Είναι δυνατόν να επιβιώσουμε
ζώντας αθώα; Και, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αυτό δυνατόν για έναν μουσικό
ή ένα συγκρότημα, χωρίς managers, χωρίς video clips και top-ten hits; Το αρχετυπικό ήθος και η μουσική αρτιότητα των Wipers έθεσε τους όρους ως προς αυτό το ερώτημα – παραμένοντας πάντα τίμιοι,
συνεπείς και φυσικά underground, η πορεία τους δεν είχε καμία σχέση με συμβάσεις, ούτε καν με τις συμβάσεις
του punk, όπως
θα δούμε στη συνέχεια. Με άλλα λόγια, ίσως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιρροής
που άσκησαν σε όλο το φάσμα του εναλλακτικού ήχου: για τους Wipers, η μουσική
δεν ήταν ποτέ μόδα και πόζα, έπαρση ή επιτήδευση.
Και, από αυτήν την
άποψη, είναι χαρακτηριστική η στάση του Greg Sage όταν, σε μια από τις
ελάχιστες, κυριολεκτικά μετρημένες στα δάχτυλα, συνεντεύξεις του, τον Ιούνιο
του 2000 στο In Music We Trust, τον ρωτούν τι βλέπει κοιτάζοντας πίσω στην
ιστορία των Wipers. «Έκανα απλά αυτό που έκανα», απαντάει εκείνος. «Δεν το
αντιμετωπίζω με ευλάβεια ούτε το κρεμάω στον τοίχο σαν τρόπαιο. Νομίζω ότι
περισσότερο απ’ όλα, η ιδέα των Wipers ήταν πάντα όπως ξεκίνησε, να είναι κάτι
διαφορετικό και κάτι αληθινό».
Από τα bluesστην jazz, από τα gospelστη soul, από το funkστο hip hop– αγαπάμε αυτήν τη μουσική πέρα από συμβατικούς διαχωρισμούς μεταξύ ειδών
που στην πραγματικότητα είναι αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις της μουσικής βιομηχανίας,
αυτό που στη γλώσσα της ονομάζεται διαφοροποίηση προϊόντων. Το ακριβώς
αντίθετο έχει σημασία: οι κοινές ρίζες, οι
παράλληλες πορείες και οι οργανικοί συνδυασμοί που χαρακτηρίζουν, ενδυναμώνουν
και καθιστούν καινοτόμο και πρωτοπόρα τη μαύρη μουσική.
Στην αρχή ενός τέτοιου μουσικού νήματος θα (ξανα)συναντήσουμε τον Herbie Hancock, ο οποίος δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις
δάφνες του, από τη συμμετοχή του στο δεύτερο κουαρτέτο του Miles Davis μέχρι
την jazz fusion περίοδο των προσωπικών του κυκλοφοριών και τις πολλαπλές
συνεργασίες του μέχρι σήμερα – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με την κορυφαία
σύγχρονη μπασίστρια Meshell Ndegeocello στο
Nocturnal Sunshine, από τη συλλογή Stolen Moments: Red Hot + Cool που
κυκλοφόρησε το 1994 με σκοπό την ενημέρωση και την υποστήριξη έναντι του AIDS.
Ακολουθώντας το μουσικό νήμα του Herbie Hancock οδηγηθήκαμε στη συνεργασία του με τον Guru στο Timeless, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 3:
Streetsoul του 2000. Με αυτήν τη σειρά κυκλοφοριών ο θρυλικός rapper και μέλος του ντουέτου Gang Starr συνέβαλε καθοριστικά στην υπέρβαση των ορίων μεταξύ της jazz
και του hip hop. Καθόλου τυχαία, μαζί του θα (ξανα)συναντήσουμε
τη Meshell Ndegeocello στο κομμάτι For You, από το album Guru’s
Jazzmatazz Vol. 2: The New Reality του 1995. Και ακολουθώντας
το δικό της νήμα θα φτάσουμε στη συμμετοχή της, μαζί με τη H.E.R., στο
Better Than I Imagined, από το album Black Radio
III που κυκλοφόρησε το 2022 ο πολυβραβευμένος πιανίστας Robert Glasper υπερβαίνοντας τα όρια μεταξύ της jazz, της soul και του hip hop.
Μέχρι να ονειρευτούμε τη μουσική πέρα από κάθε
όριο και συμβατικό διαχωρισμό: τα διαχρονικά νήματα που ενώνουν τα bluesμε τη soul, το funk, την jazzκαι το hiphopμέσα από εμβληματικές συνεργασίες κλασικών και σύγχρονων μουσικών (φωτογραφία: Jason Rodgers)
H αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η απώλεια του πατέρα
και ο αποχαιρετισμός με τη μητέρα, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ταξική ανισότητα:
αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία της θρυλικής ηχογράφησης του Last Kind Words που έκανε το 1930 η πρωτοπόρος συνθέτρια, τραγουδίστρια και
κιθαρίστρια Geeshie Wiley με τη συμμετοχή της Elvie Thomas. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του
καθοριστικού ρόλου των γυναικών μουσικών στη δημιουργία των blues, οι οποίες συχνά
υποτιμούνται ή και αποκλείονται από τις συμβατικές ιστορικές καταγραφές, όπως
συμβαίνει και σε άλλα μουσικά είδη.
Όπως γράφει ο John Jeremiah Sullivan στους New York Times, πρόκειται για γυναίκες μουσικούς που χάθηκαν παρότι άλλαξαν την πορεία της μουσικής. Για την Geeshie Wiley δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα – ούτε για το πραγματικό της όνομα είμαστε σίγουροι, ούτε για τα ακριβή βιογραφικά της στοιχεία, και επίσης δεν υπάρχει φωτογραφία της. Υπάρχουν, ωστόσο, τέσσερα κομμάτια που ηχογράφησε το 1930, και άλλα δύο τον επόμενο χρόνο, σε δίσκους 78 στροφών, από τους οποίους σώζονται ελάχιστα αντίτυπα. Για μουσικούς σαν την Geeshie Wiley, ωστόσο, ακόμα και ένα τόσο μικρό δείγμα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία που έχουν στη διαμόρφωση των blues, και όχι μόνο, και την εξέλιξή τους μέχρι τις δικές μας μέρες, όπως δηλώνει η ερμηνεία του Last Kind Words από την κορυφαία σύγχρονη folk και roots μουσικό Rhiannon Giddens στο πρώτο προσωπικό της album Tomorrow Is My Turn τo 2015.
Η αιώνια άνοιξη της μουσικής των από κάτω: το ταξίδι των blues τραγουδιών από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από τoν Muddy Waters στον Rory Gallagher, από την Geeshie Wiley στην Rhiannon Giddens, και από τον Ηowlin Wolf μέχρι τους Soundgarden αλλά και το κουαρτέτο κλασσικής μουσικής PUBLIQuartet (εικόνα: Luba Lukova)
Η μουσική χημεία
της κιθαρίστριας Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον
ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad καθιστά το τρίο τους ιδανικό όχημα υπέρβασης κάθε
διαχωρισμού μεταξύ jazz, rock και metal. Μουσικοί τέτοιων διαθέσεων και
ικανοτήτων έχουν συγκροτημένη οπτική από την οποία εκπορεύεται το έργο τους, και,
από αυτήν την άποψη, είναι χαρακτηριστικά εύγλωττος ο τρόπος με τον οποίο η Hedvig εννoιολογεί τη σύγχρονη jazz, όταν σε συνέντευξή
της στο London Jazz News τής ζητείται να ορίσει τη μουσική που παίζει το τρίο: «Συγνώμμη
για την ερώτηση», λέει η Nicky Schrire, «αλλά είναι rock; Είναι jazz;»
«Πραγματικά δε μου
αρέσει καθόλου να μιλάω για μουσικά είδη», απαντάει η Hedvig, «γιατί νομίζω ότι έχουμε
χάσει την αίσθηση του τι πραγματικά σημαίνει rock ή jazz. Οπότε βρίσκω πιο ενδιαφέρον να μιλάω για το τι σημαίνει jazz για εμένα, γιατί μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό για εσένα ή
όποιον άλλον αναγνώστη. Για εμένα, ο πυρήνας της jazz είναι ο αυτοσχεδιασμός, είναι να ακούς ενώ παίζεις,
είναι ένας τρόπος να ανταποκρίνεσαι, ένας τρόπος να συμπεριφέρεσαι, ένας τρόπος
να σκέφτεσαι, ή να μη σκέφτεσαι ενώ παίζεις. Είναι να αφήνεις τα πράγματα να
συμβαίνουν. Είναι μια σειρά σκέψεων για το πώς σχετίζεται κανείς με το παίξιμο
της μουσικής. Αν καταφέρνουμε να κρατάμε αυτήν τη σειρά ιδεών ενώ φτιάχνουμε
και παίζουμε μουσική, η jazz είναι παρούσα στη μουσική του τρίο».
H κορυφαία jazz κιθαρίστρια Hedvig Mollestad και οι progressive rock και metal αναφορές της που διαλύουν κάθε συμβατικό μουσικό διαχωρισμό (φωτογραφία: Morten Markussen Espeland, Eline Aurora Rövardotter Fløisbonn)
Η φράση αυτή παραμένει
επίκαιρη στη σκιά του εγκλήματος στα Τέμπη. Όχι μόνο λόγω των κυβερνητικών
ευθυνών για τις παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας, για τις οποίες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στον σιδηρόδρομο είχαν προειδοποιήσει και απεργήσει,
αλλά αγνοήθηκαν και λοιδορήθηκαν. Όχι μόνο λόγω των πολιτικών ιδιωτικοποίησης
που δίνουν προτεραιότητα στα επιχειρηματικά κέρδη έναντι του κοινού καλού. Όχι
μόνο λόγω του προσβλητικού κυνισμού υπουργικών δηλώσεων, όπως η παραδοχή ότι αν
μιλούσαν για την επικινδυνότητα των τρένων κανείς δε θα αγόραζε εισιτήριο.
Είναι επίκαιρη κυρίως
λόγω του ελλείμματος λογοδοσίας που χαρακτηρίζει σταθερά και συστηματικά ολόκληρο
το διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε. Η αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ζωής και η ατιμωρησία που τη συνοδεύει άλλωστε δεν αφορά μόνο τα Τέμπη, όπως λέει στην Εφημερίδα των Συντακτών η επιζώσα Ηλιάννα Μανίκα:
«Στο ίδιο έργο
θεατές. Σε όλες τις δολοφονίες του συστήματος: τους πρόσφυγες που πνίγονται,
τους εργάτες που σκοτώνονται κάθε δύο μέρες, τις δολοφονίες της αστυνομίας,
τους συνεπιβάτες μου που δολοφονήθηκαν επειδή τόλμησαν να μπουν στο τρένο,
προβάλλονται η ατομική ευθύνη, το ανθρώπινο λάθος και τα «μεμονωμένα
περιστατικά». Η δικαιοσύνη τους εξυπηρετεί την πολιτική των ισχυρών, που μας
φτωχοποιεί, μας στερεί τα δικαιώματα, μέχρι και την ίδια μας τη ζωή. Πιστεύω,
όμως, στο δίκιο. Γι’ αυτό δεν θα επιλέξω τη μοιρολατρική στάση και δεν θα
αποδεχθώ τη ζοφερή αυτή κατάσταση. Θα συμμετάσχω στον αγώνα για να αποδοθεί
δικαιοσύνη, γιατί, αν και την έχουν πάρει με το μέρος τους, εμείς θα
αξιοποιήσουμε τη δύναμή μας ενάντια στη διαφθορά της για να επιβάλουμε το
πραγματικό δίκιο».
Η παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω: σύγχρονο ριζοσπαστικό hip hop έναντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό και την εκμετάλλευση, από το Παρίσι μέχρι το Λος Άντζελες και από τη Γουατεμάλα μέχρι την Αθήνα – μαζί, το έγκλημα στα Τέμπη και το έλλειμμα λογοδοσίας ένα χρόνο μετά (φωτογραφία: Nick Miller)
The Walkabouts: λίγα συγκροτήματα έχουν αγαπηθεί
τόσο πολύ, και όπως ξέρετε η αγάπη δε συνηθίζει να μπαίνει εύκολα σε λέξεις.
Αν, ωστόσο, το επιχειρήσουμε, φαντάζομαι πως θα συμφωνήσουμε καταρχήν στη λέξη
αυθεντικότητα: μπροστά μας βρισκόταν πάντα μια ειλικρινής και ανεπιτήδευτη μπάντα, η καλλιτεχνική ακεραιότητα της οποίας έγινε θεμέλιο της σχέσης
μας μαζί τους. Και το δεύτερο θεμέλιο αυτής της σχέσης ήταν ο σχεδόν μαγικός τρόπος
που συνδύαζαν στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη – κυρίως το rock, τη folk και την
country – φτιάχνοντας μια δική τους, πρωτότυπη και αναγνωρίσιμη ταυτότητα με
μεγάλη και διττή ένταση: των συναισθημάτων, αλλά και
των ενισχυτών.
Η σύνθεση του συγκροτήματος, κατά το μεγαλύτερο
μέρος της ιστορίας του, ήταν ο Michael Wells στο μπάσο, ο Terri Moeller στα
ντραμς, ο Glenn Slater στο πιάνο, και φυσικά η Carla Torgerson και ο Chris
Eckman στα φωνητικά και τις κιθάρες. Η δυναμική αντίθεση ανάμεσα στην αιθέρια
αλλά και πανίσχυρη φωνή της πρώτης, και την τραχιά αλλά και εκφραστική φωνή του δεύτερου, καθόρισε ερμηνευτικά τον τόνο του συγκροτήματος. Με άλλα λόγια, η Carla και ο Chris είναι η διπλή καρδιά των TheWalkabouts, και θα
πάμε κατευθείαν σε αυτήν με δύο κομμάτια: Your
Hope Shines, με τη συμμετοχή των KingJesusDisciples, και Almost Wisdom.
Η πρώτη δεκαετία του συγκροτήματος
χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγικότητα και συλλογική δημιουργικότητα – η μουσική αποδίδεται κατά κανόνα σε όλα τα μέλη από κοινού και οι στίχοι στον Chris Eckman. Ξεκινώντας το 1985, θα
κυκλοφορήσουν δύο EPs και τρία albumsσε indiefolk-rock ύφος μέχρι το εμβληματικό διπλό album New West Motel του 1993, αλλά και το Setting the Woods on Fire
που ακολούθησε το 1994: δύο κυκλοφορίες που καθιέρωσαν το συγκρότημα και
στις οποίες ανήκουν τα κομμάτια που μόλις ακούσαμε.
Είναι αυτή η καλύτερη περίοδος των TheWalkabouts; Οι αρετές τους δε λείπουν από καμία κυκλοφορία, ωστόσο αυτά τα δύο albums είναι αναντικατάστατα, με την έννοια ότι πολλ@ γνωρίσαμε και
αγαπήσαμε το συγκρότημα μέσα από αυτά – πράγμα καθόλου τυχαίο, δεδομένου ότι συνιστούν τον πληρέστερο ορισμό του ήχου του, αλλά καιαναδεικνύουν τη rock πλευρά του σε όλη της την ένταση. Ανάμεσά
τους, ωστόσο, κυκλοφόρησε το album διασκευών SatisfiedMindτο 1993, από το οποίο θα ακούσουμε το
FeelLikeGoingHome, ένα
country
κομμάτι του Charlie
Rich,
με τη συμμετοχή του Mark
Lannegan
των Screaming
Trees.
Το συγκρότημα προερχόταν από το Seattleκαι ηχογραφούσε στη SubPop, αλλά, λόγω του διαφορετικού του ήχου σε σχέση με τα grunge συγκροτήματα της πόλης, προωθήθηκε μονόπλευρα στη δική
μας όχθη του Ατλαντικού από το ευρωπαϊκό τμήμα της εταιρείας. Το albumDevil’s Road που θα ακολουθήσει το 1996
αποτελεί σημείο καμπής: ηχογραφείται κατόπιν μετακίνησης στην ευρωπαϊκή Virgin,
στρέφεται προς μια ατμοσφαιρική folk κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης
ορχήστρας, και εγκαινιάζει την ανάληψη των συνθέσεων από τον Chris Eckman.
Παρά την επιτυχία του εγχειρήματος,
το συγκρότημα θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του, καταρχήν ερχόμενο σε
ρήξη με τη Virginγύρω από το περιεχόμενο και την προώθηση του νέου albumNighttown, το οποίοθα κυκλοφορήσει το 1997. Την ίδια
περίοδο, η προσωπική σχέση ανάμεσα στον Chris Eckman και την Carla Torgerson φτάνει στο τέλος της. Και δέκα μέρες πριν την
ηχογράφηση του επόμενου album με τίτλο TrailofStars, ο μπασίστας John Baker Saunders πεθαίνει από υπερβολική
δόση ηρωίνης.
«[Κ]ατά κάποιο τρόπο», λέει ο ChrisEckman για εκείνη την περίοδο σε συνέντευξή
του Penny Black Music, «είχαμε πάντα στο μυαλό μας τη
μουσική σαν κάτι που μοιάζει με καρδιά. Είναι κάτι που σημαίνει περισσότερα για
μας από το πώς να βγάζεις χρήματα, ή πώς να κάνεις καριέρα, ή οτιδήποτε τέτοιο.
Νομίζω ότι μέσα από εκείνες τις πραγματικά δύσκολες εποχές, αυτό ήταν το
στοιχείο που, περισσότερο ή λιγότερο, μας βοηθούσε πάντα να προχωρήσουμε».
Θα ακούσουμε τον ήχο εκείνων των δύσκολων εποχών μέσα από
δύο κομμάτια μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, το Unwind και το Drown από τα albumsNighttown του 1997 και TrailofStars του 1999 αντίστοιχα – και ύστερα θα
προχωρήσουμε μαζί με το συγκρότημα στο EndedUpaStranger, από το ομώνυμο album του 2001.
Από το 2001 και μετά,
οι κυκλοφορίες του συγκροτήματος γίνονται πιο αραιές: τέσσερα χρόνια θα
περάσουν μέχρι το Acetylene του 2005 και άλλα έξι μέχρι το τελευταίο τους albumTravels in the Dustland του 2011.
«Ο κόσμος», έλεγε τότε ο Chris Eckman, «δεν χρειάζεται απαραίτητα ακόμα ένα
album των The Walkabouts, εκτός αν είναι πραγματικά καλό. Αυτός είναι ο πήχης
που βάζουμε, ο λόγος για τον οποίο κυκλοφορούμε ένα album, και όχι επειδή
υπάρχει ένα συμβόλαιο ή για να κάνουμε μια περιοδεία».
Με άλλα λόγια, το
συγκρότημα δε μας είδε ποτέ ως καταναλωτές και η κριτική του στην εργαλειακή διαδοχή
νέων κυκλοφοριών και περιοδειών, δηλαδή στον παραδοσιακό κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας,
είναι χαρακτηριστικό δείγμα της καλλιτεχνικής του ακεραιότητας. Από αυτήν την
άποψη, το Travels in the Dustland δεν ήταν μόνο ένας συναρπαστικός μουσικός αποχαιρετισμός,
αλλά και αυτός που αρμόζει σε ένα συγκρότημα που παρότι διαλύθηκε το 2015 συνεχίζει μέχρι
σήμερα να λάμπει στο σκοτάδι, όπως κάθε πραγματική ελπίδα.
Επειδή η ελπίδα λάμπει μόνο μέσα στο σκοτάδι: η μουσική καρδιά των Τhe Walkabouts που υπήρξε πάντα τόσο μαγική όσο και ειλικρινής μαζί μας (σήμα: Pelican – Sirius, εικόνα: Ben Thompson, Your Hope Shines Single Cover, 17.10.2019 @ enfo | radio)
Δε συνηθίζεται ένα κουαρτέτο κλασσικής μουσικής να παίζει παραδοσιακά εργατικά τραγούδια, αλλά δεν υπάρχει τίποτα συνηθισμένο ούτε στους Kronos Quartet, ούτε στο Which side are you on, το εμβληματικό εργατικό τραγούδι που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ιστορικής απεργίας των ανθρακωρύχων της κομητείας Harlan, στο Kentucky των Ηνωμένων Πολιτειών τη δεκαετία του 30.
Επί 10 χρόνια
αγωνίζονταν οι ανθρακωρύχοι για να αποκτήσουν συνδικαλιστική εκπροσώπηση και αντιμετώπιζαν
άγρια καταστολή. Μια νύχτα, το 1931, οι αστυνομικές αρχές έκαναν έφοδο στο σπίτι
του συνδικαλιστή Sam Reece, o οποίος είχε διαφύγει,
και απείλησαν τη σύζυγο και τα παιδιά του. Εκείνη τη νύχτα, εκείνη η γυναίκα, η
Florence Reece, έγραψε το κομμάτι
που στη συνέχεια θα γίνει διαχρονικός ύμνος των εργατικών αγώνων και των
κοινωνικών κινημάτων μέχρι σήμερα, με κομβική στιγμή την κλασσική πλέον
ερμηνεία του από τον Pete Seegerτη δεκαετία του
60.
Στη μουσική, την
πολιτική φιλοσοφία αλλά και τον κοινωνικό αντίκτυπο του έργου αυτού του θρυλικού
folk τραγουδιστή
είναι αφιερωμένο το album Kronos Quartet & friends celebrate Pete Seeger – Long Time Passing του 2020, από το οποίο θα ακούσουμε το Which side are you on, με τον φίλο των Kronos
Lee Knight στα φωνητικά.
Σύγχρονη κλασσική μουσική – πολιτικοποιημένη, έμφυλη και ταξική: εργατικά
τραγούδια από τους Kronos Quartet, η φεμινιστική όπερα της Ellen Reid, το
ορατόριο της Julia Wolfe για τις μετανάστριες εργάτριες της Νέας Υόρκης, το
κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα σε έργα της Jessie Montgomery και της Zenobia
Powell Perry και η σύνθεση του Carlos Simon για τις δολοφονίες αφροαμερικανών
από την αστυνομία.
Το μόνο σίγουρο στον
κόσμο είναι ότι δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν τον αλλάξουμε εμείς, και αν δεν κάνουμε κάτι για να γίνει καλύτερος θα συνεχίσει να αλλάζει προς το χειρότερο, προς τη φτώχεια, το μίσος, τον πόλεμο.
Αυτό λέει το θρυλικό και πολυδιασκευασμένο, μέχρι σήμερα, στη δική μας εποχή, κομμάτι
των Harold Melvin & the Blue Notes, με το οποίο θα ξεκινήσουμε σήμερα: Wake Up Everybody, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε το
1975.
Το Wake Up
Everybody είναι μέρος των πρακτικά απέραντων νημάτων που διατρέχουν και συνδέουν
τη μουσική της αφροαμερικανικής κοινότητας από τα spirituals την εποχή της δουλείας,
τα gospel, τα
bluesκαι την
jazz, τη soul και
το funkτων δεκαετιών του 60 και 70, και φυσικά το σύγχρονο hip hop. Ενδεικτικά, αυτό
το κομμάτι χρησιμοποιούν ως sample οι Wu-Tang Clan στο A Better Tomorrow, από το ομώνυμο album
τους του 2014, επικαιροποιώντας το περιεχόμενό του για τη δική μας
εποχή αλλά και αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη διαχρονικότητα του αιτήματος για έναν
καλύτερο κόσμο.
H soul μουσική που άλλαξε τον κόσμο: πολιτικοποίηση και καλλιτεχνική αυτονομία από τα gospel στο funk και το σύγχρονο hip hop – μαζί, δυο λόγια για την έξωση του Συλλόγου Αρχαιολόγων και το ναυάγιο της Πύλου (Φωτογραφία: Hank Parker)
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Tyler Childers σπάει τα στερεότυπα που συνδέονται με την country:
στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη μπαλάντα Ιn Your Love, την οποία
έγραψε από την οπτική του συμμάχου της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το κομμάτι
κυκλοφόρησε ως single του album Rustin’ in the Rain το 2023 και συνοδεύτηκε από
ένα video clip σε σενάριο του Silas House για τον έρωτα δύο ανθρακωρύχων μέχρι
τον θάνατο του ενός από τη νόσο του μαύρου πνεύμονα, η οποία προκαλείται από την μακροχρόνια συγκέντρωση σκόνης άνθρακα στους πνεύμονες.
Τόσο μουσικά όσο και αναπαραστατικά, το Ιn Your Love υποστηρίζει τη θεατότητα
των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και των ιστοριών τους στο πλαίσιο των εργατικών κοινοτήτων,
αλλά και στο πεδίο της country μουσικής όπου υποεκπροσωπούνται.
Για κάθε αγάπη που αντέχει μέχρι ο ήλιος να γίνει στάχτη: νέες κυκλοφορίες από τη σύγχρονη κλασσική των Balmorhea στο post-metal των Pelican, από τον blues ήχο των Gov’t Mule στα desert blues των Tinariwen, και από το alternative rock των The Last Internationale στην alternative country του Tyler Childers και του Jason Isbell (Φωτογραφία: Michael Chow)
O Wayne Shorter αντιλαμβανόταν την
jazz ως πρόκληση καινοτομίας σε αχαρτογράφητα – και για αυτό απρόβλεπτα συναρπαστικά – μουσικά πεδία, τόσο για τους μουσικούς της όσο και για τους ακροατές της. «Για μένα, η λέξη
‘jazz’ σημαίνει ‘σε προκαλώ’» έλεγε στο NPR, και αυτό ακριβώς έκανε, έπαιζε σαν ένας σχοινοβάτης που
βαδίζει χωρίς να έχει κανένα προστατευτικό δίχτυ από κάτω. WithoutANet, άλλωστε,
είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος ενός από τα albums του κουαρτέτου
του: αυτοσχεδιάζαμε, έλεγε oWayneShorterστους TheNewYorkTimes, με βάση «αυτό το
μικρό πράγμα που ονομάζουμε εμπιστοσύνη και πίστη. Για μένα, ο ορισμός της πίστης
είναι να μη φοβάσαι τίποτα».
Θα αποχαιρετίσουμε αυτόν τον ατρόμητο
μουσικό, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 2 Μαρτίου του 2023, μέσα από επτά εμβληματικά
κομμάτια – και φυσικά δε θα μπορούσαμε να μην ξεκινήσουμε με το Footprints, ίσως την πιο χαρακτηριστική από τις πολλές
συνθέσεις του που έγιναν κλασικές, από το album Αdam’s Αpple που κυκλοφόρησε το 1967
με τον Herbie Hancock στο πιάνο, τον Reggie Workman στο μπάσο και τον Joe
Chambers στα ντραμς.
Τo fear nothing: αποχαιρετισμός στον Wayne Shorter μέσα από τις θρυλικές του ηχογραφήσεις και τις συμμετοχές του στο κουιντέτο του Miles Davis, τους Art Blakey & The Jazz Messengers και τους Weather Report – μαζί, Τέμπη, πανδημία και η αναλωσιμότητα της ζωής όλων μας (φωτογραφία: Michael Putland)
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες με τα «καλύτερα»
τραγούδια, albums κ.λπ. της
χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία
ουδέποτε έχει προωθήσει τα προϊόντα της μέσω άρθρων γνώμης. Όλη η μουσική
άλλωστε μπορεί και πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε
συναίσθημα που μας προκαλεί να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι
γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2025. Είναι απλά μέρος της μουσικής που ακούσαμε
και μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε
να μοιραστούμε – και στις δύο περιπτώσεις, όμως, φαίνεται ότι θα μας
απασχολήσει στο μέλλον. Προς το παρόν, 20 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών σε
χρονολογική και όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα εν
μέσω στοχευμένων προωθήσεων, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Evan Nicole Bell
Shades of Blue (16 Ιανουαρίου)
Τραγουδίστρια και κιθαρίστρια, αυτοσχεδιάστρια και πολυοργανίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, παραγωγός και μηχανικός ήχου: η Evan Nicole Bell διακρίνεται σε ένα εντυπωσιακό φάσμα ρόλων στο πρώτο της album, δημιουργώντας έναν σύγχρονο και πολυδιάστατο blues ήχο που συνδυάζει folk, alternative rock και soul στοιχεία, και, ταυτόχρονα, συνομιλεί με τη διαχρονική επικαιρότητα ενός συναρπαστικού παρελθόντος. Αν τα blues είναι βαθιές ρίζες όσο και σημερινά άνθη, εδώ αναδεικνύονται με την παραδειγματική καλλιτεχνική αυτονομία που αφενός τους αξίζει και αφετέρου χαρακτηρίζει την ιστορία της δημιουργίας τους.
2. Sharon Van Etten
& The Attachment Theory
Sharon Van Etten & The Attachment Theory (7 Φεβρουαρίου)
Καλλιτεχνικά ανήσυχη και διαρκώς εξελισσόμενη, η Sharon Van Etten επιστρέφει με το καλύτερο album της την τελευταία δεκαετία, αλλά και το πρώτο που αποτελεί συλλογική
δημιουργία με το τωρινό της συγκρότημα. Η στροφή των τελευταίων ετών προς μια new wave κατεύθυνση εδώ ενισχύεται από ατμοσφαιρικά post-rock στοιχεία, σε αντίστιξη με τα οποία τα εκφραστικά φωνητικά της
Sharon Van Etten ακούγονται πιο κοφτερά και ταυτόχρονα πιο τρυφερά από ποτέ. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζει συνολικά το album, σαν τη δυνατότητα να βλέπει κανείς την
εγγενή ομορφιά της ζωής ακόμα και όταν το φως διαρκώς εξασθενεί.
3. Anneke van Giersbergen
La Vie (28 Φεβρουαρίου)
Η μουσική πορεία της Anneke μετά τους The Gatheringφτάνει τα
18 χρόνια προσωπικών κυκλοφοριών και πολλαπλών συνεργασιών. Τίποτα, ωστόσο, δε
μοιάζει με αυτό το EP
και ούτε θα μπορούσε, καθώς περιλαμβάνει 4 τραγούδια που έγραψε μετά την απώλεια των γονέων της. Κι όμως, αυτή δεν είναι μουσική του πένθους, αλλά της ουσίας
του, του λόγου που έχει σημασία, με τη μοναδική ζεστασιά και αμεσότητα της Anneke να δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό και
χαμηλών τόνων ύμνο στην αγάπη. Καθόλου τυχαία, πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας
τριλογίας EPs που
θα συγκροτήσουν το νέο της album με τίτλο La Vie, La Mort, L’Amour: η Ζωή, ο Θάνατος, η
Αγάπη.
4. Rationalistas
Προσάναμμα (8 Μαρτίου)
Το ενσυνείδητο και βιωματικό hip hop των Rationalistas, γειωμένoστην καθημερινότητα της γειτονιάς και της δουλειάς, ανταποκρίνεται στην εποχή μας με έναν τρόπο που την ξεπερνάει: οι
ρίμες και τα beats συναρθρώνουν
οργανικά τις προσωπικές μας δυσκολίες με τις κοινωνικές συνθήκες που τις
προκαλούν, αλλά και την αλληλεγγύη που μας δίνει ανάσες, από την έμφυλη βία στην
Ηλιούπολη μέχρι τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μια μουσική οργισμένη αλλά και
υπέροχα μελαγχολική, ενδυναμωτική και ενίοτε χορευτική, στη σημαντικότερη μέχρι
σήμερα στιγμή ενός παραδειγματικά συλλογικού hip hop σχήματος.
5. Backxwash
Only Dust Remains (28 Mαρτίου)
Με τη χειρουργική ακρίβεια της λάμας του νυστεριού, αλλά και το σπάραγμα της
καρδιάς ενός τρομαγμένου πουλιού, η εκφραστική δύναμη της Backxwashαγγίζει τον προσωπικό και συλλογικό πόνο της εποχής
μας – από την ταυτότητα, το τραύμα και τη θνητότητα μέχρι την αγριότητα της
γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Τα ηχητικά της τοπία συνθέτουν industrial, rock και ambient στοιχεία σαν να ήταν το
πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ενώ οι ρίμες της ισοδυναμούν άλλοτε με τον πύρινο
λόγο ενός ιεροκήρυκα της Αποκάλυψης κι άλλοτε με εξομολογήσεις κυριολεκτικά τρομακτικής
ευαλωτότητας. Και ίσως είναι ακριβώς αυτή
η μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της
μουσικής της Backxwash που καθιστά το album της τόσο σημαντικό – και όχι μόνο
για το hip hop ή το 2025.
6. Anouar Brahem
After the Last Sky (28 Mαρτίου)
Ο Τυνήσιος ουτίστας Anouar Brahem αντανακλά συγκλονιστικά πάνω στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη
με κύριο όχημα τον jazz αυτοσχεδιασμό και τη βοήθεια του μπασίστα Dave Holland, του πιανίστα Django Bates και της τσελίστριας Anja Lechner. Ο τίτλος του album παραπέμπει σε ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Mahmoud Darwish, για τον οποίο η Παλαιστίνη ήταν «κάλεσμα και υπόσχεση ελευθερίας ταυτόχρονα»,
γράφει ο Adam Satz στις σημειώσεις του album, προσθέτοντας ότι ο Anouar Brahem ανταποκρίνεται
και στις δυο αυτές πλευρές όπως έκαναν τα εκατομμύρια των διαδηλωτών σε όλο τον
κόσμο: το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο
με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
7. Deafheaven
Lonely People With Power (28 Μαρτίου)
Είναι ευχή και κατάρα για ένα συγκρότημα του ακραίου ήχου να προσελκύει mainstream ενδιαφέρον και στην περίπτωση των Deafheaven το αποτέλεσμα την προηγούμενη δεκαετία ήταν
να υπερεκτιμηθούν και να υποτιμηθούν ταυτόχρονα από διαφορετικά κοινά για
διαφορετικούς λόγους. Αλλά μέχρι εδώ: φέτος δεν κυκλοφόρησαν απλά το καλύτερό
τους album, αλλά
επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους συνθέτοντας τα καλύτερα επιμέρους στοιχεία
της με απαραίτητη αιχμή τα σχισμένα φωνητικά του George Clarke. Όσ@ αγαπάμε τη metal σκηνή, και τη μουσική περισσότερο από
τους εαυτούς μας, ξέρουμε τι να κάνουμε.
8. Rhiannon Giddens & Justin Robinson
What Did the Blackbird Say to the Crow
(18 Απριλίου)
HRhiannon Giddens και ο Justin Robinson, βραβευμένοι folk μουσικοί και παλαιότερα συνοδοιπόροι στους Carolina Chocolate Drops, ερμηνεύουν
18 παραδοσιακά κομμάτια με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα της live ηχογράφησης σε εξωτερικούς χώρους. Το
αποτέλεσμα είναι άλλη μια υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy
του 2026, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτα την κριτική τους θέση υπέρ της μουσικής
για την απόλαυση της κοινότητας αντί για τα συμφέροντα της αγοράς. «Ποιος είναι
ο ρόλος της μουσικής στην κοινωνία μας;» επιμένει η Rhiannon Giddens. «Πώς
μπορούμε να την αποσυνδέσουμε από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, όπου η μουσική
είναι προϊόν και οι μουσικοί έχουν δευτερεύουσα σημασία;»
9. SUMAC & Moor Mother
The Film (25 Απριλίου)
Είναι καιρός να πάρουμε πίσω την ανάσα μας: ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος
και η υποβλητική απαγγελία της hip hop ποιήτριας Moor Mother αφήνει προσωρινά τα free jazz ηχητικά τοπία των Irreversible Entanglements για να συναντηθεί εδώ με τον sludge metal πειραματισμό των SUMAC, οι οποίοι κυκλοφορούν μαζί της το καλύτερό τους album. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες,
πόλεμος και εκτοπισμός, συστημική βία και κλιματική κρίση, είναι τα θεματικά
νήματα ενός album που η
ίδια του η ύπαρξη ως ενιαίου έργου τέχνης αντιβαίνει τον καταναλωτικό προσανατολισμό
της μουσικής βιομηχανίας.
10. Hedvig Mollestad Trio
Bees In The Bonnet (9 Μαΐου)
Μια από τις πρωτοπόρες κιθαρίστριες της εποχής μας επιστρέφει μετά από τέσσερα
χρόνια solo και συνεργατικών
κυκλοφοριών στο φυσικό της περιβάλλον. Η παροιμιώδης χημεία της Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad κατεδαφίζει
κάθε διαχωρισμό μεταξύ jazz, rock και metal – στην προκειμένη περίπτωση, σε τρεις
άξονες: καταιγιστικός αυτοσχεδιασμός, ατμοσφαιρικός πειραματισμός, και μια
μελωδική νηνεμία πριν την τελική καταιγίδα. Οι Hedvig Mollestad Trio είναι μια ασταμάτητη
πηγή αναπάντεχης και συναρπαστικής μουσικής – χωρίς περιστροφές, η ευρωπαϊκή jazz δεν ήταν ποτέ καλύτερη.
11. Pelican
Flickering Resonance (16 Μαΐου)
Τα λίγα δευτερόλεπτα του Sirius στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα
σήμα εκπομπής – έτσι γράφαμε πέρσι, επί τη ευκαιρία του νέου EP του κουαρτέτου από το
Σικάγο μετά την επανένωση της κλασικής του σύνθεσης: Trevor Shelley de Brauw και
Laurent Schroeder-Lebec στις κιθάρες, Bryan και Larry Herweg στο μπάσο και τα
ντραμς αντίστοιχα. Στα 24 χρόνια της πορείας τους, οι Pelican έχουν μια καθολικά ποιοτική δισκογραφία
– μερικά albums, ωστόσο, διακρίνονται με την τιτάνια δύναμη μιας λυτρωτικής καταιγίδας και τo ελπιδοφόρο φως μιας αλκυονίδας μέρας ταυτόχρονα. Το φετινό Flickering Resonance είναι
ένα τέτοιο album: η πρωτοποριακή και θεμελιώδης για το post-metal μουσική των Pelican ακούγεται άγρια και μελωδική, θλιμμένη αλλά πανίσχυρη, πολυπρισματική και την ίδια στιγμή προσιτή. Ή, αν προτιμάτε, είναι το ηχητικό αντίστοιχο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά τα χρόνια, για όλη τη σκηνή και την κοινότητα που τη στηρίζει. Είμαστε
πολύ τυχεροί, και εκείνοι και εμείς.
12. Bruce Springsteen & E Street Band
Land Of Hope & Dreams (20 Μαΐου)
Κάλλιστα θα μπορούσε εδώ να βρίσκεται το set των επτά ακυκλοφόρητων albumsτου Bruce Springsteen, ή η εκτεταμένη
επανακυκλοφορία του εμβληματικού album Nebraska. Αυτό το EP, ωστόσο, περιλαμβάνει εκπληκτικές εκτελέσεις τριών δικών του κομματιών και μιας διασκευής από τη φετινή του συναυλία στο Manchester, οι οποίες επιπλέον συνδέονται οργανικά με το μήνυμα αντίστασης και
ελπίδας που συνιστά η οξυδερκής και εκτενής κριτική του Springsteenστη διακυβέρνηση Trump. Με άλλα λόγια, είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο
για την οργανική σχέση μουσικής και πολιτικής, για τα επίδικα της εποχής της
ανόδου της ακροδεξιάς, και για την ευθύνη που απορρέει από τον δημόσιο ρόλο των
καλλιτεχνών.
13. Julia Hamos
Ellis Island (6 Ιουνίου)
Αν το φως είχε ήχο, θα ακουγόταν κάθε φορά που τα δάχτυλα της Julia Hamosαγγίζουν τα πλήκτρα του πιάνου – ή
τουλάχιστον ένα τέτοιο φως λάμπει στα μάτια της όταν μιλάει για το μουσικό και προσωπικό της ταξίδι από και προς την πόλη της, τη Νέα Υόρκη, σημερινή και
παντοτινή πόλη μεταναστών, και την Ουγγαρία, από όπου κατάγεται η οικογένεια της.
Εξαιτίας της Julia Hamos οι κλασικοί Ούγγροι συνθέτες BélaBartók, GyörgyKurtág και GyörgyLigeti συνομιλούν με την Meredith Monk, τον Charles Mingus, αλλά και την Ουγγρική Μελωδία του Franz Schubert, σε ένα album ευφυές, παθιασμένο και χαρακτηριστικό της
εκφραστικής δυναμικής, αλλά και του κοινωνικού προσανατολισμού, της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
14. Terri Lyne Carrington
& Christie Dashiell
We Insist 2025! (13 Ιουνίου)
Μόνο μια κορυφαία μορφή της σύγχρονης jazz θα μπορούσε να τιμήσει αλλά και να επικαιροποιήσει τη διττή,
μουσική και πολιτική, κληρονομιά ενός avant-garde album όπως το We Insist!, το οποίο κυκλοφόρησε ο Max Roach το 1960 υποστηρίζοντας το Κίνημα για τα
Πολιτικά Δικαιώματα. Η πολυβραβευμένη ντράμερ, συνθέτρια, ακτιβίστρια και
εκπαιδεύτρια Terri Lyne Carrington δεν είναι απλώς αυτή η μορφή: αφενός το έχει
ξανακάνει με το Money Jungle των Ellington, Mingus και Roach, αφετέρου ο Max Roach
υπήρξε μέντοράς της. Μαζί με την τραγουδίστρια και στιχουργό Christie Dashiell ενσωματώνουν με μοναδικό τρόπο funk, blues, afrobeat,
spoken word και jazz poetry στοιχεία, αναδεικνύουν το αίτημα της φυλετικής
δικαιοσύνης την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς και της εκλογής Trump, και πρεσβεύουν, όπως λέει η Terri Lyne Carrington, «το πνεύμα του συλλογικού
αυτοσχεδιασμού, διαλογισμού και χαράς ως μορφές αντίστασης» – δηλαδή το πνεύμα της
ίδιας της jazz ως διαχρονικής ριζοσπαστικής τέχνης.
15. Los Angeles Philharmonic,
Gustavo Dudamel, Alisa Weilerstein,
Los Angeles Master Chorale, Tambuco
Gabriela Ortiz: Yanga (18 Ιουλίου)
Μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες στον κόσμο επιστρέφει στο έργο της Ortiz
για ένα δεύτερο και ίσως ακόμα καλύτερο album, το οποίο αναμένεται να σαρώσει
στα βραβεία Grammy του
2026, όπως το περσινό Revolución Diamantina. Το αξίζει και με το παραπάνω: από την
εκτεταμένη χρήση αφρικανικών ρυθμών και οργάνων στη σύνθεση για τον επαναστάτη σκλάβο Gaspar
Yanga, μέχρι τον φόρο
τιμής στην Violeta Parra, κύρια μορφή του κινήματος πολιτικού τραγουδιούNueva Canción στη Χιλή, αλλά και
ένα νέο κοντσέρτο για τσέλο με θέμα την υπεράσπιση του Yucatán από την τουριστική
ανάπτυξη στο Μεξικό. Με άλλα λόγια, αυτό το δεύτερο album σηματοδοτεί ότι το πρώτο δεν ήταν η εξαίρεση
που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ενώ η υψηλή θεατότητα ορχήστρας, μαέστρου και βραβείων μπορεί
να συμβάλλει σε ευρύτερες αλλαγές ρεπερτορίου. Το μέλλον της σύγχρονης κλασικής αναμένεται
συναρπαστικό, αν μη τι άλλο.
16. Buddy Guy
Ain’t Done With The Blues (30 Ιουλίου)
Από τη δεκαετία του 60 που ξεκίνησε στο
Σικάγο δίπλα στον Muddy Waters, τον Howlin’ Wolf και την Koko Taylor, μέχρι τα δεκάδες
προσωπικά albums και την πλειάδα των συνεργασιών που φτάνουν στις μέρες μας, ο
Buddy Guy είναι ένας εμβληματικός, βραβευμένος και ακραία επιδραστικός κιθαρίστας. Δεν ήταν όμως
ποτέ μουσικός που βασίζεται στις δόξες του παρελθόντος: ο μοναδικός του ήχος είναι
και σήμερα πρωτότυπος και η μουσική του επίκαιρη, από τον σύγχρονο
αντιρατσιστικό ύμνο Never Forget μέχρι το ντουέτο του με τον Christone
“Kingfish” Ingram, επιφανή κιθαρίστα της νεότερης γενιάς, με τον οποίον έχει επιπλέον κάνει κοινή περιοδεία. Ο Buddy δεν έχει τελειώσει με τα blues
γιατί όλες του οι νότες είναι συνώνυμες με την αγάπη για τη μουσική – και αυτή δεν έχει
τέλος.
17. Amanda Shires
Nobody’s Girl (26 Σεπτεμβρίου)
Πότε σταματήσαμε να αγαπάμε; Πώς καταλήγουμε να μη νιώθουμε τίποτα για να μη
νιώθουμε πόνο; Πόσο εκκωφαντική έχει γίνει η σιωπή; Έχουν υπάρξει πολλά breakup albums στην ιστορία της δισκογραφίας, το Nobody’s Girl όμως δεν είναι σαν αυτά,
όπως δεν είναι ούτε προβλέψιμο εγχειρίδιο αυτοφροντίδας, ούτε ναρκισσιστική εκφορά
κάποιου πληγωμένου εγώ. Η Amanda Shires έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να
αναπαράγει συμβάσεις, όπως έχει ήδη δείξει η συμβολή της στην ανάπτυξη της alternative country / americana σκηνής,
και εδώ επικοινωνεί μια υπαρξιακή θα έλεγε κανείς ανατομία της πληγής, αναπόφευκτα
οδυνηρή αλλά και αναπάντεχα ενδυναμωτική. Ίσως ποτέ να μην ξεπερνάει κανείς εντελώς την κατάρρευση μιας σχέσης, αλλά ίσως να βοηθάει η επίγνωση ότι τουλάχιστον προσπάθησε να τη στηρίξει, όσο μάταιο
κι αν ήταν.
18. Rosalía
LUX (7 Νοεμβρίου)
Τα ύστερα του κόσμου – pop μουσική στη χώρα των θαυμάτων; Αφενός το έχουμε ξανακάνει με την Taylor Swift, αφετέρου η Rosalía υπερβαίνει αποτελεσματικά τους διαχωρισμούς μεταξύ pop και κλασικής, όπερας και παραδοσιακής μουσικής: 18 κομμάτια σε 13 γλώσσες, οργανωμένα σε τέσσερα μέρη κατά το πρότυπο των συμφωνικών έργων, με κύριο μουσικό συνοδοιπόρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η δυναμική στηρίζει ένα συναρπαστικά πρωτότυπο concept για τη θηλυκότητα και την πνευματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο, με αναπάντεχες συναισθηματικές όσο και υπαρξιακές πλευρές. Εσείς ξέρατε ότι μπορείτε να χωρέσετε σε ένα χαϊκού, ένα χαϊκού που καταλαμβάνει μια χώρα, μια χώρα που χωράει σε μια σκλήθρα, μια σκλήθρα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον γαλαξία;
19. Yawning Μan
Pavement Ends (14 Νοεμβρίου)
Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα ανθηρή χρονιά για τους πρωτοπόρους της σκηνής
της Palm Desert, και εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται τα albums που κυκλοφόρησαν με τα συνεργατικά
τους σχήματα Yawning Balch και SoftSun. Το Pavement
Ends, ωστόσο, δεν είναι απλά το καλύτερο των τριών, αλλά μια από τις σημαντικότερες
στιγμές της συνολικής δισκογραφίας των Yawning Μan. Ο κιθαρίστας Gary Arce, ο μπασίστας Mario Lalli και ο ντράμερ Bill Stinson δεν επαναπαύθηκαν ποτέ στις δάφνες τους και αυτή τη φορά η
αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα οδηγεί τα ηχητικά τους τοπία σε μια μουσικά επιτακτική,
συναισθηματικά φορτισμένη και ακαταμάχητα εξπρεσιονιστική κορύφωση.
20. Svalbard
If We Could Still Be Saved (17 Νοεμβρίου)
«Επειδή υπάρχει ομορφιά σε αυτό που τελειώνει»: η γλυκόπικρη αποχαιρετιστήρια
θύελλα αυτού του single είναι η τελική ηχογράφηση των Svalbard, οι οποίοι έχουν ανακοινώσει τη διάλυσή τους το 2026 και βρίσκονται στην τελευταία τους περιοδεία. Δεν ξέρω πόση ομορφιά υπάρχει
όταν σταματάει η πορεία ενός τόσο μουσικά όσο και πολιτικά κομβικού συγκροτήματος,
ξέρω όμως ότι υπάρχει η καλλιτεχνική ακεραιότητα και η προσωπική ειλικρίνεια που
αποτελούσε πάντα κλειδί της σχέσης μας μαζί τους: το τέλος έρχεται γιατί η
πολιτική οικονομία των πραγματικά εναλλακτικών συγκροτημάτων
δεν είναι κατά κανόνα βιώσιμη, και το συγκεκριμένο δεν κάνει υποχωρήσεις και εκπτώσεις για να μπορέσει να επιβιώσει. Υπόκλιση και δάκρυα λοιπόν, αλλά μαζί παντοτινή εμπιστοσύνη και
αγάπη – έτσι είναι οι καθαρές κουβέντες.