4 October 2025

Απέναντι σε κάθε εξουσία

 

Το hip hop δε γεννήθηκε τυχαία στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 70: ήταν η μουσική τέχνη των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων της αφρομερικανικής κοινότητας, η δική τους φωνή για τη δική τους εμπειρία και καθημερινότητα στην καρδιά της καπιταλιστικής μητρόπολης. Όπως όμως έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, για παράδειγμα στην περίπτωση των blues, η μουσική βιομηχανία απαλλοτρίωσε σε σημαντικό βαθμό την αυθεντική πολιτισμική έκφραση που πρέσβευε το hip hop, επιδιώκοντας να την παρουσιάσει ως ένα μουσικά εύπεπτο και πολιτικά αναιμικό εμπορικό προϊόν.

Λίγα συγκροτήματα έχουν κάνει τόσα πολλά για να ακούγεται η φωνή των από κάτω στο hip hop όσο οι Public Enemy – και λίγα κομμάτια είναι τόσο σημαντικά για τη μουσική ταυτότητα του συγκροτήματος, αλλά και συνολικά για τη hip hop κουλτούρα, όσο το Fight the Power. Κυκλοφόρησε το 1989 στο soundtrack της ταινίας Do the Right Thing του Spike Lee, ο οποίος θα σκηνοθετήσει και το video clip του τραγουδιού αίροντας συμβολικά τη διάκριση μεταξύ μουσικής συναυλίας και πολιτικής διαδήλωσης. 

Το Fight the Power παραμένει μέχρι σήμερα εμβληματικό, συνδυάζοντας την πρωτοποριακή παραγωγή των The Bomb Squad και τη δυναμική ενός μεγάλου φάσματος samples της αφροαμερικανικής μουσικής κουλτούρας, το solo του διακεκριμένου τόσο στην jazz όσο και στην κλασσική σαξοφωνίστα Branford Marsalis, και τη στιχουργική της εξέγερσης με αιχμή τις ριζοσπαστικές ρίμες του Chuck D. Το 1990 θα ακολουθήσει δεύτερη εκτέλεση στο album Fear of a Black Planet των Public Enemy, ενώ το 2020 το επετειακό και πολιτικά επικαιροποιημένο remix του Fight the Power θα υπογραμμίσει τη διαχρονική του σημασία ως τραγούδι πολιτικής διαμαρτυρίας.




Hip hop που δε μασάει τα λόγια του ενάντια στον ρατσισμό, την εκμετάλλευση και την αστυνομική βία (εικόνα: Shepard Fairey)

28 September 2025

Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει

Από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, δηλαδή από τα ακουστικά blues της υπαίθρου στα ηλεκτρικά blues της πόλης: δεν υπάρχει σημαντικότερο ταξίδι από αυτό για την εξέλιξη των blues, αλλά και της σύγχρονης μουσικής συνολικά, και θα μας βοηθήσουν να το κάνουμε ο Robert Petway, ο Muddy Waters και ο Jimi Hendrix.

Για τον Robert Petway δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τίποτα πέρα από το ήταν μουσικός των blues από το Δέλτα: μια φωτογραφία του υπάρχει μόνο και τα λίγα κομμάτια που ηχογράφησε εντός μιας ημέρας το 1941 και άλλης μιας το 1942. Πασίγνωστη, ωστόσο, είναι η επιρροή του έργου του μέχρι σήμερα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πολυδιασκευασμένο Catfish Blues.



Στο Catfish Blues θα βασιστεί ο Μuddy Waters όταν θα ηχογραφήσει στο Σικάγο το 1950 το Rollin’ Stone, κομμάτι του οποίου ο διαφορετικός, τραχύς και ηλεκτρικός ήχος θα ασκήσει καταλυτική επιρροή στην εξέλιξη των blues, αλλά και στη διαμόρφωση της rock μουσικής τη δεκαετία του 60 – ξέρετε άλλωστε ποιο συγκρότημα, αλλά και ποιο μουσικό περιοδικό, δανείστηκε το όνομά του από αυτό το κομμάτι.



Ο Muddy Waters, εργάτης γης στις φυτείες του Μισισιπί, φορτηγατζής στο Σικάγο, και εμβληματικός blues μουσικός, έκανε το ταξίδι από τον νότο στον βορρά μεταφέροντας, μαζί και με άλλους μουσικούς που μετανάστευσαν αντίστοιχα, τη συλλογική γνώση των blues. Συλλογική γιατί στο Δέλτα οι μουσικοί μάθαιναν ο ένας από τον άλλον, επηρέαζαν ο ένας τον άλλον, μοιράζονταν κοινούς μουσικούς κώδικες. Το ίδιο άλλωστε ίσχυε και για τον Robert Petway: στίχοι του  Catfish Blues, για παράδειγμα, υπήρχαν και σε κομμάτια της δεκαετίας του 20.

Σε αυτήν τη συλλογική τέχνη, τη μουσική της κοινότητας, βασίστηκαν και ταυτόχρονα προσέφεραν οι σημαντικοί της επίγονοι όπως ο Jimi Hendrix, θεμελιώνοντας παράλληλα τον ήχο της rock μουσικής. Ενδεικτικά, το album BBC Sessions των The Jimi Hendrix Experience κυκλοφόρησε το 1998 περιλαμβάνοντας ηχογραφήσεις του 1967, μεταξύ αυτών και το Catfish Blues, στο οποίο o Hendrix βασίζεται στην εκδοχή του Muddy Waters.

Και αντίστοιχα στην εκδοχή του Hendrix θα βασιστούν σύγχρονοι μουσικοί, από τον Gary Clark Jr., όπως έχουμε ακούσει σε προηγούμενη εκπομπή, μέχρι την πρωτοεμφανιζόμενη Evan Nicole Bell, όπως θα ακούσουμε σύντομα. Και το ταξίδι συνεχίζεται: από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, και από τη δεκαετία του 60 μέχρι τις δικές μας μέρες, τα blues είναι διαχρονικές ρίζες και νέα άνθη ταυτόχρονα.



Η αιώνια άνοιξη των blues: από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από την Aretha Franklin και τη Nina Simone στον John Lee Hooker και τον Jimi Hendrix – μαζί, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Blind Willie Johnson στα Τέμπη (φωτογραφία: Lawrence Shustak)

22 September 2025

Η μουσική, αντιφασιστική και ανυποχώρητη

Πώς ακούγεται η μουσική όταν γράφεται και παίζεται υπό ακραίες συνθήκες; Όταν ο ήχος της ταυτίζεται κυριολεκτικά με τη γραμμή που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, το κουράγιο από την απελπισία, την αξιοπρέπεια από τον τρόμο και τη φρίκη; Αυτή ακριβώς είναι η ιστορία της έβδομης συμφωνίας του Dmitri Shostakovich, γνωστής και ως συμφωνίας του Λένινγκραντ, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εφιαλτική πολιορκία αυτής της πόλης από τους Ναζί στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πόλεμου.

Ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ άρχισε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1941. Οι Ναζί νόμιζαν ότι η πόλη ήταν καταδικασμένη να παραδοθεί, καθώς θα έμενε χωρίς τρόφιμα και χωρίς θέρμανση κατά τη διάρκεια του ανελέητου ρωσικού χειμώνα. Η πόλη όμως όχι μόνο δεν παραδόθηκε, αλλά άντεξε επί δυόμισι χρόνια: 872 μέρες ενάντια στις αφόρητες συνθήκες που δημιούργησαν η πείνα, το κρύο και οι  βομβαρδισμοί – μέχρι τις 27 Ιανουαρίου του 1944, όταν ο Κόκκινος Στρατός έσπασε οριστικά τον αποκλεισμό και ανάγκασε τους Ναζί σε υποχώρηση.   

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια και πλέον καταστροφικές πολιορκίες στην ιστορία, με απώλειες που έχουν οδηγήσει ορισμένους ιστορικούς να την ορίσουν ως γενοκτονία λόγω της πρόκλησης λιμού και της στόχευσης του άμαχου πληθυσμού: ένα εκατομμύριο πολίτες πέθαναν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, το 1/3 του πληθυσμού της πόλης. Μια από τις πλέον συγκλονιστικές μαρτυρίες είναι εκείνη της Tanya Savicheva: το ημερολόγιό της είναι μια συνεχής καταγραφή θανάτων από πείνα, πρώτα της αδελφής της, μετά της γιαγιάς της, του αδελφού της, δύο θείων της, και τέλος της μητέρας της. Οι δύο τελευταίες καταχωρήσεις αναφέρουν: «Όλοι πέθαναν» και «Μόνο η Tanya μένει». Η ίδια, εξουθενωμένη και με κλονισμένη από τον υποσιτισμό υγεία, πέθανε από φυματίωση 6 μήνες μετά το τέλος της πολιορκίας. Ήταν 14 ετών και το ημερολόγιό της εντάχθηκε στη δικογραφία της Δίκης της Νυρεμβέργης.

Η έβδομη συμφωνία του Shostakovich γράφτηκε για αυτούς τους ανθρώπους και είναι αφιερωμένη σε αυτούς, στον λαό της πόλης. Ο συνθέτης άλλωστε κατοικούσε στο Λένινγκραντ και ήταν υπεύθυνος των σπουδών πιάνου στο Ωδείο της πόλης. Εκεί θα ξεκινήσει τη σύνθεση της συμφωνίας και θα τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος της πριν καταφέρει να διαφύγει μαζί με την οικογένεια του σε μια από τις προσπάθειες εκκένωσης. Η συμφωνία θα ολοκληρωθεί τον  Δεκέμβριο του 1941 και η πρεμιέρα της θα γίνει στη Μόσχα τον Μάρτιο του 1942. Θα παιχτεί επίσης στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο αντίστοιχα. Η κομβική, ωστόσο, πρεμιέρα του έργου θα γίνει στο ίδιο το Λένινγκραντ, υπό και ενάντια στις ακραίες συνθήκες της πολιορκίας.

Όπως γράφει ο Jason Caffrey στο BBC, όταν το καλοκαίρι του 1942 ο Karl Eliasberg, ο διευθυντής της Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας του Λένινγκραντ, προσπάθησε να συγκεντρώσει τους μουσικούς της, εμφανίστηκαν μόνο 15 – οι υπόλοιποι ήταν άρρωστοι ή νεκροί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη πρόβα της ορχήστρας κράτησε μόλις 15’ καθώς οι μουσικοί που μπόρεσαν να συγκεντρωθούν δεν άντεχαν να παίξουν περισσότερο. Αναζητήθηκαν ενισχύσεις από στρατευμένους με μουσικές γνώσεις, οι οποίοι πλαισίωσαν τις πρόβες ανάμεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι εξαντλημένοι αλλά ανυποχώρητοι μουσικοί αυτής της ορχήστρας θα καταφέρουν να φτάσουν σε μια θριαμβευτική πρεμιέρα της έβδομης συμφωνίας του Shostakovich στις 9 Αυγούστου του 1942, ημερομηνία που ο Χίτλερ σκόπευε να γιορτάσει την κατάληψη του Λένινγκραντ.

Η συναυλία μεταδόθηκε σε όλη την πόλη με μεγάφωνα, στέλνοντας μήνυμα αντίστασης στους Ναζί. Η Olga Kvade ήταν 18 χρονών όταν παρακολούθησε αυτήν τη συναυλία έχοντας βιώσει τον αποκλεισμό, την πείνα και τον θάνατο, όπως εκείνον του πατέρα της και του παππού της. «Από τη μια πλευρά», λέει η ενενηντάχρονη Olga στο BBC, «ήθελα να κλάψω, από την άλλη όμως υπήρχε μια αίσθηση περηφάνιας […] Είμασταν περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς, μας βομβάρδιζαν αλλά υπήρχε αυτό το συναίσθημα υπεροχής». Ο Karl Eliasberg, ο διευθυντής της ορχήστρας, έχει αντίστοιχα πει ότι «εκείνη τη στιγμή, θριαμβεύσαμε επί της ναζιστικής πολεμικής μηχανής που ήταν χωρίς ψυχή».

Θα ακούσουμε τον τρόπο που ο Shostakovich απέδωσε το ψυχικό σθένος των ανθρώπων που αντιστάθηκαν στους Ναζί, ξεκινώντας με το πρώτο μέρος της έβδομης συμφωνίας, το Allegretto, που περιλαμβάνει το περίφημο οστινάτο των 22 μέτρων: ένα μελωδικό και ρυθμικό θέμα που επαναλαμβάνεται, όπως κατά τρόπο αντίστοιχο συμβαίνει στο Bolero του Maurice Ravel, με τη διαφορά ότι σταδιακά μεταμορφώνεται όχι μόνο σε ένταση αλλά κυρίως υφολογικά. Εμφανίζεται ξαφνικά, λίγο πριν το έβδομο λεπτό, ως μια άμεση και παιγνιώδης μελωδία που θα μπορούσε να είναι το ανέμελο τραγούδι ενός παιδιού – μέτρο με το μέτρο, όμως, γίνεται πολύπλοκη, βαρύτερη και σκοτεινότερη λόγω της αύξησης της έντασης και της διαφοροποίησης της ενορχήστρωσης.

Το οστινάτο αναπτύσσεται μέσω 11 παραλλαγών και η σύνθεση καταλήγει να είναι ασφυκτική και κυριολεκτικά τρομακτική στο εκρηκτικό της κρεσέντο. Αυτό το μοτίβο, που συνήθως αποκαλείται «θέμα της εισβολής», περιστοιχίζεται από το θυελλώδες θέμα με το οποίο ο Shostakovich ανοίγει δυναμικά τη συμφωνία και επαναφέρει στο τέλος του πρώτου μέρους, αλλά και στο φινάλε του έργου, δηλώνοντας την ανυποχώρητη αντίσταση στον φασισμό – και στον φασισμό κάθε εποχής, δεδομένης της διαχρονικής δημοφιλίας της έβδομης συμφωνίας. Θα ακούσουμε μια από τις καλύτερες πρόσφατες ηχογραφήσεις, με τη Ρωσική Εθνική Ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Paavo Järvi σε μια ιδιαίτερα παθιασμένη εκτέλεση του 2014.  


Η μουσική, αντιφασιστική και ανυποχώρητη: η 7η συμφωνία του Dmitri Shostakovich που παίχτηκε από τους εξαντλημένους από την πείνα αλλα ακατάβλητους μουσικούς της Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας του Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια της εφιαλτικής πολιορκίας της πόλης από τους ναζί.

11 September 2025

Για κάθε εκατοστό χάριτος

«Εκείνη είπε ότι ο Θεός χρειάστηκε 272 χρόνια για να ελευθερώσει τους σκλάβους και δεν την πειράζει να περιμένει. Εγώ της λέω ότι το να μπορεί κανείς να περιμένει είναι προνόμιο, και τα χέρια του ρολογιού δεν είναι τα χέρια σου αλλά ένα σύστημα από χέρια που σε πνίγουν. Κάποιες φορές μπορεί να χαθείς στον ρυθμό της καταπίεσης, με τον τρόπο που τον χτυπούν μέσα σου, σκαλίζουν δέντρα στην πλάτη σου, σε οδηγούν στην ασφυξία, κάνουν φετίχ τη σάρκα σου, με τον τρόπο που σε αναγκάζουν να αγωνίζεσαι για κάθε εκατοστό χάριτος».

H ριζοσπαστική free jazz σκηνή περιλαμβάνει τη σύγχρονη jazz ποίηση, όπως στην περίπτωση των Irreversible Entanglements, συγκρότημα στο οποίο συμμετέχει η ποιήτρια Camae Ayewa, γνωστή και ως Moor Mother. Μετέφρασα παραπάνω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από την  απαγγελία της στο κομμάτι Chicago to Texas, από το πρώτο album των Irreversible Entanglements που κυκλοφόρησε το 2017 με τίτλο το όνομά τους.




Ριζοσπαστική free jazz, jazz poetry και afrobeat ενάντια στον ρατσισμό και την αποικιοκρατία, από τον Fela Kuti στους Sons of Kemet, και από τις ιστορικές ηχογραφήσεις του Archie Shepp και του Gil Scott Heron στον σύγχρονο ήχο της Matana Roberts και των Irreversible Entanglements (φωτογραφία: Leni Sinclair)

4 September 2025

Δεν έχει τέλος η έρημος που θα διασχίσω

 

Ο Jason Molina αγαπήθηκε πολύ για τη συναισθηματική αμεσότητα και την αυτοσχεδιαστική ποιότητα της μουσικής του, όπως και για τον χαρακτηριστικά δικό του, πρωτότυπο και ακατηγοριοποίητο συνδυασμό του rock, της folk αλλά και της country που δημιούργησε υπερβαίνοντας τα όριά τους. Αυτός ο χαρισματικός μουσικός «τραγουδούσε τα blues», επισημαίνει εύστοχα ο Stephen Thompson στο NPR, «όχι όμως ως μουσικό είδος αλλά ως ψυχική κατάσταση»: έγραφε τραγούδια απελπισίας για μάχες που δε μπορούν να κερδηθούν ενάντια σε δαίμονες που δεν είναι ορατοί, αλλά και τραγούδια για την επιβίωση και την προσπάθεια, η φωνή του εξέφραζε πόνο αλλά και εκπληκτική αντοχή στον πόνο, τραγουδούσε για τον δικό του αγώνα αλλά και για το πείσμα που αντιστέκεται στη θλίψη.

Ο Jason Molina δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τις εμπορικές στρατηγικές της μουσικής βιομηχανίας, ούτε προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει το ενδιαφέρον που προκαλούσε η μουσική του. Όχι απλώς δεν είχε καμία έπαρση και κανένα ναρκισσισμό που ενίοτε συνοδεύει ακόμα και εναλλακτικούς, σε εισαγωγικά πάντα, καλλιτέχνες, αλλά αμφισβητούσε ευθέως τον ρόλο του καλλιτέχνη και δε διαχώριζε τον εαυτό του από άλλους εργαζόμενους. «Αναρωτιέμαι», έλεγε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στο Chicago Reader το 2006, «γιατί δεν είμαι ο άνθρωπος που αδειάζει τους κάδους σκουπιδιών και είμαι ο άνθρωπος που κοιτάζει αυτόν που αδειάζει τους κάδους σκουπιδιών;»




H λατρεμένη μουσική, αλλά και η καλλιτεχνική ακεραιότητα, των Τhe Walkabouts και του Jason Molina με τους Songs: Ohia και τους Μagnolia Electric Co. – μαζί, η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα και η επίμονη επιστροφή του Γιώργου Σεφέρη (φωτογραφίες: Steve Gullick / Glitterhouse)

29 August 2025

Για την απώλεια αλλά και τη νοσταλγία

Το Me and Bobby McGee είναι ένας ύμνος στον ελεύθερο έρωτα, στον ανοιχτό ορίζοντα της περιπλάνησης στην αμερικανική ενδοχώρα και σε ένα ζευγάρι που τους αρκεί να είναι μαζί για να είναι ευτυχισμένοι – κι όμως, ταυτόχρονα, είναι ελεγεία για την απώλεια αλλά και τη νοσταλγία του έρωτα, γλυκόπικρο σχόλιο για το άδοξο τέλος μιας σχέσης και στοχασμός πάνω στο αν και ποιο νόημα έχει η ελευθερία όταν κανείς δεν έχει πια τίποτα να χάσει. Freedom’s just another word for nothin’ left to lose: αυτός ο κλασικός πλέον στίχος είναι εμπνευσμένος από το τραγικό τέλος της ταινίας La Strada του Frederico Felini, έλεγε ο Kris Kristofferson σε συνέντευξή του στο Performing Songwriter το 2015.

Το Me and Bobby McGee σημάδεψε την outlaw country, αλλά και τη folk και rock αντικουλτούρα συνολικά, όταν κυκλοφόρησε το 1970 στο πρώτο album του Kris Kristofferson με τίτλο το επώνυμό του. Είναι αναρίθμητες οι διασκευές του από κορυφαίους μουσικούς ανεξαρτήτως είδους μέχρι σήμερα, καμία όμως δεν είναι όσο εκπληκτική αλλά και εκρηκτική ήταν εκείνη της Janis Joplin στο album Pearl που κυκλοφόρησε το 1971, τρεις μήνες μετά τον θάνατό της – το single έφτασε στην κορυφή των πωλήσεων στις ΗΠΑ και 50 χρόνια αργότερα, το 2021, απέκτησε επετειακό video clip. O Kris Kristofferson έλεγε στην ίδια συνέντευξη ότι όταν άκουσε την ερμηνεία της Janis δε μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, και από τότε όταν τραγουδούσε το Me and Bobby McGee σκεφτόταν πάντα εκείνη.




Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)

25 August 2025

Χωρίς κανένα όριο μεταξύ τους

 

H λατρεμένη, και χρονολογικά πρώτη, ηχογράφηση του Mysterioso του Thelonious Monk βρίσκεται στο Sonny Rollins, Vol. 2, το album που δημιούργησε το 1957 μια κυριολεκτικά dream team μουσικών: Sonny Rollins στο σαξόφωνο, Art Βlakey στα ντραμς, Paul Chambers στο μπάσο, J. J. Johnson στο τρομπόνι, Horace Silver στο πιάνο – και ο ίδιος ο Thelonious, ο οποίος παίζει πιάνο στις δύο δικές του συνθέσεις.

Το Mysterioso επέλεξαν να ερμηνεύσουν και οι Kronos Quartet στο album που αφιέρωσαν στον καινοτόμο αυτόν μουσικό με τίτλο Monk Suite: Kronos Quartet Plays Music of Thelonious Monk το 1985. Δεν είναι συνηθισμένο και δεν είναι εύκολο – οι Kronos όμως, όπως έχουμε ξαναπεί, δεν είναι ένα συνηθισμένο κουαρτέτο αλλά ένα σχήμα που επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει κουαρτέτο κλασικής μουσικής στην εποχή μας.




Τζαζ και κλασική μουσική: μια σχέση απρόβλεπτη, υπέροχη, απαιτητική – αλλά κάπως έτσι δεν είναι οι μεγάλοι έρωτες; Κατά τα άλλα, καταλυτική εκφραστική δύναμη από τον Claude Debussy στον Kamasi Washington, από τον Thelonius Monk στους Kronos Quartet, και από το κοντσέρτο για πιάνο του Aaron Copland στην αντικαπιταλιστική Όπερα της Πεντάρας του Kurt Weill και του Bertolt Brecht με τη βοήθεια της Nina Simone, της Lotte Lenya και του Louis Armstrong (φωτογραφία: Mike Park)

19 August 2025

Η αιώνια άνοιξη των blues

Μια ανυποχώρητη διακήρυξη γυναικείας αυτονομίας, ενδυνάμωσης και αντίστασης: αυτό είναι το You Can’t Rule Me της πρωτοπόρου blues τραγουδίστριας, κιθαρίστριας και συνθέτριας Memphis Minnie. Η διαχρονική αυτή ηχογράφηση του 1937 διασταυρώνεται στην εποχή μας με την ερμηνεία της Lucinda Williams στο album της Good Souls, Better Angels του 2020. Στις συναυλίες της η Lucinda Williams έπαιζε το You Can’t Rule Me ως διαμαρτυρία ενάντια στην ανατροπή της ιστορικής δικαστικής απόφασης Roe v. Wade, η οποία είχε θεμελιώσει το δικαίωμα των γυναικών στην έκτρωση. 




H γυναικεία ενδυνάμωση από τις πρωτοπόρες ηχογραφήσεις της Memphis Minnie και της Ida Cox στις νεότερες ερμηνείες της Barbara Dane και της Lucinda Williams, η πολιτικοποιημένη μουσική των Brownie McGhee και Sonny Terry, οι εκρηκτικές κιθάρες του Elmore James και του Freddie King, και το ταξίδι του Blind Willie Johnson από τη δεκαετία του 20 στο soundtrack της ταινίας Paris, Texas (φωτογραφία: Donaldson Collection)

15 August 2025

Το μινόρε του Δεκαπενταύγουστου

Κι όμως, δεν πηγαίνουν όλοι οι άνθρωποι διακοπές – δε φτάνουν σε όλους μας τα χρήματα, ή χρειάζεται να εργαστούμε ακόμα και τον Αύγουστο, ή δεν έχουμε αρκετά καλή σωματική ή ψυχική υγεία, ή έχουμε την ευθύνη άρρωστων, ηλικιωμένων, ευάλωτων ανθρώπων και δεν τους εγκαταλείπουμε. Έχουμε όμως αυτήν την πόλη, την Αθήνα εννοώ, που την αγαπάμε παρότι κάνει ό,τι μπορεί για να μας δυσκολέψει και μας το ανταποδίδει με τους ανθρώπινους ρυθμούς της τον Δεκαπενταύγουστο: περπατάμε στη μέση των άδειων δρόμων της, βρίσκουμε σκιά στις πυλωτές της και ησυχία στις πλατείες της, και ένας αστικός μύθος λέει ότι τις νύχτες κανείς δε μένει αδιάφορος μπροστά στα φώτα της όταν τα κοιτάζει από τις κορυφές των λόφων της.

Τίποτα δεν είναι εύκολο και όλα αξίζουν μια μέρα σαν αυτή – μια καλοκαιρινή μέρα.



Για την τρυφερότητα της άδειας πόλης τον Αύγουστο, για τα χρήματα που δε φτάνουν και τις ζωές που περισσεύουν, για το καλοκαίρι των από κάτω (φωτογραφία: Paul McDonough)

7 August 2025

Ένα σχεδόν ηλεκτρικό κύμα ενδυνάμωσης

 

Τo dub είναι οργανικό μέρος της αφρο-καραϊβικής μουσικής κουλτούρας και ως τέτοιο αρχικά συμβάδισε με τη reggae – ήταν, θα μπορούσαμε να πούμε, η άλλη της πλευρά, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Οι dub εκδοχές reggae κομματιών εμφανίστηκαν ως b-sides σε singles, και είχαν τη μορφή ατμοσφαιρικών remixes με ενισχυμένο τον ήχο των ντραμς και του μπάσου, αφαίρεση ή και απομόνωση φωνητικών, και προσθήκη ηχητικών εφέ όπως echo και reverb. «Η πρώτη πλευρά ενός δίσκου θα με αφύπνιζε μέσω κοινωνικού σχολιασμού που μιλούσε για την πολιτική, τη φυλή, την τάξη, την ανθρωπότητα, τη δικαιοσύνη και την αδικία, για την αγάπη και για τη θλίψη», λέει στο Μουσείο του Λονδίνου η Sistah Stella του Κινήματος Rastafari. «Αλλά ήταν η δεύτερη πλευρά με το dub που μου έδινε ένα εντελώς βαθύ και εσωτερικό, σχεδόν ηλεκτρικό κύμα ενδυνάμωσης. Είναι, ξέρεις, η μπασογραμμή, όπως χτυπάει πάνω σου διώχνει κάθε τι αρνητικό».

To dub αναπτύχθηκε ραγδαία τη δεκαετία του 70 στην Τζαμάικα, αλλά και στο Λονδίνο από την αφρο-καραϊβική μεταναστευτική κοινότητα. Η έκθεση Dub London: Bassline of the City στο Μουσείο του Λονδίνου περιλάμβανε ομοίωμα δισκοπωλείου ως χαρακτηριστικό χώρο συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης της κοινότητας: οι άνθρωποι δεν πήγαιναν εκεί απλά για να αγοράσουν δίσκους, αλλά για να συζητήσουν, να γνωριστούν, να μάθουν νέα από τη Τζαμάικα αλλά και τα νέα της γειτονιάς τους, λέει η επιμελήτρια Theresa Dhaliwal Davies στην εφημερίδα The Guardian. Έφταναν μετανάστες από την Καραϊβική, προσθέτει ο dub MC Papa Face, και πήγαιναν κατευθείαν από το αεροδρόμιο με τις βαλίτσες τους στο reggae και dub δισκοπωλείο που διατηρούσε τη δεκαετία του 80 στο Λονδίνο: «το δισκοπωλείο θα ήταν η πρώτη τους πραγματική εμπειρία από την Αγγλία – ήξεραν ότι θα έβρισκαν άκρη εκεί – ήταν σαν ένα καταφύγιο, σαν ένα δικό τους σπίτι».

Αυτή η μουσική ήταν επίσης συνδεδεμένη με το άνοιγμα χώρων για την αφρο-καραϊβική κοινότητα ενάντια στον κοινωνικό της αποκλεισμό, όπως στην περίπτωση των πάρτυ σε αυτοοργανωμένα clubs που στεγάζονταν προσωρινά σε σπίτια των μελών της και χρησιμοποιούσαν αυτοσχέδια ηχητικά συστήματα για να παίξουν τη μουσική της. Μια σχετική αναπαράσταση των πάρτυ ως μορφή αντίστασης υπάρχει στο δεύτερο επεισόδιο της σειράς Small Axe του Steve McQueen με τίτλο Lovers Rock. «Ήταν μια DIY κουλτούρα», λέει o σκηνοθέτης στην εφημερίδα The Guardian, «και μέρος του λόγου για αυτό ήταν ότι οι μαύροι δεν ήταν τόσο ευπρόσδεκτοι στα clubs οπότε έπρεπε να δημιουργήσουν έναν δικό τους χώρο». Μαζί με τα reggae και lovers rock τραγούδια του επεισοδίου, ακούγεται και το κλασσικό Kunta Kinte Dub των The Revolutionaries από το 1976, κομμάτι που φέρει το όνομα του σκλάβου που αποτελεί τον κύριο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα Roots του Alex Haley.




To dub άσκησε επιρροή στην pop, το rock και το punk, ήταν καταλυτικό για την εξέλιξη όλου του φάσματος της χορευτικής ηλεκτρονικής μουσικής, όπως και της ambient και του trip hop, αποτελεί θεμέλιο του jungle και του drum & bass, και συνομιλεί με το hip hop. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς το σύγχρονο μουσικό τοπίο χωρίς το dub. Ταυτόχρονα, ωστόσο, πρόκειται για αμιγώς λαϊκή μουσική: πολιτισμικά υπήρξε και παραμένει έκφραση της αφρο-καραϊβικής διασποράς, μέρος του soundtrack της γιορτής της και των συμβολικών μορφών της αντίστασής της, και αποτελεί σύγχρονο ηχητικό σημείο αναφοράς μιας διεθνούς και σε μεγάλο βαθμό underground σκηνής.

Και από αυτήν την άποψη, οι μουσικές, αισθητικές και τεχνολογικές καινοτομίες του dub ναι μεν υπήρξαν επιδραστικές και υιοθετήθηκαν από άλλα είδη ή και δημιούργησαν νέα, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ πολιτικά ουδέτερες. Ως ηχητική αποδόμηση αλλά και ανασύνθεση της reggae, αναγωγή στον σκληρό της πυρήνα αλλά και ανάδειξη των βασικών της χαρακτηριστικών, το dub είναι επίτευγμα μηχανικών ήχου και παραγωγών όπως ο King Tubby και o Lee “Scratch” Perry, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το King Tubby Meets Rockers Uptown του Augustus Pablo από το 1976 και το Blackboard Jungle Dub των The Upsetters από το 1973. Αυτός ο καινοτόμος ήχος αποτελεί αντανάκλαση πάνω στην τραυματική ιστορία της Καραϊβικής, τη δουλεία και την αποικιοκρατία, ισχυρίζεται ο Joe Davidson: τα θραυσματικά ηχητικά τοπία του dub αναγκάζουν τον ακροατή να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά τους, να φανταστεί την ανασύνθεση του κόσμου.

Η τεχνική της αφαίρεσης ή απομόνωσης φωνητικών από την αρχική ηχογράφηση δεν είναι απλά καλλιτεχνική επιλογή, και το κενό που δημιουργείται, ή και υποβάλλεται από ηχητικά εφέ όπως το echo, δεν είναι ένα στουντιακό τρικ: πρόκειται για πολιτικές δηλώσεις, όπως επισημαίνουν οι Mad Collective Connection, για την ηχητική δημιουργία χώρων όπου μπορεί κανείς «να σκεφτεί, να νιώσει, και να αντισταθεί». Με άλλα λόγια, το dub είναι πρωτοπόρα, αυθεντική και κοινωνικά ριζωμένη πολιτισμική έκφραση και πρακτική που έρχεται από τα κάτω, σε αντίθεση με το μοντέλο μαζικής και εμπορευματοποιημένης διασκέδασης των mainstream DJ sets ηλεκτρονικής μουσικής.




Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)