29 August 2025

Για την απώλεια αλλά και τη νοσταλγία

Το Me and Bobby McGee είναι ένας ύμνος στον ελεύθερο έρωτα, στον ανοιχτό ορίζοντα της περιπλάνησης στην αμερικανική ενδοχώρα και σε ένα ζευγάρι που τους αρκεί να είναι μαζί για να είναι ευτυχισμένοι – κι όμως, ταυτόχρονα, είναι ελεγεία για την απώλεια αλλά και τη νοσταλγία του έρωτα, γλυκόπικρο σχόλιο για το άδοξο τέλος μιας σχέσης και στοχασμός πάνω στο αν και ποιο νόημα έχει η ελευθερία όταν κανείς δεν έχει πια τίποτα να χάσει. Freedom’s just another word for nothin’ left to lose: αυτός ο κλασικός πλέον στίχος είναι εμπνευσμένος από το τραγικό τέλος της ταινίας La Strada του Frederico Felini, έλεγε ο Kris Kristofferson σε συνέντευξή του στο Performing Songwriter το 2015.

Το Me and Bobby McGee σημάδεψε την outlaw country, αλλά και τη folk και rock αντικουλτούρα συνολικά, όταν κυκλοφόρησε το 1970 στο πρώτο album του Kris Kristofferson με τίτλο το επώνυμό του. Είναι αναρίθμητες οι διασκευές του από κορυφαίους μουσικούς ανεξαρτήτως είδους μέχρι σήμερα, καμία όμως δεν είναι όσο εκπληκτική αλλά και εκρηκτική ήταν εκείνη της Janis Joplin στο album Pearl που κυκλοφόρησε το 1971, τρεις μήνες μετά τον θάνατό της – το single έφτασε στην κορυφή των πωλήσεων στις ΗΠΑ και 50 χρόνια αργότερα, το 2021, απέκτησε επετειακό video clip. O Kris Kristofferson έλεγε στην ίδια συνέντευξη ότι όταν άκουσε την ερμηνεία της Janis δε μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, και από τότε όταν τραγουδούσε το Me and Bobby McGee σκεφτόταν πάντα εκείνη.




Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)

25 August 2025

Χωρίς κανένα όριο μεταξύ τους

 

H λατρεμένη, και χρονολογικά πρώτη, ηχογράφηση του Mysterioso του Thelonious Monk βρίσκεται στο Sonny Rollins, Vol. 2, το album που δημιούργησε το 1957 μια κυριολεκτικά dream team μουσικών: Sonny Rollins στο σαξόφωνο, Art Βlakey στα ντραμς, Paul Chambers στο μπάσο, J. J. Johnson στο τρομπόνι, Horace Silver στο πιάνο – και ο ίδιος ο Thelonious, ο οποίος παίζει πιάνο στις δύο δικές του συνθέσεις.

Το Mysterioso επέλεξαν να ερμηνεύσουν και οι Kronos Quartet στο album που αφιέρωσαν στον καινοτόμο αυτόν μουσικό με τίτλο Monk Suite: Kronos Quartet Plays Music of Thelonious Monk το 1985. Δεν είναι συνηθισμένο και δεν είναι εύκολο – οι Kronos όμως, όπως έχουμε ξαναπεί, δεν είναι ένα συνηθισμένο κουαρτέτο αλλά ένα σχήμα που επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει κουαρτέτο κλασικής μουσικής στην εποχή μας.




Τζαζ και κλασική μουσική: μια σχέση απρόβλεπτη, υπέροχη, απαιτητική – αλλά κάπως έτσι δεν είναι οι μεγάλοι έρωτες; Κατά τα άλλα, καταλυτική εκφραστική δύναμη από τον Claude Debussy στον Kamasi Washington, από τον Thelonius Monk στους Kronos Quartet, και από το κοντσέρτο για πιάνο του Aaron Copland στην αντικαπιταλιστική Όπερα της Πεντάρας του Kurt Weill και του Bertolt Brecht με τη βοήθεια της Nina Simone, της Lotte Lenya και του Louis Armstrong (φωτογραφία: Mike Park)

19 August 2025

Η αιώνια άνοιξη των blues

Μια ανυποχώρητη διακήρυξη γυναικείας αυτονομίας, ενδυνάμωσης και αντίστασης: αυτό είναι το You Can’t Rule Me της πρωτοπόρου blues τραγουδίστριας, κιθαρίστριας και συνθέτριας Memphis Minnie. Η διαχρονική αυτή ηχογράφηση του 1937 διασταυρώνεται στην εποχή μας με την ερμηνεία της Lucinda Williams στο album της Good Souls, Better Angels του 2020. Στις συναυλίες της η Lucinda Williams έπαιζε το You Can’t Rule Me ως διαμαρτυρία ενάντια στην ανατροπή της ιστορικής δικαστικής απόφασης Roe v. Wade, η οποία είχε θεμελιώσει το δικαίωμα των γυναικών στην έκτρωση. 




H γυναικεία ενδυνάμωση από τις πρωτοπόρες ηχογραφήσεις της Memphis Minnie και της Ida Cox στις νεότερες ερμηνείες της Barbara Dane και της Lucinda Williams, η πολιτικοποιημένη μουσική των Brownie McGhee και Sonny Terry, οι εκρηκτικές κιθάρες του Elmore James και του Freddie King, και το ταξίδι του Blind Willie Johnson από τη δεκαετία του 20 στο soundtrack της ταινίας Paris, Texas (φωτογραφία: Donaldson Collection)

15 August 2025

Το μινόρε του Δεκαπενταύγουστου

Κι όμως, δεν πηγαίνουν όλοι οι άνθρωποι διακοπές – δε φτάνουν σε όλους μας τα χρήματα, ή χρειάζεται να εργαστούμε ακόμα και τον Αύγουστο, ή δεν έχουμε αρκετά καλή σωματική ή ψυχική υγεία, ή έχουμε την ευθύνη άρρωστων, ηλικιωμένων, ευάλωτων ανθρώπων και δεν τους εγκαταλείπουμε. Έχουμε όμως αυτήν την πόλη, την Αθήνα εννοώ, που την αγαπάμε παρότι κάνει ό,τι μπορεί για να μας δυσκολέψει και μας το ανταποδίδει με τους ανθρώπινους ρυθμούς της τον Δεκαπενταύγουστο: περπατάμε στη μέση των άδειων δρόμων της, βρίσκουμε σκιά στις πυλωτές της και ησυχία στις πλατείες της, και ένας αστικός μύθος λέει ότι τις νύχτες κανείς δε μένει αδιάφορος μπροστά στα φώτα της όταν τα κοιτάζει από τις κορυφές των λόφων της.

Τίποτα δεν είναι εύκολο και όλα αξίζουν μια μέρα σαν αυτή – μια καλοκαιρινή μέρα.



Για την τρυφερότητα της άδειας πόλης τον Αύγουστο, για τα χρήματα που δε φτάνουν και τις ζωές που περισσεύουν, για το καλοκαίρι των από κάτω (φωτογραφία: Paul McDonough)

7 August 2025

Ένα σχεδόν ηλεκτρικό κύμα ενδυνάμωσης

 

Τo dub είναι οργανικό μέρος της αφρο-καραϊβικής μουσικής κουλτούρας και ως τέτοιο αρχικά συμβάδισε με τη reggae – ήταν, θα μπορούσαμε να πούμε, η άλλη της πλευρά, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Οι dub εκδοχές reggae κομματιών εμφανίστηκαν ως b-sides σε singles, και είχαν τη μορφή ατμοσφαιρικών remixes με ενισχυμένο τον ήχο των ντραμς και του μπάσου, αφαίρεση ή και απομόνωση φωνητικών, και προσθήκη ηχητικών εφέ όπως echo και reverb. «Η πρώτη πλευρά ενός δίσκου θα με αφύπνιζε μέσω κοινωνικού σχολιασμού που μιλούσε για την πολιτική, τη φυλή, την τάξη, την ανθρωπότητα, τη δικαιοσύνη και την αδικία, για την αγάπη και για τη θλίψη», λέει στο Μουσείο του Λονδίνου η Sistah Stella του Κινήματος Rastafari. «Αλλά ήταν η δεύτερη πλευρά με το dub που μου έδινε ένα εντελώς βαθύ και εσωτερικό, σχεδόν ηλεκτρικό κύμα ενδυνάμωσης. Είναι, ξέρεις, η μπασογραμμή, όπως χτυπάει πάνω σου διώχνει κάθε τι αρνητικό».

To dub αναπτύχθηκε ραγδαία τη δεκαετία του 70 στην Τζαμάικα, αλλά και στο Λονδίνο από την αφρο-καραϊβική μεταναστευτική κοινότητα. Η έκθεση Dub London: Bassline of the City στο Μουσείο του Λονδίνου περιλάμβανε ομοίωμα δισκοπωλείου ως χαρακτηριστικό χώρο συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης της κοινότητας: οι άνθρωποι δεν πήγαιναν εκεί απλά για να αγοράσουν δίσκους, αλλά για να συζητήσουν, να γνωριστούν, να μάθουν νέα από τη Τζαμάικα αλλά και τα νέα της γειτονιάς τους, λέει η επιμελήτρια Theresa Dhaliwal Davies στην εφημερίδα The Guardian. Έφταναν μετανάστες από την Καραϊβική, προσθέτει ο dub MC Papa Face, και πήγαιναν κατευθείαν από το αεροδρόμιο με τις βαλίτσες τους στο reggae και dub δισκοπωλείο που διατηρούσε τη δεκαετία του 80 στο Λονδίνο: «το δισκοπωλείο θα ήταν η πρώτη τους πραγματική εμπειρία από την Αγγλία – ήξεραν ότι θα έβρισκαν άκρη εκεί – ήταν σαν ένα καταφύγιο, σαν ένα δικό τους σπίτι».

Αυτή η μουσική ήταν επίσης συνδεδεμένη με το άνοιγμα χώρων για την αφρο-καραϊβική κοινότητα ενάντια στον κοινωνικό της αποκλεισμό, όπως στην περίπτωση των πάρτυ σε αυτοοργανωμένα clubs που στεγάζονταν προσωρινά σε σπίτια των μελών της και χρησιμοποιούσαν αυτοσχέδια ηχητικά συστήματα για να παίξουν τη μουσική της. Μια σχετική αναπαράσταση των πάρτυ ως μορφή αντίστασης υπάρχει στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς Small Axe του Steve McQueen με τίτλο Lovers Rock. «Ήταν μια DIY κουλτούρα», λέει o σκηνοθέτης στην εφημερίδα The Guardian, «και μέρος του λόγου για αυτό ήταν ότι οι μαύροι δεν ήταν τόσο ευπρόσδεκτοι στα clubs οπότε έπρεπε να δημιουργήσουν έναν δικό τους χώρο». Μαζί με τα reggae και lovers rock τραγούδια του επεισοδίου, ακούγεται και το κλασσικό Kunta Kinte Dub των The Revolutionaries από το 1976, κομμάτι που φέρει το όνομα του σκλάβου που αποτελεί τον κύριο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα Roots του Alex Haley.




To dub άσκησε επιρροή στην pop, το rock και το punk, ήταν καταλυτικό για την εξέλιξη όλου του φάσματος της χορευτικής ηλεκτρονικής μουσικής, όπως και της ambient και του trip hop, αποτελεί θεμέλιο του jungle και του drum & bass, και συνομιλεί με το hip hop. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς το σύγχρονο μουσικό τοπίο χωρίς το dub. Ταυτόχρονα, ωστόσο, πρόκειται για αμιγώς λαϊκή μουσική: πολιτισμικά υπήρξε και παραμένει έκφραση της αφρο-καραϊβικής διασποράς, μέρος του soundtrack της γιορτής της και των συμβολικών μορφών της αντίστασής της, και αποτελεί σύγχρονο ηχητικό σημείο αναφοράς μιας διεθνούς και σε μεγάλο βαθμό underground σκηνής.

Και από αυτήν την άποψη, οι μουσικές, αισθητικές και τεχνολογικές καινοτομίες του dub ναι μεν υπήρξαν επιδραστικές και υιοθετήθηκαν από άλλα είδη ή και δημιούργησαν νέα, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ πολιτικά ουδέτερες. Ως ηχητική αποδόμηση αλλά και ανασύνθεση της reggae, αναγωγή στον σκληρό της πυρήνα αλλά και ανάδειξη των βασικών της χαρακτηριστικών, το dub είναι επίτευγμα μηχανικών ήχου και παραγωγών όπως ο King Tubby και o Lee “Scratch” Perry, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το King Tubby Meets Rockers Uptown του Augustus Pablo από το 1976 και το Blackboard Jungle Dub των The Upsetters από το 1973. Αυτός ο καινοτόμος ήχος αποτελεί αντανάκλαση πάνω στην τραυματική ιστορία της Καραϊβικής, τη δουλεία και την αποικιοκρατία, ισχυρίζεται ο Joe Davidson: τα θραυσματικά ηχητικά τοπία του dub αναγκάζουν τον ακροατή να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά τους, να φανταστεί την ανασύνθεση του κόσμου.

Η τεχνική της αφαίρεσης ή απομόνωσης φωνητικών από την αρχική ηχογράφηση δεν είναι απλά καλλιτεχνική επιλογή, και το κενό που δημιουργείται, ή και υποβάλλεται από ηχητικά εφέ όπως το echo, δεν είναι ένα στουντιακό τρικ: πρόκειται για πολιτικές δηλώσεις, όπως επισημαίνουν οι Mad Collective Connection, για την ηχητική δημιουργία χώρων όπου μπορεί κανείς «να σκεφτεί, να νιώσει, και να αντισταθεί». Με άλλα λόγια, το dub είναι πρωτοπόρα, αυθεντική και κοινωνικά ριζωμένη πολιτισμική έκφραση και πρακτική που έρχεται από τα κάτω, σε αντίθεση με το μοντέλο μαζικής και εμπορευματοποιημένης διασκέδασης των mainstream DJ sets ηλεκτρονικής μουσικής.




Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)

29 July 2025

Η ηχώ του δικού μου Λονδίνου

Σε οποιονδήποτε τόπο μπορεί κανείς να νιώσει μουδιασμένος κι απροστάτευτος, και ακριβώς εκεί, ανάμεσα στις πληγές και την πίκρα, βρίσκεται ο κατάλληλος τόπος για να αναρωτηθεί τι είναι η αγάπη και αν τη χρειάζεται πραγματικά, πραγματικά όμως χρειάζεται να αναγνωρίσει πόσο μεγάλη ευλογία αλλά και μικρή κατάρα είναι να αποκτήσει έναν δεύτερο γενέθλιο τόπο, φυσικά τόπο του πόνου, όπως σε κάθε γέννα, αλλά και του φωτός – αυτό είναι το δικό μου Λονδίνο, τόπος του φωτός, κι αν αυτό το φως ήταν ήχος θα ακουγόταν έτσι, είμαι σίγουρος.



Πρωτοποριακές post-rock και post-metal κυκλοφορίες, πάντα και μόνο για ανοιχτές καρδιές – και ξέρετε τι παθαίνουν οι καρδιές όταν είναι ανοιχτές

21 July 2025

Η πληγή είναι το άλλο όνομα της αγάπης

Δεν είναι εύκολο, αλλά η μουσική μπορεί να είναι διαχρονικά συναρπαστική, τόσο θυμωμένη όσο και μελαγχολική, μπορεί να προστατεύσει την ειλικρίνειά της από τη δημοφιλία της, μπορεί να φωτίσει τις ατομικές μας χαρές αλλά και τις συντριβές, μπορεί να βγάλει τη γλώσσα της στην καταναλωτική ευδαιμονία, όχι μόνο τότε, την πλαστική δεκαετία του 90, αλλά και σήμερα που τα δόντια του νεοφιλελευθερισμού προβάλουν μέσα από το παγωμένο του χαμόγελο. Αυτό που είναι δύσκολο για τη μουσική είναι να μην πληγωθεί κάνοντας όλα αυτά, να μη γίνουν οι φίλοι της σκελετοί που παίζουν τον ρυθμό με τα κόκκαλά τους.

Οπότε, ναι, αγαπήσαμε πολύ τον ήχο των Soundgarden, και εκείνοι ανταποκρίθηκαν δίνοντάς μας τη μουσική μας ταυτότητα, τη μουσική ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς, πράγμα που συνοψίζεται νομίζω πολύ καλά στην εμβληματική φωτογραφία του Lance Mercer που μπορείτε να δείτε και στην αφίσα της σημερινής εκπομπής: ο  Chris Cornell έχει αφεθεί σε μια θάλασσα από χέρια, έχοντας κάνει stage diving στο φεστιβάλ Lollapalooza το 1992. Τον προηγούμενο χρόνο οι Soundgarden είχαν κυκλοφορήσει το Badmotorfinger, το τρίτο και καλύτερο μέχρι τότε album τους, και με αυτό θα ξεκινήσουμε σήμερα.



Η σκηνή του Seattle έβραζε υπόγεια αρκετά χρόνια πριν ξεσπάσει το 1991, τελειώνοντας την ελαφρότητα, την επιτήδευση και την απίστευτη μουσική ανία που κυριαρχούσε στην πλειοψηφία των mainstream αλλά και των εναλλακτικών ακουσμάτων της δεκαετίας του 80. Υπήρχαν φυσικά διαφορές στο εσωτερικό της σκηνής και μεταξύ των πιο δημοφιλών συγκροτημάτων της, όπως ήταν οι Nirvana, οι Pearl Jam, οι Soundgarden και οι Alice In Chains – όλοι μαζί, ωστόσο, κατάφεραν να επαναπροσδιορίσουν με πρωτότυπο και αυθεντικό τρόπο τη μορφή και το περιεχόμενο της rock μουσικής, πράγμα που μέχρι τότε φαινόταν ακατόρθωτο καθώς τα συγκροτήματα που προηγήθηκαν είχαν αποκτήσει μυθικό status, από τους Beatles μέχρι τους Black Sabbath και από τους Led Zeppelin μέχρι τους Stooges.

Κοινή μουσική καρδιά της σκηνής του Seattle ήταν ένας τιτάνιος και παραμορφωμένος κιθαριστικός ήχος: μέσα από ελάσσονες κλίμακες, πρωτότυπα ρυθμικά μοτίβα και δυναμικές αντιθέσεις ανάμεσα στην ένταση και τη μελωδία, τα συγκροτήματα αντανακλούσαν πάνω στην αλλοτρίωση, την περιθωριοποίηση και τα προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα των συμμέτοχων της σκηνής, μουσικών και κοινού μαζί. Και οι μουσικοί δεν ήταν ματαιόδοξα είδωλα σε mainstream ή εναλλακτικά βάθρα, αλλά έρχονταν από τα κάτω όπως εμείς και είχαν τρωτές αρρενωπότητες σαν τις δικές μας: τους συναισθανόμασταν αντί να τους θαυμάζουμε. Εδώ δεν υπήρχε η αυταρέσκεια της επιτυχίας και ο κυνισμός της διασκέδασης, ούτε η ευπώλητη πόζα κάποιου αυτοαποκαλούμενου νεωτερισμού.

Τo grunge, όπως επικράτησε να ονομάζεται αυτή η μουσική κουλτούρα, δεν έμοιαζε με το rock της εποχής του, αλλά ούτε και με το hard rock του παρελθόντος: ο ήχος τoυ ήταν πιο βαρύς και μελαγχολικός, τραχύς και σκοτεινός – αλλά δεν ήταν ούτε metal ούτε punk ακριβώς, παρότι αντλούσε και συνέθετε στοιχεία και των δύο. Με άλλα λόγια, ήταν ένας ήχος με διακριτή ταυτότητα και αναγνωρίσιμο ύφος που υπερέβαινε συμβατικούς διαχωρισμούς και κατηγοριοποιήσεις. Και, από αυτήν την άποψη, ήταν, μαζί με τη ραγδαία άνοδο του hip hop και την πολύπλευρη ανάπτυξη του metal, η σημαντικότερη μουσική εξέλιξη εκείνων των δεκαετιών, και όχι μόνο.

Τριάντα χρόνια αργότερα, το magnum opus των Soundgarden, το album Superunknown του 1994, είναι, μαζί με το αντίστοιχο album Dirt των Alice in Chains, ίσως η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της μουσικής κληρονομιάς της σκηνής. Τα ογκώδη riffs, οι καθοριστικές μελωδίες και η ρυθμικά ασυνήθιστη προσέγγιση του συγκροτήματος, η οδυνηρή και ταυτόχρονα ενδυναμωτική διαλεκτική της μουσικής και των στίχων του Chris Cornell, η καθηλωτική κι όμως ευάλωτη φωνή του, η αυτοσχεδιαστικά πρωτότυπη κιθάρα του Kim Thayil, η πέτρινη και την ίδια στιγμή ελαστική rhythm section των Ben Shepperd και Matt Cameron: όλα όσα έκαναν τον ήχο των Soundgarden να ξεχωρίσει φτάνουν με αυτό το album στο απόγειό τους, ενώ οι πρόβες και τα demos που περιλαμβάνει η επετειακή έκδοση παρέχουν πρόσβαση στον τρόπο με τον οποίο έφτασαν εκεί.




H αυθεντικότητα της σκηνής του Seattle θα δυσκολευτεί απέναντι στη μουσική βιομηχανία, καθώς τα συγκροτήματα δεν ήταν διατεθειμένα να συμμορφωθούν με το μάρκετινγκ του «εναλλακτικού» rock, ούτε ήταν προετοιμασμένα να διαχειριστούν τις συνέπειες της παγκόσμιας δημοφιλίας, δυστυχώς με τραγικά αποτελέσματα. Η πορεία των Nirvana θα σταματήσει πρόωρα με την αυτοκτονία του Κurt Cobain, και το ίδιο θα συμβεί με την κλασσική σύνθεση των Alice In Chains λόγω της απώλειας του Layne Staley, και αργότερα και του Mike Star, από υπερβολική δόση ναρκωτικών, ενώ τα μέλη που επιβίωσαν θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να ανακαλύψουν ένα νέο δρόμο. Μόνο οι Pearl Jam θα μπορέσουν να συνεχίσουν, αφού όμως πρώτα κάνουν γενναίες αντιεμπορικές κινήσεις για να μειώσουν συνειδητά τη δημοφιλία τους και να συρρικνώσουν την κλίμακα του κοινού τους.

Ούτε οι Soundgarden άντεξαν τη συνθήκη της «επιτυχίας»: διαλύθηκαν το 1997, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του ναι μεν σπουδαίου αλλά και αμφίθυμου ως προς τη μουσική του κατεύθυνση πέμπτου album τους Down on the Upside. Η διάλυσή τους ήταν «πράξη αυτοσυντήρησης», είχε πει ο Chris Cornell το 2005 στο Classic Rock, η οποία διατήρησε την καλλιτεχνική ακεραιότητα της μουσικής τους και προστάτεψε τους ίδιους από τη φθορά που έχει ένα συγκρότημα όταν καταλήγει να κάνει περιοδείες και ηχογραφήσεις χωρίς να είναι περήφανο για αυτές: πρόκειται για την πίεση που προκαλεί ο εξαντλητικός κύκλος εργασιών της μουσικής βιομηχανίας, δηλαδή η συνεχής διαδοχή εκτεταμένων περιοδειών και νέων κυκλοφοριών, όπως αναφέρει στην ίδια συνέντευξη ο Μat Cameron.

Με άλλα λόγια, οι Soundgarden «κατασπαράχθηκαν» από τη βιομηχανία της μουσικής, όπως ισχυρίζεται ο Μat Cameron στην εφημερίδα The Guardian. «Αυτό που μας ανάγκασε να διαλυθούμε, και όχι απλά να κάνουμε μια παύση», εξήγησε ο Chris Cornell στο Revolver, «ήταν ότι οι Soundgarden είχαν γίνει business, και αυτή η πλευρά άρχισε να μπορεί να μας υπαγορεύει τι θα κάνουμε και πού και πώς θα το κάνουμε, είτε θέλαμε και νιώθαμε άνετα με αυτό, είτε όχι». Η απόφασή τους να διαλυθούν διέσωσε το ακριβώς αντίθετο: την κοινότητα, το πνεύμα και την πρακτική του ανήκειν σε ένα συγκρότημα, αυτό που ο Chris Cornell αποκαλεί «συλλογικό όραμα» των Soundgarden. Αυτός είναι ο λόγος που δώδεκα χρόνια μετά τη διάλυσή του το συγκρότημα θα μπορέσει να επιστρέψει, και τρία χρόνια αργότερα να κυκλοφορήσει το King Animal, ένα από τα καλύτερα αλλά και λιγότερο προσιτά albums των Soundgarden, ορίζοντας τι σημαίνει τίμια επανένωση.




Οι πρώτες κυκλοφορίες των Soundgarden μπορεί να είναι λιγότερο γνωστές αλλά δεν είναι λιγότερο σημαντικές. Αν, για παράδειγμα, το Hunted Down, το θρυλικό πρώτο single του συγκροτήματος από το μακρινό 1987, είναι ενδεικτικό του αρχικού εναλλακτικού του ύφους, το Beyond the Wheel, με τα doom metal χαρακτηριστικά και τα καταλυτικά φωνητικά του Chris Cornell από το πρώτο album Ultramega OK του 1988, ήταν κομβικό όχι μόνο για τον ήχο των Soundgarden αλλά και για τον επαναπροσδιορισμό του σκληρού ήχου συνολικά. Σε όλες τις ηχογραφήσεις αυτής της περιόδου θα συναντήσουμε και τον πρώτο μπασίστα του συγκροτήματος Hiro Yamamoto, o οποίος αποχώρησε το 1989.

Οι Soundgarden ηχογράφησαν σημαντικές διασκευές ως φόρο τιμής σε ένα ευρύ φάσμα επιρροών και αγαπημένων τους τραγουδιών, ενδεικτικά από τον Howlin’ Wolf στους Black Sabbath. Για παράδειγμα, η διασκευή του Come Together των Beatles, b-side του single Hands All Over από το δεύτερο άλμπουμ Louder Than Love, είναι χαρακτηριστική όχι μόνο του τρόπου που το συγκρότημα αναφερόταν και εμπνεόταν από το παρελθόν, αλλά και του τρόπου που το επαναπροσέγγιζε και το ανανέωνε διαφέροντας από αυτό. Και όπως συμβαίνει με όλους τους σπουδαίους μουσικούς, δε μπορεί να γίνει αφιέρωμα στους Soundgarden χωρίς αναφορά στην επίδοση που είχαν επί σκηνής, με ενδεικτικό παράδειγμα εδώ το Slaves & Bulldozers, στο οποίο συνήθιζαν να αφήνουν τους εαυτούς τους ελεύθερους από μουσικές φόρμες και συμβάσεις.






Κι όμως, παρά τα όποια και όσα καταφέρνει, στο τέλος η μουσική είναι δύσκολο να μην πληγωθεί, με αποτέλεσμα να είναι αντίστοιχα δύσκολο να ακούει κανείς σήμερα κομμάτια όπως το Like Suicide, ιδιαίτερα με τη συγκινητική αμεσότητα που έχει η ηχογράφηση της πρόβας του. Στις 18 Μαΐου του 2017, μετά από μια συναυλία που έμελλε να γίνει το κύκνειο άσμα του συγκροτήματος χωρίς κανείς να το έχει φανταστεί, ο Chris Cornell αφαίρεσε τη ζωή του στα πενήντα δύο του χρόνια, έχοντας δώσει πολυετή μάχη με την κατάθλιψη και έχοντας μιλήσει με γενναιότητα για αυτήν δημόσια. «Ο καλύτερος τραγουδιστής που έχουμε στον πλανήτη», όπως τον είχε αποκαλέσει ο επιστήθιος φίλος του Eddie Vedder, παραμένει ως «φωνή της γενιάς μας και διαχρονικός καλλιτέχνης», όπως αναγράφεται στο μνήμα του. Και όταν η μουσική τελειώνει μένουμε μόνοι με την πληγή που είναι το άλλο όνομα της αγάπης, ή τουλάχιστον το άλλο όνομα της αγάπης μιας ολόκληρης γενιάς.



Η μουσική ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς, μέσα από singles, b-sides, demos, πρόβες και live ηχογραφήσεις, και μια φωνή που μας λείπει και θα μας λείπει πάντα (σήμα: Pelican – Sirius, φωτογραφία: Lance Mercer, 12.12.2019 @ enfo | radio)

15 July 2025

Επειδή η τέχνη δεν ανήκει στις αυθεντίες

 

Χρειάζονται δύο άνθρωποι. Δύο τουλάχιστον.
Ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει.
Αλλά τι σας λέω κι εσάς, σάμπως πεινάσατε ποτέ τόσο ώστε να μπείτε ολόκληροι μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο;

Ίσως αν καείτε,
να μάθετε.

Να σας μάθω για πείνα λοιπόν.
Ή για βουτιές σε σώματα ξένα,
από κείνες που γραπώνεσαι από φλέβες και όργανα,
να δεις τι έχουν να σου πουν
για το βράδυ που ξεκίνησε.
Και για φωτιές,
να κλείσετε λίγο περισσότερο τα μάτια σας.

Μάθημα πρώτο.
Μαζί τα μάθαμε.
Κι αν φάγαμε κάτι,
δεν ήταν τίποτ’ άλλο από τα μούτρα μας.
Κι αυτά θα συνεχίσουμε να τρώμε.
Μαθητευόμενοι μάγοι, αλλά όπως λέει κι ο σοφός
«αν δεν φαντάζεσαι φωτιές, με κάρβουνα μην παίζεις»
Κι από παιδί
φωτιές ονειρευόμουν.

Το παραπάνω απόσπασμα από το Αντάρτικο² του Δημήτρη Γκιούλου και του Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα ακούγεται, σε απαγγελία της Στέλλας Μαγγανά, στο As a Child, I Always Dreamed of Fire των Damirah, από το album Lights and Guns and Fire που κυκλοφόρησαν το 2017. «Η τέχνη», γράφουν οι Damirah στη σελίδα τους, «δεν είναι κομμάτι των ειδικών και των αυθεντιών. Είναι η προσπάθεια έκφρασης και μάχης, προσωπικής και συλλογικής, ενάντια στη δυστοπία που βιώνουμε».



«Χρειάζονται τουλάχιστον δύο άνθρωποι, ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει»: πρωτοποριακές και πολιτικοποιημένες post-rock και post-metal κυκλοφορίες, πάντα και μόνο για ανοιχτές καρδιές – και ξέρετε τι παθαίνουν οι καρδιές όταν είναι ανοιχτές

8 July 2025

Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα

Πώς πάνε τα πράγματα για τους από κάτω, δηλαδή για εμάς; Για όλους εμάς που ζούμε από τη δουλειά μας, δηλαδή πουλώντας την εργατική μας δύναμη, είτε χειρωνακτική είτε πνευματική είναι αυτή, στην αγορά εργασίας; Όχι καλά, λέει η Yola στο Diamond Studded Shoes και έχει δίκιο γιατί όλη αυτή η δήθεν θετική αλλά στην πραγματικότητα τοξική σκέψη – ξέρετε τώρα, όλα θα πάνε καλά, μην αγχώνεστε, μη μιζεριάζετε κ.λπ. – σημαίνει μη διαμαρτύρεστε και μην αντιστέκεστε.

Οπότε όχι, τα πράγματα δε θα πάνε καλά αν δεν αγωνιστούμε για να πάνε καλά, επιμένει η Yola σε αυτό το  κοινωνικά ενσυνείδητο κομμάτι υπέρ της ενότητας των εργαζομένων, από το album της Stand for Myself του 2021. Αυτή είναι, άλλωστε, η αιχμή της σύγχρονης alternative country / americana σκηνής: ο ήχος της εκφράζει οργανικά τα πολιτικά της επίδικα, υπερβαίνοντας τους φυλετικού τύπου διαχωρισμούς μεταξύ μουσικών ειδών. 



Γυναικείες αφηγήσεις, φεμινιστικές κριτικές και διαφυλετικές συνεργασίες στον σύγχρονο ήχο της alternative country / americana σκηνής – ή, αλλιώς, για να τελειώνουμε με τον μύθο περί συντηρητικής μουσικής από και για λευκούς άνδρες

3 July 2025

Το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλον

«Υπάρχουμε για να βοηθάμε ο ένας τον άλλον, τους αδελφούς μας, τις αδελφές μας, τους φίλους μας, τους εχθρούς μας – για να βοηθάμε, όχι να βλάπτουμε ο ένας τον άλλον. Και γι’ αυτό πρέπει να βοηθάμε και τους εαυτούς μας, ώστε να μπορούμε να βοηθήσουμε και τους άλλους […] Σας παρακαλώ να φροντίζετε τους εαυτούς σας κι αυτούς που αγαπάτε γιατί γι’ αυτό είμαστε εδώ, αυτό είναι  το μόνο που έχουμε και μπορούμε να πάρουμε μαζί μας».

Τέτοια πράγματα έλεγε στο κοινό, σε μια συναυλία του το 1987, ο Stevie Ray Vaughan – δεινός αυτοσχεδιαστής που αναδείχθηκε στη live σκηνή του Austin στο Texas, έγινε ο επιφανής κιθαρίστας της γενιάς του, και χάθηκε πολύ νέος, στα 35 του, όταν έπεσε το ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε. Ο χαρακτηριστικός ήχος της κιθάρας του, ωστόσο, συνεχίζει να ταξιδεύει στον χρόνο, συνδέοντας το παρελθόν και το μέλλον των blues.

Ενδεικτικά, το Texas Flood, από το ομώνυμο, πρώτο album του Stevie Ray Vaughan με τους Double Trouble το 1983, είναι διασκευή τραγουδιού του Larry Davis από το 1958. Kαι ερμηνεύτηκε, αντίστοιχα, από την κορυφαία σύγχρονη κιθαρίστρια Jackie Venson στο album της Live at Austin City Limits του 2020, με τη συμμετοχή της Tameca Jones στα φωνητικά.





Aπό τις ριζοσπαστικές ηχογραφήσεις της Ma Rainey και του Lead Belly στις εκρηκτικές κιθάρες του Freddie King, του Stevie Ray Vaughan και της Jackie Venson – μαζί, δυο λόγια για τις διακρίσεις κατά των ΛΟΑΤΚΙ ζευγαριών και τις πολιτικές εναντίον προσφύγων.