18 May 2026

Τώρα η καρδιά μου είναι ελεύθερη

 

Η πολυπρισματική σύγχρονη jazz  fusion του Kamasi Washington συναντάει το hip hop στο κομμάτι Asha The First, από το Fearless Movement, το πέμπτο και ίσως καλύτερό του album. Συνοδοιπόροι του εδώ είναι οι δίδυμοι rappers Taj και Ras Austin των Coast Contra και ο μπασίστας, τραγουδιστής και παραγωγός Stephen “Thundercat” Bruner, η μουσική πορεία του οποίου εκτείνεται από το crossover thrash των Suicidal Tendencies ως τη soul της Erikah Badu και το hip hop του Kendrick Lamar.

Παράλληλα, το Asha The First είναι σημείο συνάντησης της μουσικής καινοτομίας με το γέλιο ενός παιδιού: το κεντρικό μουσικό θέμα προέρχεται από μια μελωδία που έπαιζε στο πιάνο η Αsha, η τετράχρονη κόρη του Kamasi Washington, η οποία διακρίνεται να τρέχει γελώντας στο εξώφυλλο του album. Η αντίθεση με τη στατική εικόνα του πατέρα της, που θυμίζει σαμάνο όπως στα εξώφυλλα των προηγούμενων albums του, είναι συμβολική των αλλαγών που έχει φέρει στη ζωή του η Asha. Όπως λέει ο ίδιος στους The New York Times, «το οπτικό αποτέλεσμα αποδίδει τέλεια την ενέργειά της».

Το Asha The First είναι ένα προσωπικό κομμάτι για τον Kamasi Washington και, ταυτόχρονα, οι στίχοι του έχουν κοινωνικά ενσυνείδητο χαρακτήρα, μεταξύ άλλων για τη γονεϊκότητα. Με άλλα λόγια, το προσωπικό είναι πάντα πολιτικό, και εδώ αφορά και τη δημιουργία μουσικής πέρα από στερεότυπα, με τη βοήθεια της Asha. Όπως εξηγεί ο Kamasi Washington στο Paste, «όλα όσα κάνουν [τα παιδιά] είναι νέα, κάθε εμπειρία είναι μια νέα εμπειρία. Και καθώς μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε […] τι είναι ασφαλές. Αλλά αυτή η παιδική μουσική ενέργεια είναι ισχυρή, αυτή η ελευθερία που αποπνέουν τα παιδιά. Από αυτήν την άποψη μαθαίνω από εκείνη. Δεν φοβάται να πει οτιδήποτε. Θα δοκιμάσει οτιδήποτε, οπότε θα παίξει οτιδήποτε στο πιάνο. Τίποτα δεν είναι λάθος για εκείνη. Είναι απλά διαφορετικές εκδοχές του σωστού». 



Από τις εκπληκτικές πρώτες κυκλοφορίες της Amy Gadiaga, της Sarah Hanahan και της Nicky Kokkoli στον θεμελιώδη σύγχρονο ήχο του Kamasi Washington, της Lakecia Benjamin και του Immanuel Wilkins, και από την συνεργασία της Esperanza Spalding με τον latin jazz θρύλο Milton Nascimento στην σύμπραξη του Wynton Marsalis με την Jazz At Lincoln Center Orchestra – μαζί, jazz και πολιτική από το παρελθόν στο παρόν, από τη μία άκρη του Ατλαντικού στην άλλη, από τη ρατσιστική βία στις γυναικοκτονίες (φωτογραφία: Elizabeth Leitzell)



8 May 2026

Ενάντια στα δικά τους προνόμια

Τόσο ο Jason Isbell όσο και ο Tyler Childers έχουν εκφράσει αντιρατσιστικές θέσεις στο πλαίσιο της σύγχρονης alternative country / americana σκηνής, εστιάζοντας την κριτική τους στο λευκό προνόμιο: την πλεονεκτική θέση που βρίσκονται οι λευκοί, η οποία προσδιορίζεται δομικά και ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύει καθένας πολιτικά. Είμαι ένας λευκός που ζει σε έναν κόσμο λευκών, τραγουδάει ο Jason Isbell, αναφερόμενος στην ιστορία της εξόντωσης των ιθαγενών, στο παρελθόν της δουλείας αλλά και στο παρόν του ρατσισμού, στο White Man’s World – ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια των Jason Isbell and the 400 Unit, από το album The Nashville Sound  που κυκλοφόρησε το 2017.




Το Long Violent History, από το ομώνυμο album που κυκλοφόρησε το 2020 ο Tyler Childers, είναι ένα κομμάτι πολιτικής διαμαρτυρίας ενάντια στις δολοφονίες αφροαμερικανών και αφροαμερικανίδων από την αστυνομία, και, ταυτόχρονα, ένα κάλεσμα αλληλεγγύης με το κίνημα Black Lives Matter. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πολιτική πράξη απεύθυνσης στις εργατικές κοινότητες από τις οποίες προέρχεται ο Tyler Childers, με την παρότρυνση να αναγνωρίσουν το λευκό τους προνόμιο, να αναλογιστούν τι θα έκαναν αν είχαν στοχοποιηθεί από την αστυνομία και να υποστηρίξουν την ήδη στοχοποιημένη αφροαμερικανική κοινότητα.



Φωτεινές καρδιές και κοφτερές λέξεις: ιστορίες για την αγάπη και την απώλεια, και η ανάδειξη του φεμινισμού και του αντιρατσισμού στη σύγχρονη alternative country μέσα από νέες, και όχι μόνο, κυκλοφορίες της Amanda Shires, του Jason Isbell, της Margo Price και του Tyler Childers.

30 April 2026

Μακριά από τη σκιά των συζύγων τους

 

Η Christina Pluhar και το μουσικό της σύνολο L’Arpeggiata αναδεικνύουν το έργο των συνθετριών του 17ου αιώνα στο album Wonder Women, εξερευνώντας, παράλληλα, τα εμπόδια στον δρόμο των γυναικών καλλιτεχνών, «πολλά από τα οποία δεν περιορίζονται στον 17ο αιώνα αλλά ισχύουν και σήμερα», όπως λέει η ίδια σε συνέντευξή της στο Gramophone. To album περιλαμβάνει επίσης παραδοσιακά τραγούδια, όπως το μεξικάνικο La Bruja που ερμηνεύει η Luciana Mancini. Ο τίτλος του κυριολεκτικά σημαίνει μάγισσα, αλλά το κομμάτι δεν έχει σχέση με μαγικές δυνάμεις: όπως εξηγεί η Christina Pluhar στο Presto Music, με αυτή τη λέξη αποκαλούσαν οι άνδρες της προηγούμενης γενιάς στο Μεξικό τις γυναίκες που δεν συμμορφώνονταν με τους παραδοσιακούς κοινωνικούς ρόλους, εκείνες που «προσπαθούσαν να είναι ελεύθερες και ανεξάρτητες και δεν ήθελαν να βρίσκονται στη σκιά των συζύγων τους».  



Από το φεμινιστικό punk των Frenzee στην εναλλακτική country της Gillan Welch, και από τη μάχη της Taylor Swift με τη μουσική βιομηχανία στην 40η επέτειο του Βorn In The USA του Bruce Springsteen – επειδή στο ραδιόφωνο που αγαπάμε οι «νέες» κυκλοφορίες είναι παλιές, οι «παλιές» νέες, και η αγάπη για τη μουσική παντοτινή.

22 April 2026

Aυτό δεν είναι μέρος για μένα

 

Tα blues είναι βασική πολιτισμική αναφορά στη δημόσια συζήτηση της Toni Morrison με τον Cornel West, η οποία διοργανώθηκε από το περιοδικό The Nation το 1993. Στο πλαίσιο της σύνδεσης μουσικής και πολιτικής, ο Cornel West χρησιμοποίησε τον όρο blues sensibility, προσδιορίζοντας μια αντίληψη του κοινωνικού περιβάλλοντος που αναγνωρίζει με παρρησία τις οδυνηρές του αντιξοότητες, αλλά και έναν φορέα της πνευματικής ισχύος και αντοχής που χρειάζεται η αντιμετώπιση αυτών των αντιξοοτήτων, όπως δείχνει η ιστορία της αντίστασης της αφροαμερικανικής κοινότητας στις ρατσιστικές διακρίσεις. Η βραβευμένη με Νόμπελ συγγραφέας ανταποκρίθηκε σε αυτήν την αντίληψη με μια από τις πιο οξυδερκείς παρατηρήσεις που έχουν γίνει για τα blues. 

Σε αυτά τα τραγούδια, υποστήριξε η Toni Morrison, υπάρχει απώλεια και οδύνη, αλλά κατά ένα μέρος μόνο. Τα blues δεν είναι το ισοδύναμο του κλάματος, και ακόμα κι όταν οι στίχοι μοιάζουν με ικεσία, η μουσική αντιβαίνει κάθε συναίσθημα οριστικής ήττας και θυματοποίησης. Θα μπορούσαμε ίσως να θεωρήσουμε το I Woke Up This Morning του Lightnin’ Hopkins, από το album Down Home Blues του 1964, ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ξύπνησα σήμερα το πρωί στη φυλακή, λένε οι στίχοι του, και όλοι μου οι φίλοι μού γύρισαν την πλάτη – κύριε δεσμοφύλακα, φέρε μου σε παρακαλώ το κλειδί, αυτό το μέρος δεν είναι για μένα. Δεν έχω να σου φέρω κανένα κλειδί, απαντάει ο δεσμοφύλακας – αυτό το μέρος μπορεί να μην είναι για σένα, αλλά είναι το μέρος που θα μείνεις.

Ωστόσο, αυτή η έκφραση αδιεξόδου, εγκλωβισμού και εγκατάλειψης δεν είναι απόλυτη: την αντιβαίνει η ένταση της μουσικής αυτού του εμβληματικού εκπροσώπου των blues του Τέξας, ο δυναμικός ήχος της κιθάρας του, τραχύς αλλά και δεξιοτεχνικός μαζί, και η χαρακτηριστικά ελεύθερη και αυτοσχεδιαστική του ερμηνεία. Με άλλα λόγια, εδώ το υποκείμενο σηματοδοτείται ως ενεργό ακόμα και τη δυσκολότερή του ώρα – δε μπορεί φυσικά να αλλάξει την κατάσταση που βρίσκεται, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα συναινέσει ή θα σιωπήσει. Το κομμάτι, άλλωστε, κλείνει αντιστρέφοντας τη φράση του δεσμοφύλακα: η φυλακή, επιμένει ο Lightnin’, μπορεί να είναι το μέρος που θα μείνω, αλλά δεν είναι μέρος για μένα.



Η καρδιά της μουσικής που ανθίζει και καίγεται, από το Δέλτα του Μισισιπί και το Σικάγο μέχρι τη σύγχρονη σκηνή (φωτογραφία: Axel Kustner)

15 April 2026

Αντίο, είπε η αλεπού

 

Ένας τρόπος υπάρχει για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας, και αυτός φυσικά είναι η αλεπού. Όταν, στο ομώνυμο βιβλίο του Antoine de Saint-Exupéry, ο Μικρός Πρίγκηπας γνωρίζει την αλεπού, τής ζητάει να παίξουν μαζί γιατί είναι πολύ λυπημένος. Δε μπορώ, απαντάει εκείνη, δεν είμαι εξημερωμένη. Και όταν τη ρωτάει τι θα πει αυτό, η αλεπού απαντάει ότι σημαίνει να δημιουργείς σχέσεις: για μένα, του εξηγεί, δεν είσαι παρά ένα μικρό αγόρι, ίδιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγόρια, και για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Αλλά αν με εξημερώσεις, θα γίνεις μοναδικός για μένα στον κόσμο, και εγώ, αντίστοιχα, μοναδική για σένα.

Σε αυτό το σημείο, ο Μικρός Πρίγκηπας θα καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει τόσο σημαντικό το τριαντάφυλλο που έχει στον πλανήτη  του. Τα άλλα τριαντάφυλλα μπορεί να είναι εξίσου όμορφα αλλά δεν έχουν κανένα νόημα γιατί κανένας δεν τα έχει εξημερώσει, ούτε αυτά έχουν εξημερώσει κανέναν. Μπορεί να φαίνονται ίδια με το δικό του τριαντάφυλλο, εκείνο όμως είναι σημαντικό γιατί είναι αυτό που πότισε, αυτό που φρόντισε, αυτό που  προστάτεψε από τον άνεμο.

Αυτό είναι όλο – όποιος κι αν είναι ο πλανήτης μας, όπου κι αν είναι το σπίτι μας, είτε βρισκόμαστε σε μακρινές χώρες είτε σε διπλανές γειτονιές, το ίδιο χρειάζεται να εξημερώνουμε και να εξημερωνόμαστε. Όπως, άλλωστε, λέει η αλεπού όταν αποχαιρετάει τον Μικρό Πρίγκηπα, μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.



Αντίο, είπε η αλεπού – και να ποιο είναι το μυστικό που σου έλεγα: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.

7 April 2026

Διαχρονικό δελτίο θυέλλης

Σχεδόν ενάμισι αιώνα μετά τη δημιουργία του, το κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Pyotr Ilyich Tchaikovsky εξακολουθεί να αποτελεί μια ακραία τεχνική πρόκληση για τους βιολιστές. Ταυτόχρονα, παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλές με το κοινό λόγω των συναρπαστικών μελωδιών που έγραψε ο Tchaikovsky τόσο για το βιολί όσο και για την ορχήστρα. Παρόλα αυτά, το έργο είχε τύχει ιδιαίτερα αρνητικής υποδοχής στην πρεμιέρα του το 1881. 

Είναι ενδεικτικό ότι ο Eduard Hanslick, επιφανής κριτικός της εποχής, το είχε χαρακτηρίσει χυδαίο: «το βιολί», έγραφε, «δεν παίζεται πλέον, τραβιέται, σκίζεται, χτυπιέται από το δοξάρι». Κι όμως, αυτά ακριβώς τα στοιχεία, η θυελλώδης εκφραστική δύναμη και η θορυβώδης διαφορετικότητα αυτού του κοντσέρτου έναντι της εποχής του, είναι οι λόγοι που παραμένει επίκαιρο και σημαντικό μέχρι σήμερα – θα μπορούσε να είναι, τηρουμένων των αναλογιών, το metal της εποχής του.

Θα ακούσουμε το πρώτο μέρος από τη σύγχρονη εκτέλεση που ηχογράφησε το 2016 η βιολίστρια Lisa Batiashvili με την Staatskapelle Berlin, την ιστορική ορχήστρα της Κρατικής Όπεραs του Βερολίνου, σε διεύθυνση του Daniel Barenboim. Είναι συνηθισμένο απέναντι σε απαιτητικά έργα να δίνεται έμφαση στη δεξιοτεχνία, η οποία είναι φυσικά και εδώ πανταχού παρούσα – ωστόσο η Batiashvili την υπερβαίνει και γίνεται ιδιαίτερα εκφραστική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την cadenza. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι μια δεξιοτεχνική ερμηνεία μεν, η οποία αναδεικνύει το συναισθηματικό περιεχόμενο του κοντσέρτου δε – και τέτοιες ερμηνείες είναι κάθε άλλο παρά συνηθισμένες.  



Γιατί οι συνθέσεις για μπαλέτο του Tchaikovsky και του Prokofiev παραμένουν συναρπαστικές μέχρι σήμερα; Ήταν το θυελλώδες κοντσέρτο για βιολί του Tchaikovsky το metal της εποχής του; Και γιατί όποιος ακούει τη δεύτερη συμφωνία του Rachmaninoff δε μπορεί ποτέ να τη βγάλει από μέσα του; (εικόνες: Amourette Illustration)

31 March 2026

Η πρωτεύουσα της αθωότητας

 

Είναι δυνατόν να επιβιώσουμε ζώντας αθώα; Και, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αυτό δυνατόν για έναν μουσικό ή ένα συγκρότημα, χωρίς managers, χωρίς video clips και top-ten hits; Το αρχετυπικό ήθος και η μουσική αρτιότητα των Wipers έθεσε τους όρους ως προς αυτό το ερώτημα – παραμένοντας πάντα τίμιοι, συνεπείς και φυσικά underground, η πορεία τους δεν είχε καμία σχέση με συμβάσεις, ούτε καν με τις συμβάσεις του punk, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Με άλλα λόγια, ίσως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιρροής που άσκησαν σε όλο το φάσμα του εναλλακτικού ήχου: για τους Wipers, η μουσική δεν ήταν ποτέ μόδα και πόζα, έπαρση ή επιτήδευση.

Και, από αυτήν την άποψη, είναι χαρακτηριστική η στάση του Greg Sage όταν, σε μια από τις ελάχιστες, κυριολεκτικά μετρημένες στα δάχτυλα, συνεντεύξεις του, τον Ιούνιο του 2000 στο In Music We Trust, τον ρωτούν τι βλέπει κοιτάζοντας πίσω στην ιστορία των Wipers. «Έκανα απλά αυτό που έκανα», απαντάει εκείνος. «Δεν το αντιμετωπίζω σαν κάτι ιερό, ούτε το κρεμάω στον τοίχο σαν τρόπαιο. Νομίζω ότι περισσότερο απ’ όλα, η ιδέα των Wipers ήταν πάντα όπως ξεκίνησε, να είναι κάτι διαφορετικό και κάτι αληθινό».



Απλά και ξεκάθαρα, οι Wipers και η ακεραιότητα της punk μουσικής, χωρίς managers, video clips και top-ten hits (εικόνα: Mark Helm)

24 March 2026

Τα όρια που δεν υπήρχαν

Από τα blues στην jazz, από τα gospel στη soul, από το funk στο hip hop – αγαπάμε αυτήν τη μουσική πέρα από συμβατικούς διαχωρισμούς μεταξύ ειδών που στην πραγματικότητα είναι αυθαίρετες κατηγοριοποιήσεις της μουσικής βιομηχανίας, αυτό που στη γλώσσα της ονομάζεται διαφοροποίηση προϊόντων. Το ακριβώς αντίθετο έχει σημασία: οι κοινές ρίζες,  οι παράλληλες πορείες και οι οργανικοί συνδυασμοί που χαρακτηρίζουν, ενδυναμώνουν και καθιστούν καινοτόμο και πρωτοπόρα τη μαύρη μουσική.

Στην αρχή ενός τέτοιου μουσικού νήματος θα (ξανα)συναντήσουμε τον Herbie Hancock, ο οποίος δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις δάφνες του, από τη συμμετοχή του στο δεύτερο κουαρτέτο του Miles Davis μέχρι την jazz fusion περίοδο των προσωπικών του κυκλοφοριών και τις πολλαπλές συνεργασίες του μέχρι σήμερα – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με την κορυφαία σύγχρονη μπασίστρια Meshell Ndegeocello στο Nocturnal Sunshine, από τη συλλογή Stolen Moments: Red Hot + Cool που κυκλοφόρησε το 1994 με σκοπό την ενημέρωση και την υποστήριξη έναντι του AIDS.



Ακολουθώντας το μουσικό νήμα του Herbie Hancock οδηγηθήκαμε στη συνεργασία του με τον Guru στο Timeless, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 3: Streetsoul του 2000. Με αυτήν τη σειρά κυκλοφοριών ο θρυλικός rapper και μέλος του ντουέτου Gang Starr συνέβαλε καθοριστικά στην υπέρβαση των ορίων μεταξύ της jazz και του hip hop. Καθόλου τυχαία, μαζί του θα (ξανα)συναντήσουμε τη Meshell Ndegeocello στο κομμάτι For You, από το album Guru’s Jazzmatazz Vol. 2: The New Reality του 1995. Και ακολουθώντας το δικό της νήμα θα φτάσουμε στη συμμετοχή της, μαζί με τη H.E.R., στο Better Than I Imagined, από το album Black Radio III που κυκλοφόρησε το 2022 ο πολυβραβευμένος πιανίστας Robert Glasper υπερβαίνοντας τα όρια μεταξύ της jazz, της soul και του hip hop.



Μέχρι να ονειρευτούμε τη μουσική πέρα από κάθε όριο και συμβατικό διαχωρισμό: τα διαχρονικά νήματα που ενώνουν τα blues με τη soul, το funk, την jazz και το hip hop μέσα από εμβληματικές συνεργασίες κλασικών και σύγχρονων μουσικών (φωτογραφία: Jason Rodgers)

18 March 2026

Πάντα στις όχθες του ποταμού Μισισιπί

 

H αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η απώλεια του πατέρα και ο αποχαιρετισμός με τη μητέρα, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ταξική ανισότητα: αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία της θρυλικής ηχογράφησης του Last Kind Words που έκανε το 1930 η πρωτοπόρος συνθέτρια, τραγουδίστρια και κιθαρίστρια Geeshie Wiley με τη συμμετοχή της Elvie Thomas. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του καθοριστικού ρόλου των γυναικών μουσικών στη δημιουργία των blues, οι οποίες συχνά υποτιμούνται ή και αποκλείονται από τις συμβατικές ιστορικές καταγραφές, όπως συμβαίνει και σε άλλα μουσικά είδη.

Όπως γράφει ο John Jeremiah Sullivan στους New York Times, πρόκειται για γυναίκες μουσικούς που χάθηκαν παρότι άλλαξαν την πορεία της μουσικής. Για την Geeshie Wiley δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα – ούτε για το πραγματικό της όνομα είμαστε σίγουροι, ούτε για τα ακριβή βιογραφικά της στοιχεία, και επίσης δεν υπάρχει φωτογραφία της. Υπάρχουν, ωστόσο, τέσσερα κομμάτια που ηχογράφησε το 1930, και άλλα δύο τον επόμενο χρόνο, σε δίσκους 78 στροφών, από τους οποίους σώζονται ελάχιστα αντίτυπα. Για μουσικούς σαν την Geeshie Wiley, ωστόσο, ακόμα και ένα τόσο μικρό δείγμα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία που έχουν στη διαμόρφωση των blues, και όχι μόνο, και την εξέλιξή τους μέχρι τις δικές μας μέρες, όπως δηλώνει η ερμηνεία του Last Kind Words από την κορυφαία σύγχρονη folk και roots μουσικό Rhiannon Giddens στο πρώτο προσωπικό της album Tomorrow Is My Turn τo 2015.





Η αιώνια άνοιξη της μουσικής των από κάτω: το ταξίδι των blues τραγουδιών από το Δέλτα του Μισισιπί μέχρι το Σικάγο, από τη δεκαετία του 20 μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από τoν Muddy Waters στον Rory Gallagher, από την Geeshie Wiley στην Rhiannon Giddens, και από τον Ηowlin Wolf μέχρι τους Soundgarden αλλά και το κουαρτέτο κλασσικής μουσικής PUBLIQuartet (εικόνα: Luba Lukova)

10 March 2026

Επειδή η jazz είναι παρούσα

 

Η μουσική χημεία της κιθαρίστριας Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad καθιστά το τρίο τους ιδανικό όχημα υπέρβασης κάθε διαχωρισμού μεταξύ jazz, rock και metal. Μουσικοί τέτοιων διαθέσεων και ικανοτήτων έχουν συγκροτημένη οπτική από την οποία εκπορεύεται το έργο τους, και, από αυτήν την άποψη, είναι χαρακτηριστικά εύγλωττος ο τρόπος με τον οποίο η Hedvig εννoιολογεί τη σύγχρονη jazz, όταν σε συνέντευξή της στο London Jazz News τής ζητείται να ορίσει τη μουσική που παίζει το τρίο: «Συγνώμμη για την ερώτηση», λέει η Nicky Schrire, «αλλά είναι rock; Είναι jazz;»

«Πραγματικά δε μου αρέσει καθόλου να μιλάω για μουσικά είδη», απαντάει η Hedvig, «γιατί νομίζω ότι έχουμε χάσει την αίσθηση του τι πραγματικά σημαίνει rock ή jazz. Οπότε βρίσκω πιο ενδιαφέρον να μιλάω για το τι σημαίνει jazz για εμένα, γιατί μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό για εσένα ή όποιον άλλον αναγνώστη. Για εμένα, ο πυρήνας της jazz είναι ο αυτοσχεδιασμός, είναι να ακούς ενώ παίζεις, είναι ένας τρόπος να ανταποκρίνεσαι, ένας τρόπος να συμπεριφέρεσαι, ένας τρόπος να σκέφτεσαι, ή να μη σκέφτεσαι ενώ παίζεις. Είναι να αφήνεις τα πράγματα να συμβαίνουν. Είναι μια σειρά σκέψεων για το πώς σχετίζεται κανείς με το παίξιμο της μουσικής. Αν καταφέρνουμε να κρατάμε αυτήν τη σειρά ιδεών ενώ φτιάχνουμε και παίζουμε μουσική, η jazz είναι παρούσα στη μουσική του τρίο». 



H κορυφαία jazz κιθαρίστρια Hedvig Mollestad και οι progressive rock και metal αναφορές της που διαλύουν κάθε συμβατικό μουσικό διαχωρισμό (φωτογραφία: Morten Markussen Espeland, Eline Aurora Rövardotter Fløisbonn)