασσικό καταστασιακό κείμενο του Γκυ Ντεμπόρ από το 1967. Σε αυτό υποστηρίζεται ότι στις σύγχρονες κοινωνίες του αναπτυγμένου ή ύστερου καπιταλισμού η ζωή εκδηλώνεται ως θέαμα: το άμεσο βίωμα απομακρύνεται και μετατρέπεται σε αναπαράσταση μέσω αποσπασματικών εικόνων, ενδεικτικά των τηλεοπτικών ειδήσεων, των διαφημίσεων και της συνολικής οπτικής κουλτούρας που μας περιβάλλει – συμπεριλαμβανομένων, σήμερα, και των αναρτήσεων μας στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Η ενότητα της ζωής δεν αποκαθίσταται, αλλά υποκαθίσταται από μια εικονική πραγματικότητα που υπονομεύει την κριτική σκέψη – αυτή η θέση χαρακτηρίζει τους στίχους του Preboreal, οι οποίοι ενσωματώνουν κυριολεκτικά μέρη του βιβλίου, όπως τη φράση ότι το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση μεταξύ ατόμων που διαμεσολαβείται από εικόνες. 



«Χρειάζονται τουλάχιστον δύο άνθρωποι, ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει»: πρωτοποριακές και πολιτικοποιημένες post-rock και post-metal κυκλοφορίες, πάντα και μόνο για ανοιχτές καρδιές – και ξέρετε τι παθαίνουν οι καρδιές όταν είναι ανοιχτές (εικόνα: Sergio Toppi)

26 May 2025

Ακόμα και μέσα στη σκοτεινότερή μας νύχτα

Mια, χωρίς περιστροφές, εξαιρετική τραγουδίστρια, με μια φωνή καθηλωτική και ανυψωτική μαζί και ένα ακαταμάχητο μίγμα soul, rock, blues, gospel, αλλά και swing – αυτός είναι, με δύο λόγια, ο ήχος των Sugahspank! & The Swing Shoes. «Ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό ότι η μουσική έχει σύνορα», λέει η Sugahspank! σε παλαιότερη συνέντευξή της στο CultureNow, προσθέτοντας ότι «[σ]τη μουσική, όπως και σε οποιοδήποτε είδος τέχνης, οφείλεις να είσαι ο εαυτός σου, να κάνεις το δικό σου, αλλιώς είσαι προϊόν σούπερ μάρκετ».

Και ένα πράγμα με το οποίο η Sugahspank! δεν έχει καμία σχέση είναι τα μουσικά σούπερ μάρκετ, είτε mainstream είτε εναλλακτικά, και αυτό είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντικό όταν «το δικό σου» δεν εντάσσεται στα στερεότυπα της ελληνικής μουσικής. Δεν ξέρω αν είναι η καλύτερη τραγουδίστρια που αυτός ο τόπος αγνοεί ότι έχει – η χώρα των θαυμάτων, άλλωστε, δεν τα έχει καλά με τις ιεραρχίες. Ξέρω όμως σίγουρα για το φως, αυτό το φως που εξακολουθεί να λάμπει ακόμα και μέσα στη σκοτεινότερή μας νύχτα. 




Η ένταση και η μελωδία του αυτοσχεδιασμού στα πρόσφατα albums του Θανάση Παπακωνσταντίνου, της Νεφέλης Φασούλη, του Κωσταντή Πιστιόλη και των Sugahspank! & The Swing Shoes – μαζί, οι εκθέσεις των διεθνών δημοσιογραφικών οργανώσεων για τις πολιτικές και οικονομικές εξαρτήσεις των ελληνικών ΜΜΕ και την τελευταία θέση της Ελλάδας μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς την ελευθερία του τύπου (φωτογραφία: Όλγα Παπαλεξάνδρου)

17 May 2025

Όσο γλυκιά κι αν είναι η λήθη

 

Όσο γλυκιά κι αν είναι η λήθη, η χώρα των θαυμάτων δε μπορεί παρά να θυμάται κάθε λέξη από το Last Word. Είναι ένα κομμάτι που συνοψίζει πολλά από όσα είναι σήμερα οι Baroness, λέει η Gina Gleason στο Rock Sound: από την ιδιαίτερα μεγάλη ενέργεια και την πληθώρα των riffs τους μέχρι τον συνολικό τρόπο που συνθέτουν και παίζουν ζωντανά. Και έχει δίκιο: το συγκεκριμένο κομμάτι, αλλά και συνολικά το άλμπουμ Stone από το οποίο προέρχεται, συνδυάζουν και αναπτύσσουν περαιτέρω τη δυναμική έντασης και μελωδίας που χαρακτηρίζει το συγκρότημα και τον progressive προσανατολισμό του.

Υπάρχει, ωστόσο, κάτι ακόμα. Ένα από τα χαρακτηριστικά της σημερινής σύνθεσης των Baroness είναι η μουσική χημεία του John Baizley και της Gina Gleason, στις rhythm και lead κιθάρες αντίστοιχα – θα έλεγε κανείς ότι παίζουν σαν ένας άνθρωπος με τέσσερα χέρια, με τη δεύτερη να συνεισφέρει ένα εκπληκτικό σόλο στο Last Word. Κι όμως, στην παραπάνω συνέντευξή της η Gina Gleason εστιάζει στη ρυθμική δουλειά του ντράμερ Sebastian Thomsen και του μπασίστα Nick Jost και τη μεταξύ τους διαντίδραση, η οποία, όπως λέει η ίδια, λάμπει σε αυτό το κομμάτι.

Αυτό ακριβώς σημαίνει συγκρότημα: αμοιβαία υποστήριξη του ενός από τον άλλον και έμφαση στη συλλογικότητα. Και αυτή η αντίληψη αντιπροσωπεύεται στο Stone κυριολεκτικά, δηλαδή μέσω του συλλογικού αυτοσχεδιασμού – από τη μοναδική του δυναμική προκύπτουν οργανικά τα τραγούδια και τη δική του ποιότητα και αμεσότητα φέρουν.



Για την έρημο μέσα μας και γύρω μας: από τον συλλογικό μουσικό παράδεισο των Baroness στην ευρηματική συνεργασία των Yawning Man με τον Bob Balch και τις πρόσφατες κυκλοφορίες των ONDA, Dozer και High Priestess – και μαζί, η αναλωσιμότητα της ζωής των προσφύγων και η δημοσιογραφική κάλυψη του ναυαγίου της Πύλου (φωτογραφία: Αnne-Marie Forker)

11 May 2025

Φανατισμένη δεν είμαι

 

Φανατισμένη δεν είμαι
όμως πότε
θα πάψω πια ν’ ακούω
ειδήσεις παράλογες και βίαιες
(διείσδυση σε όλες τις εγκοπές)
σε όλους
και σε όλες
 
Πότε
θα πάψω πια να διαβάζω
για γυναικοκτονίες αδιευκρίνιστες
(για ύποπτες μορφές σε καμιόνια μαύρα)
Η ελπίδα σκοτεινιασμένη
Μαύρο το μέλλον
 
Πότε
θα πάψω πια να πληροφορούμαι
νούμερα και στατιστικές
(Με περισσότερα χρόνια καταδικάζεται ένας κλέφτης
παρά ο φονιάς που σκότωσε τη γυναίκα του
αν υπάρχει υποψία απιστίας)
 
Πότε
θα πάψω πια να μαθαίνω
λεπτομέρειες των φόνων
(μαχαιρωμένη 57 φορές)
Βιασμένη
Κακοποιημένη
 
Πότε
θα πάψω πια να εικάζω,
στη σκέψη του βλέμματός τους,
την αθωότητα και την άγνοια
 
Πότε
θα πάψω πια να πιστεύω
πως γυναίκα σημαίνει απάρνηση
(μη βγαίνεις, μη ντύνεσαι, μην είσαι)
Πως αν τολμήσεις ν’ αντισταθείς
σε υποχρεώνουν σε σιωπή
σε χτυπούν, σε σκοτώνουν
και στο τέλος
σε ενοχοποιούν
 
Όχι. Φανατισμένη δεν είμαι
όμως πώς
να πάψω πια να σκέφτομαι
πως εκείνοι οι νικηφόροι φονιάδες
(που άντρες δεν λογίζονται)
περπατούν πάνω στην ίδια επιφάνεια
κι αναπνέουν το ίδιο οξυγόνο
Νιώθω πως ένα δάκρυ
θα κυλήσει, μα αντ’ αυτού
μέσα βαθειά, κάτι σκληραίνει
 
Ο βράχος της πίστης,
λάβα που στερεοποιήθηκε,
ενώ να εκτιναχτεί θα ’πρεπε
κι όλα στο διάβα της να τα κάψει∙
μα τούτο για να γίνει
λίγη τρυφερότητα χρειαζόταν παραπάνω...
 
Πώς αλλιώς
να αποτινάξω τότε
ετούτη την τραχυμένη απελπισία
για να μη σχίζει τα μέσα μου
όπως έκαναν μ’ εκείνες
Με όλες τους...
 
Πώς έγινε κι αποξενωθήκαμε
απ’ την ψυχή μας τη συλλογική;
Πότε... πώς...
 
Για το τι και το πού
αμφιβολία δεν χωρά:
Εδώ και τώρα
εδώ και τώρα
 
Πότε
θα πάψω πια να νιώθω
πως εδώ και τώρα
δεν μας αξίζουμε

Φανατισμένη δεν είμαι / No es que quiera obsesionarme: ποιήμα της Μεξικανής ποιήτριας Pilar Rodríguez Aranda σε μετάφραση της Έλενας Σταγκουράκη, από το πρώτο άλμπουμ της Νίκης Κοκκόλη / Νicky Kokkoli Project Nascence 



Από τις εκπληκτικές πρώτες κυκλοφορίες της Amy Gadiaga, της Sarah Hanahan και της Nicky Kokkoli στον θεμελιώδη σύγχρονο ήχο του Kamasi Washington, της Lakecia Benjamin και του Immanuel Wilkins, και από την συνεργασία της Esperanza Spalding με τον latin jazz θρύλο Milton Nascimento στην σύμπραξη του Wynton Marsalis με την Jazz At Lincoln Center Orchestra – μαζί, jazz και πολιτική από το παρελθόν στο παρόν, από τη μία άκρη του Ατλαντικού στην άλλη, από τη ρατσιστική βία στις γυναικοκτονίες (φωτογραφία: Elizabeth Leitzell)

29 April 2025

Ως κοινό τόπο όλων και ιδιοκτησία κανενός

Πώς αντιλαμβάνεται τη σημασία της μουσικής κοινότητας, αλλά και τον εαυτό της ως μέρος αυτής της κοινότητας, μια παρέα φτωχών αφροαμερικανών που έχει μεγαλώσει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Νέας Υόρκης; Η απάντηση που έδωσαν οι Wu-Tang Clan στο single C.R.E.A.M. (Cash Rules Everything Around Me) του 1993 καταγράφει τον συλλογικό χαρακτήρα του hip hop και την επιβίωση των μουσικών του μέσα από τη φτώχια και την περιθωριοποίηση. 

Ταυτόχρονα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του ρόλου που έχει το sampling, όχι μόνο ως μουσική τεχνική, αλλά ως πολιτισμική στρατηγική που συναρθρώνει οργανικά το έργο  μουσικών από διαφορετικά είδη και εποχές. Παλαιότερα ρυθμικά αποσπάσματα, ριφς και μελωδικές φράσεις – όπως, στην προκειμένη περίπτωση,  η εισαγωγή του single As Long As I've Got You των The Charmels από το 1967 – επαναπροσδιορίζονται και ενσωματώνονται καταργώντας ιεραρχίες και διαχωρισμούς, ενοποιώντας τη μουσική κουλτούρα της αφροαμερικανικής κοινότητας ως κοινό τόπο όλων και ιδιοκτησία κανενός, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με άλλους τρόπους στην τζαζ και τα μπλουζ.


\

Η γέννηση του hip hop στις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης, μέσα από old school, new school, golden age και σύγχρονες ηχογραφήσεις (φωτογραφία: Martha Cooper)

27 April 2025

Kι όμως, υπάρχει ένα καλύτερο ραδιόφωνο

Ένα από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να ειπωθεί για ένα τραγούδι είναι ότι είναι radio-friendly, δηλαδή ότι έχει τυποποιηθεί και ακολουθεί τη mainstream ραδιοφωνική συνταγή – μικρή διάρκεια, εύκολη μελωδία, προσιτός ήχος, γυαλισμένη παραγωγή,  απλή δομή – ώστε να ταιριάζει σε μια ροή αντίστοιχων τραγουδιών, να χωράει στο λεγόμενο ραδιοφωνικό ‘πρόγραμμα’.

Ακόμα κι όταν ορισμένα τραγούδια ξεφεύγουν από την τυποποίηση, υπάρχει το διαβόητο edit: το μουσικό αντίστοιχο με το κρεβάτι του Προκρούστη, όπου ένα τραγούδι πετσοκόβεται για να χωρέσει στο ραδιόφωνο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Purple Rain του Prince, η πρωτότυπη διάρκεια του οποίου στο ομώνυμο album υπερβαίνει τα 8 λεπτά, ενώ η edit εκδοχή στο single την περιορίζει στα 4 λεπτά, αποκλείοντας τον αυτοσχεδιασμό του Prince και την ένταση της κιθάρας του.

Όλα αυτά συνέβαιναν γιατί το παραδοσιακό ραδιόφωνο ήταν – όχι αποκλειστικά, όπως έχουμε ξαναπεί, αλλά κατά βάση – μέσο προώθησης των προϊόντων της μουσικής βιομηχανίας στους καταναλωτές της. Ταυτόχρονα, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλον με έπαθλο μια μεγαλύτερη φέτα από την πίτα της ακροαματικότητας ανά ωριαία ραδιοφωνική ζώνη, ώστε να προσελκύουν διαφημίσεις και να έχουν έσοδα από την αγορά.

Αλίμονο λοιπόν αν παιζόταν ένα τραγούδι απαιτητικό, πολύπλοκο, μακροσκελές – ούτε εύπεπτο single που προωθεί μια δισκογραφική εταιρεία ήταν, ούτε με το υπόλοιπο ‘πρόγραμμα’ ταίριαζε, και, επιπλέον, μπορεί οι ακροατές να έχαναν το ενδιαφέρον τους και να άλλαζαν σταθμό. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, την εποχή της ψηφιοποίησης, πολλά από αυτά τα συμβατικά  χαρακτηριστικά έχουν επιβιώσει ως ένα είδος ραδιοφωνικής παράδοσης που όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά αναπαράγεται ακόμα και από κατά τα άλλα εναλλακτικούς και δήθεν ποιοτικούς σταθμούς.

Υπάρχει όμως, και υπήρχε πάντα, ένα διαφορετικό και πολύ καλύτερο ραδιόφωνο. Μπορούμε να ακούσουμε ένα ενδεικτικό σύγχρονο παράδειγμα μέσω του Merged In Dreams – Ne Plus Ultra από το άλμπουμ Live Αt BBC Maida Vale Studios, την ηχογράφηση δηλαδή που έκαναν οι Elder για το Rock Show του ΒΒC Radio 1. Τρία τραγούδια έπαιξαν μόνο, αλλά με συνολική διάρκεια 39 λεπτά. Σε αυτήν τη μουσική έδωσε βήμα το Rock Show: στην αυτοσχεδιαστική δεινότητα των Elder, την καλλιτεχνική τους αυτονομία και τις διάρκειες που αυτή υποβάλλει.

Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι το Rock Show τα κάνει όλα τέλεια – σημαίνει, όμως, ότι το ΒΒC Radio 1 είναι ένα δημόσιο ραδιόφωνο, όχι ένα ραδιόφωνο υπόλογο στις δυνάμεις της αγοράς. To ΒΒC, άλλωστε, έχει από την ίδρυσή του συγκεκριμένο αξιακό πλαίσιο: να ενημερώνει, να εκπαιδεύει και να ψυχαγωγεί είναι οι τρεις ιστορικοί πυλώνες της λειτουργίας του. Αξιακό πλαίσιο όμως θα συναντήσουμε και στο δημόσιο ραδιόφωνο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το National Public Radio, ένα δίκτυο 200 μη κερδοσκοπικών σταθμών, τη χρηματοδότηση του οποίου σκοπεύει να περικόψει η διακυβέρνηση Τραμπ.

Και το αξιακό αυτό πλαίσιο είναι η ελεύθερη και ανεξάρτητη δημοσιογραφία, σκοπός της οποίας, όπως γράφει το δίκτυο ΝPR, δεν είναι να ακολουθεί τους «από τα πάνω» ορισμούς του τι είναι σημαντικό, αλλά να δίνει φωνή σε όλους και τις κοινότητες τους τοπικά και διεθνώς. Και, επιπλέον, να συμβάλλει στη δημιουργία «ενός κόσμου στον οποίο να θέλουμε να ζήσουμε», όπως λέει ο σταθμός KEXP, με βάση αξίες όπως η συμπεριληπτικότητα, η διαφορετικότητα και η ισότητα. Και φυσικά τόσο το NPR όσο και o KEXP δίνουν βήμα live ηχογραφήσεων, όπως είναι τα Tiny Desk Concerts και το Live on KEXP αντίστοιχα, υπό ένα τέτοιο αξιακό πρίσμα.

Επιτρέψτε μου λοιπόν να ρωτήσω, στην Ελλάδα, και με εξαίρεση το Τρίτο Πρόγραμμα της περιόδου του Μάνου Χατζιδάκι, πόσους από τους θεωρούμενους ως σπουδαίους, εναλλακτικούς, ποιοτικούς κ.λπ. ραδιοφωνικούς σταθμούς, του παρόντος ή του παρελθόντος, έχετε ακούσει να αρθρώνουν αξιακό λόγο για τον ρόλο τους; Και σε ποιο αξιακό πλαίσιο βασίζεται η ραδιοφωνική πρακτική τους; 



Οι ανοιχτοί ορίζοντες της ερήμου από την Καλιφόρνια στην Αθήνα και από το Βερολίνο στο Λονδίνο, από τα πρόσφατα albums των Greenleaf, Psychlona και Slomosa στις νέες κυκλοφορίες των Nightstalker, Daenoma, Year Of The Cobra και Yawning Balch – και μαζί, δυο λόγια για το αξιακό πλαίσιο και την πρακτική του ραδιοφώνου με αφορμή την ηχογράφηση των Elder για το BBC Radio 1 (φωτογραφία: Erick Laubach)

13 April 2025

Μην κάνετε πίσω μπροστά σε κανέναν

Δεν ξεχωρίζει η μουσική της αφροαμερικανικής κοινότητας από την ιστορία της καταπίεσης της, όπως δεν ξεχωρίζει όμως και από τους αγώνες της ενάντια στον ρατσισμό: με άλλα λόγια, η θρησκευτική μουσική παράδοση είναι ταυτόχρονα παράδοση πολιτικής διαμαρτυρίας.

Ενδεικτικά, τα gospels και τα spirituals, δηλαδή τα θεμέλια της αφροαμερικανικής μουσικής που με τη σειρά της αποτελεί θεμέλιο της rock μουσικής και του ευρύτερου σύγχρονου ήχου, ήταν παραδοσιακή θρησκευτική μουσική. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ήταν τραγούδια κουράγιου, ελπίδας και αντίστασης στην δουλεία, από την εποχή της οποίας προέρχονται στην πλειοψηφία τους, και διατηρούν την πολιτική τους σημασία μέχρι σήμερα.

Ένα τέτοιο κάλεσμα σε αντίσταση και αγώνα είναι το Don't Let Nobody Turn You Around της Mahalia Jackson, κορυφαίας gospel τραγουδίστριας, ενεργού μέλος του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα τη δεκαετία του 60 και επιστήθιας φίλης του Martin Luther King Jr.:

Συνεχίστε να βαδίζετε,

να μιλάτε, να προσεύχεστε, να φωνάζετε,

μην κάνετε πίσω μπροστά σε κανέναν,

μην κάνετε πίσω μπροστά στο μίσος



Θρησκεία και πολιτική διαμαρτυρία: από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, από τα gospels της Mahalia Jackson στην αντιφασιστική folk του Woody Guthrie, και από τις ιστορικές blues ηχογραφήσεις του Blind Willie Johnson στον σύγχρονο ριζοσπαστικό ήχο του Ry Cooder

6 April 2025

Αρνούμαστε να είμαστε αυτό που θέλετε να είμαστε

 

Όχι, η reggae δεν είναι μια ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, ούτε σκοπός της είναι να διασκεδάζει λευκά ακροατήρια. Είναι μια αμιγώς πολιτικοποιημένη μουσική κουλτούρα ενάντια στο παρόν αλλά και το παρελθόν του ρατσισμού, το οποίο περιλαμβάνει το τραύμα της δουλείας. Και, από αυτήν την άποψη, η reggae ενώνει ένα πολιτικό νήμα από την Tζαμάικα της εποχής του διατλαντικού εμπορίου σκλάβων μέχρι τις μεταποικιακές αντιστάσεις στις γειτονιές των σύγχρονων καπιταλιστικών μητροπόλεων.  

Καθόλου τυχαία, το Μουσείο του Λονδίνου στα Docklands στεγάζεται σε ένα κτήριο που την εποχή της δουλείας λειτουργούσε ως αποθήκη ζάχαρης από τις φυτείες των λεγόμενων Δυτικών Ινδιών. Σύμφωνα με την έκθεση Λονδίνο, Ζάχαρη και Δουλεία, πλοία εταιριών όπως η Royal Africa Company στα τέλη του 17ου αιώνα και η Company of Merchants Trading to Africa μετά το 1750, ξεκινούσαν από τις αποβάθρες μπροστά από το σημερινό μουσείο και πήγαιναν στην Αφρική, όπου φόρτωναν το κερδοφόρο τους εμπόρευμα: ανθρώπους που μετέφεραν στην Καραϊβική για να τους πουλήσουν σαν σκλάβους. Και στον δρόμο του γυρισμού μετέφεραν στο Λονδίνο ένα άλλο κερδοφόρο εμπόρευμα: τη ζάχαρη που παρήγαγαν οι σκλάβοι στις φυτείες, η οποία ήταν προϊόν πολυτελείας εκείνη την εποχή.

Πάνω από 3.100 πλοία, λέει το Μουσείο, έφυγαν από το Λονδίνο για να μεταφέρουν στην Καραϊβική πάνω από 1 εκατομμύριο Αφρικανούς σε καθεστώς δουλείας, με αποτέλεσμα στα τέλη του 180υ αιώνα το ένα τέταρτο των εσόδων της Βρετανίας να προέρχεται από εισαγωγές από τις Δυτικές Ινδίες. Η φρικιαστική αυτή επιχείρηση παραγωγής και πώλησης σκλάβων και ζάχαρης δημιούργησε τεράστιο πλούτο, ο οποίος αποτέλεσε θεμέλιο του Βρετανικού ιμπεριαλισμού. Για να δικαιολογηθεί ωστόσο η αγριότητα της βίας και της εκμετάλλευσης, έπρεπε να απαξιωθεί η ανθρώπινη υπόσταση των σκλάβων και να υποτιμηθεί ο πολιτισμός τους. Και έτσι, εδώ θα συναντήσουμε τον βιολογικό αλλά και τον πολιτισμικό ρατσισμό, οι ρίζες των οποίων δεν είναι ξέχωρες από οικονομικά συμφέροντα.

Στις φυτείες, συνεχίζει το Μουσείο, θα επικρατήσει καθεστώς τρόμου και βαναυσότητας, αλλά και συστηματική υπονόμευση της κοινής πολιτισμικής ταυτότητας των σκλάβων. Τα πραγματικά τους αφρικανικά ονόματα θα αντικατασταθούν, οικογένειες θα χωριστούν, όσοι μιλάνε την ίδια γλώσσα θα σταλούν σε διαφορετικές φυτείες, και τα αφρικανικά έθιμα θα απαγορευτούν. Κι όμως, παρά τις ακραίες συνθήκες βίας και καταπίεσης, τα αφρικανικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά θα αντέξουν στον χρόνο και θα ενσωματωθούν σε μια νέα αφροκαραϊβική κουλτούρα που θα αναδειχτεί σταδιακά, μέρος της οποίας είναι σήμερα η reggae.

Την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας κύρια πηγή  εξαγωγών ζάχαρης ήταν – το μαντέψατε; Η Τζαμάικα των φυτειών όπου αρχικά δούλευαν σκλάβοι, και, μετά την κατάργηση της δουλείας, οι φτωχοί απόγονοί τους: 92% του πληθυσμού της χώρας σήμερα είναι αφρικανικής ή μικτής αφρικανικής καταγωγής, κυρίως από τη Γκάνα και τη Νιγηρία. Η Τζαμάικα θα ανεξαρτητοποιηθεί το 1962 και η reggae μουσική, που αναπτύσσεται ραγδαία στο τέλος εκείνης της δεκαετίας, θα αντικατοπτρίσει από τα κάτω το παρελθόν και το παρόν του ρατσισμού. 



Η reggae θα εστιάσει στην έννοια της Βαβυλώνας, η οποία προέρχεται από το κίνημα Rastafari και μεταφορικά σηματοδοτεί το δυτικό, αποικιοκρατικό και σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο ιστορικά περιλαμβάνει τη δουλεία και συνεχίζεται με διαφορετικές μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, το εξώφυλλο του Survival, του πλέον πολιτικοποιημένου άλμπουμ των Bob Marley & the Wailers από το 1979, περιλαμβάνει μια ιστορική και μαζί εφιαλτική αποτύπωση των απάνθρωπων συνθηκών της δουλείας: την κάτοψη του αμπαριού του βρετανικού δουλεμπορικού πλοίου Brooks. Ταυτόχρονα, το βλέμμα του Marley είναι σύγχρονο, συνολικό και ριζοσπαστικό: αρνούμαστε να είμαστε αυτό που θέλετε να είμαστε, λέει στο κομμάτι Babylon System, όπου, μεταξύ άλλων, ασκεί κριτική σε θρησκευτικούς θεσμούς αλλά και στην εκπαίδευση: πείτε στα παιδιά την αλήθεια, επιμένει ο Marley, το σύστημα της Βαβυλώνας είναι ο βρικόλακας που πίνει το αίμα όσων υποφέρουν.  

Οπότε όχι, η reggae δεν είναι μια ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, όπως έχει συχνά προσπαθήσει η μουσική βιομηχανία να μας πείσει. Φυσικά, όπως και άλλες μουσικές των από κάτω, έχει προωθηθεί και πουληθεί σε λευκά ακροατήρια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πιο εμπορικά επιτυχημένο reggae άλμπουμ όλων των εποχών με 25 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως: τη συλλογή «μεγαλύτερων επιτυχιών» του Bob Marley με τίτλο Legend που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Με αυτήν την κυκλοφορία η δισκογραφική εταιρεία Island είχε σκοπό να μεγιστοποιήσει τις πωλήσεις της στοχεύοντας το mainstream λευκό ακροατήριο, και το έπραξε προτεραιοποιώντας τραγούδια με θέμα την αγάπη και την ειρήνη και αποφεύγοντας αφροκεντρικά τραγούδια ριζοσπαστικής πολιτικής διαμαρτυρίας. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή ενός ευπώλητου, δηλαδή πολιτικά αποδυναμωμένου και συμβατικού, μουσικού προϊόντος, πράγμα που αφορά επίσης το σύγχρονο merchandising και την πρόσφατη βιογραφική ταινία για τον Marley.

Oι Wailers είχαν άλλωστε από πολύ νωρίς νιώσει την πίεση της μουσικής βιομηχανίας, καθώς το μάρκετινγκ της εταιρείας Island επεδίωκε εξατομικευμένη προώθηση εστιάζοντας στο όνομα του Bob Marley εις βάρος της συλλογικής ταυτότητας του συγκροτήματος, με αποτέλεσμα την αποχώρηση του Peter Tosh και του Bunny Wailer το 1974 – o δεύτερος μάλιστα είχε αποκαλέσει «Chris Whiteworst» τον επικεφαλής της εταιρείας Chris Blackwell. Και οι δύο μουσικοί θα συνεχίσουν τον ριζοσπαστικό τους προσανατολισμό σε κλασσικά πλέον κομμάτια, όπως το Not Gonna Give It Up που ασκεί κριτική στην εκμετάλλευση της Αφρικής, από το άλμπουμ του Peter Tosh Mamma Africa του 1983, και το Fighting Against Conviction που αναφέρεται στην φτώχεια στο γκέτο του Κίνγκστον, από το άλμπουμ του Bunny Wailer Blackheart Man του 1976.




Τη δεκαετία του 70 και του 80 – όπως είχε αντίστοιχα συμβεί με τα blues την δεκαετία του 60 – λευκοί μουσικοί, κυρίως βρετανοί, θα οικειοποιηθούν ρυθμούς και μελωδίες της reggae, κατά κανόνα ανεξάρτητα από τις πολιτικές της σημασίες, απευθυνόμενοι σε λευκά ακροατήρια με το αζημίωτο για τη μουσική βιομηχανία. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η μουσική που προέρχεται από τους σκλάβους και δημιουργείται από τους σύγχρονους απογόνους τους – δηλαδή η πρωτοπόρα σύγχρονη μουσική που εκτείνεται από τα gospels και τα spirituals, στα blues, την jazz και τη soul – θα οδηγήσει σε μια νέα καινοτομία που θα σφραγίσει τη μουσική για τα επόμενα 50 χρόνια: τη γέννηση του hip hop στις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης, το οποίο θα εξελιχθεί σε παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω μέχρι σήμερα. Και ως τέτοιο δε θα μπορούσε να μη συναντηθεί με την reggae, όπως συναντούν οι The Roots τον Bob Marley στο remix του Burnin’ and Lootin’ από τη συλλογή Chant Down Babylon του 1999: για όλους τους από κάτω, για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε γκέτο.



Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)

30 March 2025

Επειδή δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει σε εμάς

 

Εργάτρια, ποιήτρια, τραγουδίστρια, συνθέτρια, συγγραφέας, φωτογράφος, είναι  μερικές από τις ιδιότητες που έχει η Patti Smith, η εμβληματική αλλά και αντισυμβατική αυτή μουσικός. Κοινός και επίμονος άξονας στο έργο της είναι η δυνατότητα μας να φτιάξουμε συλλογικά έναν καλύτερο κόσμο ενάντια σε κοινωνικές ανισότητες, διακρίσεις και προκαταλήψεις, πολέμους και περιβαλλοντικές καταστροφές. Tο People Have the Power, από το album Dream of Life του 1988, δείχνει, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο τραγούδι της, πόσο πολύ μας εμπιστεύεται η Patti, πόσο πολύ πιστεύει σε εμάς.



H Patti Smith έχει προλεταριακή καταγωγή, η μητέρα της ήταν σερβιτόρα και ο πατέρας της βιομηχανικός εργάτης. Η ίδια έχει σκιαγραφήσει τη δική της εμπειρία στο εργοστάσιο με μελανά χρώματα: σκληρή δουλειά, μονοτονία και αδιέξοδο, δηλαδή αλλοτρίωση, όπως έλεγε κάποτε ο παππούς Κάρολος στο Κεφάλαιο. Ταυτόχρονα, η φτωχή εργάτρια Patti βίωσε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και το μωρό της δόθηκε αναγκαστικά  για υιοθεσία.

Η εμπειρία της στο εργοστάσιο καταγράφεται στην  πρώτη της κυκλοφορία, το single Hey Joe του 1974, το οποίο περιλαμβάνει ως b-side τo Piss Factory. Εδώ, η δουλειά στο εργοστάσιο επιβάλλεται από την ανάγκη της επιβίωσης και χαρακτηρίζεται, δυστυχώς, από την απουσία συντροφικότητας και συλλογικής συνείδησης μεταξύ των εργατών. Από εδώ επίσης ξεκινάει, ως επιθυμία, η διαφυγή της Patti στη Νέα Υόρκη.



Στη Νέα Υόρκη η Patti είναι μια φτωχή υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο που αναγκάζεται να κοιμηθεί κάποιες φορές στα παγκάκια. Την ίδια εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του 60, θα συναντήσει τον Robert Mapplethorpe, με τον οποίο θα έχουν μια προσωρινή ερωτική σχέση και θα παραμείνουν φίλοι μέχρι το θάνατό του από AIDS το 1988. Στη Νέα Υόρκη θα συγκατοικήσουν και θα περάσουν μαζί την ιδιαίτερη εκείνη περίοδο που διαμορφώνονται και οι δύο ως καλλιτέχνες – εκείνη ως ποιήτρια και μουσικός, εκείνος ως φωτογράφος.

Ο Robert θα φωτογραφίσει την Patti για το εξώφυλλο του Horses, του πρωτοποριακού και πολυαγαπημένου πρώτου της αλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1975 και αποτελεί το διττό θεμέλιο του θρύλου της: από τη μια πλευρά, ο τραχύς rock ’n’ roll ήχος της, άμεσος, απέριττος αλλά και αυτοσχεδιαστικός, και, από την άλλη, η ποιητική της, η αυστηρή και παθιασμένη της απαγγελία, με ρίζες στην κουλτούρα των beatniks. «Συνειδητά προσπαθούσα», θα πει η ίδια στο NPR το 2004, «να κάνω ένα άλμπουμ που θα έκανε έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου να μη νιώθει μόνος. Ανθρώπους που ήταν σαν εμένα, διαφορετικοί». Και αυτό είναι κάτι που η Patti καταφέρνει διαχρονικά με το άλμπουμ Horses, στο οποίο θα επανέλθουμε, αλλά και με το συνολικό της έργο.



Η Patti Smith δεν έπαψε ποτέ να κυκλοφορεί συναρπαστική μουσική, όπως θα ακούσουμε στη συνέχεια, ούτε όμως προσαρμόστηκε στον παραδοσιακό κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας που συνεπάγεται τη συνεχή διαδοχή μεταξύ περιοδειών και κυκλοφοριών νέων άλμπουμς. Αντίθετα, απείχε επανειλημμένα από τη δισκογραφία, αφιερώνοντας πολύτιμο χρόνο στους δικούς της ανθρώπους, και αργότερα αντιμετωπίζοντας απώλειες και πένθη, και επέστρεφε με βάση δικούς της μουσικούς, και όχι αλλότριους εμπορικούς, λόγους. 

Το έργο και η πρακτική της Patti Smith δε χωράει κάτω από καμία συμβατική ταμπέλα, ούτε σε αυθαίρετους και αναδρομικούς χαρακτηρισμούς, π.χ. ιέρεια, νονά, γιαγιά κ.λπ. του punk, οι οποίοι είναι εξόφθαλμα αντίθετοι με τον δικό της λόγο. Η μουσική της Patti Smith ήταν και παραμένει πάντα στραμμένη προς ένα ανθηρό μέλλον και ταυτόχρονα ριζωμένη σε ένα καλλιτεχνικό παρελθόν που εκτείνεται από τον Arthur Rimbaud στον Jimi Hendrix, αντλεί δυνάμεις από τον απελευθερωτικό αυτοσχεδιασμό της jazz του John Coltrane και προσανατολίζεται προς έναν ανθρωποκεντρισμό που αναζητά τον προσωπικό αλλά και συλλογικό αυτοπροσδιορισμό κοιτάζοντας επίπονα βιώματα στα μάτια. 

«Το να είσαι καλλιτέχνης, αλλά και το να είσαι ανθρώπινο πλάσμα αυτήν την εποχή, είναι δύσκολο», λέει η ίδια στο Louisiana Literature Festival το 2012. «Περνάς τη ζωή σου προσπαθώντας να μείνεις υγιής, και να είσαι όσο μπορείς ευτυχισμένος κάνοντας αυτό που θέλεις. Μπορεί να θέλεις να κάνεις παιδιά, μπορεί να θέλεις να γίνεις φούρναρης, μπορεί να θέλεις να πας να ζήσεις σε ένα δάσος ή να σώσεις το περιβάλλον, ή να γράφεις σενάρια για τηλεοπτικές σειρές – δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να ξέρεις τι θέλεις, να προσπαθείς να το υλοποιήσεις, και να καταλαβαίνεις ότι θα είναι δύσκολο, γιατί η ζωή είναι πραγματικά δύσκολη. Θα χάσεις ανθρώπους που αγαπάς, θα ραγίσει η καρδιά σου, κάποιες φορές θα αρρωστήσεις, κάποιες φορές θα πεινάσεις. Αλλά, από την άλλη πλευρά, θα έχεις τις πιο όμορφες εμπειρίες – κάποιες φορές αρκεί να κοιτάς τον ουρανό, κάποιες φορές είναι κάτι που έφτιαξες και νιώθεις υπέροχα, κάποιες φορές είναι κάποιος που αγαπάς, ή τα παιδιά σου. Υπάρχουν όμορφα πράγματα στη ζωή αλλά και το να υποφέρεις είναι μέρος της. [...] Είναι σαν μια διαδρομή με τα πάνω και τα κάτω της, δε θα είναι ποτέ τέλεια, θα έχει τέλειες στιγμές αλλά και δύσκολα σημεία, και συνολικά αξίζει τον κόπο».


Η εμβληματική αλλά και αντισυμβατική μορφή της rock μουσικής: η εργάτρια, ποιήτρια, τραγουδίστρια, συνθέτρια, συγγραφέας και φωτογράφος με την ακλόνητη εμπιστοσύνη στη δυνατότητά μας να αλλάξουμε τον κόσμο.


23 March 2025

Κάνετε έρωτα, όχι ραδιόφωνο

«Ζητάμε ν’ αλλάξουμε την παθητική σχέση ακροατή-ραδιοφώνου, που υπήρχε μέχρι σήμερα. Να ενεργοποιήσουμε τον ακροατή με αφυπνιστικούς ερεθισμούς σε προβλήματα σκέψεως και τέχνης»: αυτός ήταν ο σκοπός του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας σύμφωνα με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνσή του στη Μεταπολίτευση, από το 1976 μέχρι το 1980.

Tο Τρίτο Πρόγραμμα παραμένει θρυλικό, όχι μόνο γιατί αποτέλεσε όαση για την εποχή του, την οποία έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι και οι περισσότερες από μας  δεν προλάβαμε, αλλά γιατί αποτελεί πρότυπο μέχρι σήμερα: «πρότυπο για όσους κάνουν ραδιόφωνο και για όσους αναζητούν εστίες πολιτισμού που μπορούν πραγματικά να λειτουργούν με ελευθερία και δημιουργικότητα», λέει ο Γιώργος Κουρουπός, ο οποίος ήταν αναπληρωτής διευθυντής την ίδια περίοδο που το Τρίτο θα έμενε στην ιστορία ως η καλύτερη στιγμή του ελληνικού ραδιοφώνου. Μια στιγμή που φυσικά και δεν έχει καμία σχέση με την εμπορικότητα της ιδιωτικής κερδοσκοπικής ραδιοφωνίας, ούτε με τη συνάρθρωση μεταξύ αγοράς, δισκογραφικών εταιριών και ραδιοφωνικών παραγωγών, ούτε με την επιτήδευση και τον ναρκισσισμό που μπορεί, δυστυχώς, να συναντήσει κανείς ακόμα και σε εναλλακτικά εγχειρήματα.

Με άλλα λόγια, η ραδιοφωνική καινοτομία παραμένει ζητούμενο, όχι φυσικά ως απομίμηση του Τρίτου εκείνης της περιόδου, αλλά ως παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου ενάντια στις ραδιοφωνικές, και όχι μόνο, συμβάσεις της δικής μας εποχής. Ένα από τα πράγματα, άλλωστε, που δείχνει η ιστορία του Τρίτου είναι ότι το κριτικό βλέμμα μπορεί να αποκτήσει διαχρονική σημασία, όπως συμβαίνει με Τα Σχόλια του Τρίτου που έκανε ο Χατζιδάκις τα μεσημέρια της Κυριακής. Ενδεικτικά, Το Πρόσωπο του Τέρατος κι o Φόβος Μήπως το Συνηθίσουμε εκφωνήθηκε το μακρινό 1978 αλλά παραμένει επίκαιρο, ιδιαίτερα τη σημερινή εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά».



Κάνετε έρωτα, όχι ραδιόφωνο: η μαγική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι μέσα από κλασσικές, νεότερες και ορχηστρικές εκτελέσεις – και μαζί, η αναντικατάστατη οπτική του για το ραδιόφωνο μέσα από τα σχόλια του Τρίτου.