Πώς αντιλαμβάνεται τη σημασία της μουσικής κοινότητας, αλλά και τον εαυτό της ως μέρος αυτής της κοινότητας, μια παρέα φτωχών αφροαμερικανών που έχει μεγαλώσει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Νέας Υόρκης; Η απάντηση που έδωσαν οι Wu-Tang Clan στο single C.R.E.A.M. (Cash Rules Everything Around Me) του 1993 καταγράφει τον συλλογικό χαρακτήρα του hip hop και την επιβίωση των μουσικών του μέσα από τη φτώχια και την περιθωριοποίηση.
Ταυτόχρονα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του ρόλου που έχει το sampling, όχι μόνο ως μουσική τεχνική, αλλά ως πολιτισμική στρατηγική που συναρθρώνει οργανικά το έργο μουσικών από διαφορετικά είδη και εποχές. Παλαιότερα ρυθμικά αποσπάσματα, ριφς και μελωδικές φράσεις – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, η εισαγωγή του single As Long As I've Got You των The Charmels από το 1967 – επαναπροσδιορίζονται και ενσωματώνονται καταργώντας ιεραρχίες και διαχωρισμούς, ενοποιώντας τη μουσική κουλτούρα της αφροαμερικανικής κοινότητας ως κοινό τόπο όλων και ιδιοκτησία κανενός, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με άλλους τρόπους στην τζαζ και τα μπλουζ.
Η γέννηση του hip hop στις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης, μέσα από old school, new school, golden age και σύγχρονες ηχογραφήσεις (φωτογραφία: Martha Cooper)
Ένα από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να ειπωθεί για ένα
τραγούδι είναι ότι είναι radio-friendly, δηλαδή ότι έχει τυποποιηθεί και ακολουθεί
τη mainstreamραδιοφωνική συνταγή – μικρή
διάρκεια, εύκολη μελωδία, προσιτός ήχος, γυαλισμένη παραγωγή, απλή δομή – ώστε να ταιριάζει σε μια ροή αντίστοιχων
τραγουδιών, να χωράει στο λεγόμενο ραδιοφωνικό ‘πρόγραμμα’.
Ακόμα κι όταν ορισμένα τραγούδια ξεφεύγουν από την τυποποίηση,
υπάρχει το διαβόητο edit: το μουσικό αντίστοιχο με το κρεβάτι του Προκρούστη,
όπου ένα τραγούδι πετσοκόβεται για να χωρέσει στο ραδιόφωνο. Ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα είναι το Purple Rain του Prince, η πρωτότυπη
διάρκεια του οποίου στο ομώνυμο album υπερβαίνει
τα 8 λεπτά, ενώ η edit εκδοχή στο single την περιορίζει στα 4 λεπτά, αποκλείοντας
τον αυτοσχεδιασμό του Prince και την ένταση της κιθάρας του.
Όλα αυτά συνέβαιναν γιατί το παραδοσιακό ραδιόφωνο ήταν – όχι αποκλειστικά,
όπως έχουμε ξαναπεί, αλλά κατά βάση – μέσο προώθησης των προϊόντων της μουσικής
βιομηχανίας στους καταναλωτές της. Ταυτόχρονα, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ανταγωνίζονταν
ο ένας τον άλλον με έπαθλο μια μεγαλύτερη φέτα από την πίτα της ακροαματικότητας
ανά ωριαία ραδιοφωνική ζώνη, ώστε να προσελκύουν διαφημίσεις και να έχουν έσοδα
από την αγορά.
Αλίμονο λοιπόν αν παιζόταν ένα τραγούδι απαιτητικό, πολύπλοκο,
μακροσκελές – ούτε εύπεπτο single
που προωθεί μια δισκογραφική εταιρεία ήταν, ούτε με το υπόλοιπο ‘πρόγραμμα’
ταίριαζε, και, επιπλέον, μπορεί οι ακροατές να έχαναν το ενδιαφέρον τους και να
άλλαζαν σταθμό. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, την εποχή της ψηφιοποίησης, πολλά
από αυτά τα συμβατικά χαρακτηριστικά
έχουν επιβιώσει ως ένα είδος ραδιοφωνικής παράδοσης που όχι μόνο δεν
αμφισβητείται αλλά αναπαράγεται ακόμα και από κατά τα άλλα εναλλακτικούς και
δήθεν ποιοτικούς σταθμούς.
Υπάρχει όμως, και υπήρχε πάντα, ένα διαφορετικό και πολύ καλύτερο
ραδιόφωνο. Μπορούμε να ακούσουμε ένα ενδεικτικό σύγχρονο παράδειγμα μέσω του Merged
In Dreams – Ne Plus Ultra από το άλμπουμ Live Αt BBC Maida Vale Studios, την
ηχογράφηση δηλαδή που έκαναν οι Elder για το Rock Show του ΒΒC Radio 1. Τρία τραγούδια έπαιξαν μόνο,
αλλά με συνολική διάρκεια 39 λεπτά. Σε αυτήν τη μουσική έδωσε βήμα το Rock Show: στην αυτοσχεδιαστική δεινότητα των Elder, την
καλλιτεχνική τους αυτονομία και τις διάρκειες που αυτή υποβάλλει.
Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι το Rock Show τα κάνει όλα τέλεια –
σημαίνει, όμως, ότι το ΒΒC Radio
1 είναι ένα δημόσιο ραδιόφωνο, όχι ένα ραδιόφωνο υπόλογο στις δυνάμεις της αγοράς.
To ΒΒC, άλλωστε, έχει από την
ίδρυσή του συγκεκριμένο αξιακό πλαίσιο: να ενημερώνει, να εκπαιδεύει και να
ψυχαγωγεί είναι οι τρεις ιστορικοί πυλώνες της λειτουργίας του. Αξιακό πλαίσιο
όμως θα συναντήσουμε και στο δημόσιο ραδιόφωνο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού,
το National Public Radio, ένα δίκτυο 200 μη κερδοσκοπικών σταθμών, τη χρηματοδότηση
του οποίου σκοπεύει να περικόψει η διακυβέρνηση Τραμπ.
Και το αξιακό αυτό πλαίσιο είναι η ελεύθερη και ανεξάρτητη
δημοσιογραφία, σκοπός της οποίας, όπως γράφει το δίκτυο ΝPR, δεν είναι να ακολουθεί τους
«από τα πάνω» ορισμούς του τι είναι σημαντικό, αλλά να δίνει φωνή σε όλους και τις
κοινότητες τους τοπικά και διεθνώς. Και, επιπλέον, να συμβάλλει στη δημιουργία «ενός
κόσμου στον οποίο να θέλουμε να ζήσουμε», όπως λέει ο σταθμός KEXP, με βάση αξίες όπως η συμπεριληπτικότητα,
η διαφορετικότητα και η ισότητα. Και φυσικά τόσο το NPR όσο και o KEXP δίνουν βήμα live ηχογραφήσεων, όπως είναι τα Tiny Desk Concertsκαι το Live on KEXPαντίστοιχα, υπό ένα τέτοιο
αξιακό πρίσμα.
Επιτρέψτε μου λοιπόν να ρωτήσω, στην Ελλάδα, και με εξαίρεση
το Τρίτο Πρόγραμμα της περιόδου του Μάνου Χατζιδάκι, πόσους από τους θεωρούμενους
ως σπουδαίους, εναλλακτικούς, ποιοτικούς κ.λπ. ραδιοφωνικούς σταθμούς, του παρόντος
ή του παρελθόντος, έχετε ακούσει να αρθρώνουν αξιακό λόγο για τον ρόλο τους;
Και σε ποιο αξιακό πλαίσιο βασίζεται η ραδιοφωνική πρακτική τους;
Οι ανοιχτοί ορίζοντες της ερήμου από την Καλιφόρνια στην Αθήνα και από το Βερολίνο στο Λονδίνο, από τα πρόσφατα albums των Greenleaf, Psychlona και Slomosa στις νέες κυκλοφορίες των Nightstalker, Daenoma, Year Of The Cobra και Yawning Balch – και μαζί, δυο λόγια για το αξιακό πλαίσιο και την πρακτική του ραδιοφώνου με αφορμή την ηχογράφηση των Elder για το BBC Radio 1 (φωτογραφία: Erick Laubach)
Δεν ξεχωρίζει η μουσική της αφροαμερικανικής
κοινότητας από την ιστορία της καταπίεσης της, όπως δεν ξεχωρίζει όμως και από
τους αγώνες της ενάντια στον ρατσισμό: με άλλα λόγια, η θρησκευτική μουσική
παράδοση είναι ταυτόχρονα παράδοση πολιτικής διαμαρτυρίας.
Ενδεικτικά, τα gospels και τα spirituals, δηλαδή τα
θεμέλια της αφροαμερικανικής μουσικής που με τη σειρά της αποτελεί θεμέλιο της
rock μουσικής και του ευρύτερου σύγχρονου ήχου, ήταν παραδοσιακή θρησκευτική
μουσική. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ήταν τραγούδια κουράγιου, ελπίδας και αντίστασης στην
δουλεία, από την εποχή της οποίας προέρχονται στην πλειοψηφία τους, και
διατηρούν την πολιτική τους σημασία μέχρι σήμερα.
Ένα τέτοιο κάλεσμα σε αντίσταση και αγώνα
είναι το Don't Let Nobody Turn You Around της Mahalia Jackson, κορυφαίας gospel τραγουδίστριας, ενεργού μέλος του Κινήματος
για τα Πολιτικά Δικαιώματα τη δεκαετία του 60 και επιστήθιας φίλης του Martin Luther King Jr.:
Θρησκεία και πολιτική διαμαρτυρία: από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, από τα gospels της Mahalia Jackson στην αντιφασιστική folk του Woody Guthrie, και από τις ιστορικές blues ηχογραφήσεις του Blind Willie Johnson στον σύγχρονο ριζοσπαστικό ήχο του Ry Cooder
Όχι, η reggaeδεν
είναι μια ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, ούτε σκοπός της είναι να διασκεδάζει λευκά
ακροατήρια. Είναι μια αμιγώς πολιτικοποιημένη μουσική κουλτούρα ενάντια στο
παρόν αλλά και το παρελθόν του ρατσισμού, το οποίο περιλαμβάνει το τραύμα της δουλείας.
Και, από αυτήν την άποψη, η reggae ενώνει ένα πολιτικό νήμα από την Tζαμάικα της εποχής του διατλαντικού
εμπορίου σκλάβων μέχρι τις μεταποικιακές αντιστάσεις στις γειτονιές των σύγχρονων
καπιταλιστικών μητροπόλεων.
Καθόλου τυχαία, το Μουσείο του Λονδίνου στα Docklands στεγάζεται σε ένα κτήριο που
την εποχή της δουλείας λειτουργούσε ως αποθήκη ζάχαρης από τις φυτείες των λεγόμενων
Δυτικών Ινδιών. Σύμφωνα με την έκθεση Λονδίνο, Ζάχαρη και Δουλεία, πλοία εταιριών
όπως η Royal Africa Company
στα τέλη του 17ου αιώνα και η Company of Merchants Trading
to Africa
μετά το 1750, ξεκινούσαν από τις αποβάθρες μπροστά από το σημερινό
μουσείο και πήγαιναν στην Αφρική, όπου φόρτωναν το κερδοφόρο τους εμπόρευμα: ανθρώπους
που μετέφεραν στην Καραϊβική για να τους πουλήσουν σαν σκλάβους. Και στον δρόμο
του γυρισμού μετέφεραν στο Λονδίνο ένα άλλο κερδοφόρο εμπόρευμα: τη ζάχαρη που
παρήγαγαν οι σκλάβοι στις φυτείες, η οποία ήταν προϊόν πολυτελείας εκείνη την
εποχή.
Πάνω από 3.100 πλοία, λέει το Μουσείο, έφυγαν από το Λονδίνο
για να μεταφέρουν στην Καραϊβική πάνω από 1 εκατομμύριο Αφρικανούς σε καθεστώς
δουλείας, με αποτέλεσμα στα τέλη του 180υ αιώνα το ένα τέταρτο των εσόδων της Βρετανίας
να προέρχεται από εισαγωγές από τις Δυτικές Ινδίες. Η φρικιαστική αυτή επιχείρηση
παραγωγής και πώλησης σκλάβων και ζάχαρης δημιούργησε τεράστιο πλούτο, ο οποίος
αποτέλεσε θεμέλιο του Βρετανικού ιμπεριαλισμού. Για να δικαιολογηθεί ωστόσο η
αγριότητα της βίας και της εκμετάλλευσης, έπρεπε να απαξιωθεί η ανθρώπινη υπόσταση
των σκλάβων και να υποτιμηθεί ο πολιτισμός τους. Και έτσι, εδώ θα συναντήσουμε
τον βιολογικό αλλά και τον πολιτισμικό ρατσισμό, οι ρίζες των οποίων δεν είναι
ξέχωρες από οικονομικά συμφέροντα.
Στις φυτείες, συνεχίζει το Μουσείο, θα επικρατήσει καθεστώς τρόμου
και βαναυσότητας, αλλά και συστηματική υπονόμευση της κοινής πολιτισμικής ταυτότητας
των σκλάβων. Τα πραγματικά τους αφρικανικά ονόματα θα αντικατασταθούν, οικογένειες
θα χωριστούν, όσοι μιλάνε την ίδια γλώσσα θα σταλούν σε διαφορετικές φυτείες, και
τα αφρικανικά έθιμα θα απαγορευτούν. Κι όμως, παρά τις ακραίες συνθήκες βίας
και καταπίεσης, τα αφρικανικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά θα αντέξουν στον χρόνο
και θα ενσωματωθούν σε μια νέα αφροκαραϊβική κουλτούρα που θα αναδειχτεί σταδιακά,
μέρος της οποίας είναι σήμερα η reggae.
Την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας κύρια πηγή εξαγωγών ζάχαρης ήταν – το μαντέψατε; Η Τζαμάικα
των φυτειών όπου αρχικά δούλευαν σκλάβοι, και, μετά την κατάργηση της δουλείας,
οι φτωχοί απόγονοί τους: 92% του πληθυσμού της χώρας σήμερα είναι αφρικανικής ή
μικτής αφρικανικής καταγωγής, κυρίως από τη Γκάνα και τη Νιγηρία. Η Τζαμάικα θα
ανεξαρτητοποιηθεί το 1962 και η reggae μουσική, που αναπτύσσεται ραγδαία στο
τέλος εκείνης της δεκαετίας, θα αντικατοπτρίσει από τα κάτω το παρελθόν και το παρόν του
ρατσισμού.
Η reggae θα εστιάσει στην έννοια της Βαβυλώνας, η οποία προέρχεται
από το κίνημα Rastafari και μεταφορικά σηματοδοτεί το δυτικό, αποικιοκρατικό και σύγχρονο
καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο ιστορικά περιλαμβάνει τη δουλεία και συνεχίζεται
με διαφορετικές μορφέςεκμετάλλευσης και καταπίεσης μέχρι σήμερα.
Ενδεικτικά, το εξώφυλλο του Survival,
του πλέον πολιτικοποιημένου άλμπουμ των Bob Marley & the Wailers
από το 1979, περιλαμβάνει μια ιστορική και μαζί εφιαλτική αποτύπωση
των απάνθρωπων συνθηκών της δουλείας:την κάτοψη του αμπαριού του
βρετανικού δουλεμπορικού πλοίου Brooks. Ταυτόχρονα, το βλέμμα του Marley είναι
σύγχρονο, συνολικό και ριζοσπαστικό: αρνούμαστε να είμαστε αυτό που θέλετε να
είμαστε, λέει στο κομμάτι Babylon
System, όπου, μεταξύ άλλων, ασκεί κριτική
σε θρησκευτικούς θεσμούς αλλά και στην εκπαίδευση: πείτε στα παιδιά την
αλήθεια, επιμένει ο Marley, το σύστημα της Βαβυλώνας είναι ο βρικόλακας που
πίνει το αίμα όσων υποφέρουν.
Οπότε όχι, η reggae δεν είναι μια
ευχάριστη καλοκαιρινή μουσική, όπως έχει συχνά προσπαθήσει η μουσική βιομηχανία
να μας πείσει. Φυσικά, όπως και άλλες μουσικές των από κάτω, έχει προωθηθεί και
πουληθεί σε λευκά ακροατήρια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πιο εμπορικά
επιτυχημένο reggae άλμπουμ όλων των εποχών με 25 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως:
τη συλλογή «μεγαλύτερων επιτυχιών» του Bob Marley με τίτλο Legend που κυκλοφόρησε μετά τον
θάνατό του. Με αυτήν την κυκλοφορία η δισκογραφική εταιρεία Island είχε σκοπό
να μεγιστοποιήσει τις πωλήσεις της στοχεύοντας το mainstream λευκό ακροατήριο, και το έπραξε προτεραιοποιώντας τραγούδια με θέμα την αγάπη και την ειρήνη και αποφεύγοντας αφροκεντρικά τραγούδια ριζοσπαστικής πολιτικής
διαμαρτυρίας. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή ενός ευπώλητου, δηλαδή πολιτικά αποδυναμωμένου
και συμβατικού, μουσικού προϊόντος, πράγμα που αφορά επίσης το σύγχρονο merchandisingκαι την πρόσφατη βιογραφική ταινία για τον Marley.
Oι
Wailers είχαν άλλωστε από πολύ νωρίς νιώσει την πίεση της μουσικής βιομηχανίας,
καθώς το μάρκετινγκ της εταιρείας Island επεδίωκε εξατομικευμένη
προώθηση εστιάζοντας στο όνομα του Bob Marley εις βάρος της συλλογικής ταυτότητας
του συγκροτήματος, με αποτέλεσμα την αποχώρηση του Peter Tosh και του Bunny Wailer το 1974 – o δεύτερος μάλιστα είχε αποκαλέσει «Chris
Whiteworst» τον επικεφαλής της εταιρείας Chris Blackwell. Και οι δύο μουσικοί θα
συνεχίσουν τον ριζοσπαστικό τους προσανατολισμό σε κλασσικά πλέον κομμάτια, όπως
το Not Gonna Give It
Upπου ασκεί κριτική στην εκμετάλλευση
της Αφρικής, από το άλμπουμ του Peter Tosh Mamma Africa του 1983, και το Fighting Against
Conviction
που αναφέρεται στην φτώχεια
στο γκέτο του Κίνγκστον, από το άλμπουμ του Bunny Wailer Blackheart Man του 1976.
Τη δεκαετία του 70 και του 80 – όπως είχε αντίστοιχα συμβεί με
τα blues την δεκαετία του 60 – λευκοί
μουσικοί, κυρίως βρετανοί, θα οικειοποιηθούν ρυθμούς και μελωδίες της reggae, κατά κανόνα ανεξάρτητα από τις πολιτικές
της σημασίες, απευθυνόμενοι σε λευκά ακροατήρια με το αζημίωτο για τη μουσική
βιομηχανία. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η μουσική που προέρχεται από τους σκλάβους
και δημιουργείται από τους σύγχρονους απογόνους τους – δηλαδή η πρωτοπόρα σύγχρονη
μουσική που εκτείνεται από τα gospelsκαι τα spirituals, στα blues,
την jazzκαι τη soul– θα οδηγήσει σε μια νέα καινοτομία
που θα σφραγίσει τη μουσική για τα επόμενα 50 χρόνια: τη γέννηση του hip hopστις φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης,
το οποίο θα εξελιχθεί σε παγκόσμια μουσική γλώσσα των από κάτω μέχρι σήμερα.
Και ως τέτοιο δε θα μπορούσε να μη συναντηθεί με την reggae, όπως συναντούν οι The Roots
τον Bob Marley στο remix του Burnin’ and
Lootin’ από τη συλλογή Chant
Down Babylon
του 1999: για όλους τους από κάτω, για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε γκέτο.
Burn down Babylon: reggae & dub ενάντια στον ρατσισμό και την εκμετάλλευση, από το γκέτο του Κίνγκστον μέχρι τις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου (φωτογραφία: Homer Sykes)
Εργάτρια, ποιήτρια, τραγουδίστρια, συνθέτρια, συγγραφέας, φωτογράφος, είναι μερικές από τις ιδιότητες που έχει η Patti Smith, η εμβληματική αλλά και αντισυμβατική αυτή μουσικός. Κοινός και επίμονος άξονας στο έργο της είναι η δυνατότητα μας να φτιάξουμε συλλογικά έναν καλύτερο κόσμοενάντια σε κοινωνικές ανισότητες, διακρίσεις και προκαταλήψεις, πολέμους και περιβαλλοντικές καταστροφές. Tο People Have the Power, από το album Dream of Life του 1988, δείχνει, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο τραγούδι της, πόσο πολύ μας εμπιστεύεται η Patti, πόσο πολύ πιστεύει σε εμάς.
HPatti Smith έχει προλεταριακή καταγωγή, η μητέρα της ήταν σερβιτόρα και ο πατέρας της βιομηχανικός εργάτης. Η ίδια έχει σκιαγραφήσει τη δική της εμπειρία στο εργοστάσιο με μελανά χρώματα: σκληρή δουλειά, μονοτονία και αδιέξοδο,δηλαδή αλλοτρίωση, όπως έλεγε κάποτε ο παππούς Κάρολος στο Κεφάλαιο. Ταυτόχρονα, η φτωχή εργάτρια Patti βίωσε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και το μωρό της δόθηκε αναγκαστικά για υιοθεσία.
Η εμπειρία της στο εργοστάσιο καταγράφεται στην πρώτη της κυκλοφορία, το single Hey Joe του 1974, το οποίοπεριλαμβάνει ως b-side τo Piss Factory. Εδώ, η δουλειά στο εργοστάσιο επιβάλλεταιαπό την ανάγκη της επιβίωσης και χαρακτηρίζεται, δυστυχώς, από την απουσία συντροφικότητας και συλλογικής συνείδησης μεταξύ των εργατών. Από εδώ επίσης ξεκινάει, ως επιθυμία, η διαφυγή της Patti στη Νέα Υόρκη.
Στη Νέα Υόρκη η Patti είναι μια φτωχή υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο που αναγκάζεται να κοιμηθεί κάποιες φορές στα παγκάκια. Την ίδια εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του 60, θα συναντήσει τον Robert Mapplethorpe, με τον οποίο θα έχουν μια προσωρινή ερωτική σχέση και θα παραμείνουν φίλοι μέχρι το θάνατό του από AIDS το 1988. Στη Νέα Υόρκη θα συγκατοικήσουν και θα περάσουν μαζί την ιδιαίτερη εκείνη περίοδο που διαμορφώνονται και οι δύο ως καλλιτέχνες – εκείνη ως ποιήτρια και μουσικός, εκείνος ως φωτογράφος.
Ο Robert θα φωτογραφίσει την Patti για το εξώφυλλο του Horses, του πρωτοποριακού και πολυαγαπημένου πρώτου της αλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1975 και αποτελεί το διττό θεμέλιο του θρύλου της: από τη μια πλευρά, ο τραχύς rock ’n’ roll ήχος της, άμεσος, απέριττος αλλά και αυτοσχεδιαστικός,και, από την άλλη, η ποιητική της,η αυστηρή και παθιασμένη της απαγγελία, με ρίζες στην κουλτούρα των beatniks.«Συνειδητά προσπαθούσα», θα πει η ίδια στο NPR το 2004, «να κάνω ένα άλμπουμ που θα έκανε έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου να μη νιώθει μόνος. Ανθρώπους που ήταν σαν εμένα, διαφορετικοί». Και αυτό είναι κάτι που η Patti καταφέρνει διαχρονικά με το άλμπουμ Horses, στο οποίο θα επανέλθουμε, αλλά και με το συνολικό της έργο.
Η Patti Smith δεν έπαψε ποτέ να κυκλοφορεί συναρπαστική μουσική, όπως θα ακούσουμε στη συνέχεια, ούτε όμως προσαρμόστηκε στον παραδοσιακό κύκλο παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας που συνεπάγεται τη συνεχή διαδοχή μεταξύ περιοδειών και κυκλοφοριών νέων άλμπουμς. Αντίθετα, απείχε επανειλημμένα από τη δισκογραφία, αφιερώνοντας πολύτιμο χρόνο στους δικούς της ανθρώπους, και αργότερα αντιμετωπίζοντας απώλειες και πένθη, και επέστρεφε με βάση δικούς της μουσικούς, και όχι αλλότριους εμπορικούς, λόγους.
Το έργο και η πρακτική της Patti Smith δε χωράει κάτω από καμία συμβατική ταμπέλα, ούτε σε αυθαίρετους και αναδρομικούς χαρακτηρισμούς, π.χ. ιέρεια, νονά, γιαγιά κ.λπ. του punk, οι οποίοι είναι εξόφθαλμα αντίθετοι με τον δικό της λόγο. Η μουσική της Patti Smith ήταν και παραμένει πάντα στραμμένη προς ένα ανθηρό μέλλον και ταυτόχρονα ριζωμένη σε ένα καλλιτεχνικό παρελθόν που εκτείνεται από τον Arthur Rimbaud στον Jimi Hendrix, αντλεί δυνάμεις από τον απελευθερωτικό αυτοσχεδιασμό της jazz του John Coltrane και προσανατολίζεται προς έναν ανθρωποκεντρισμό που αναζητά τον προσωπικό αλλά και συλλογικό αυτοπροσδιορισμό κοιτάζοντας επίπονα βιώματα στα μάτια.
«Το να είσαι καλλιτέχνης, αλλά και το να είσαι ανθρώπινο πλάσμα αυτήν την εποχή, είναι δύσκολο», λέει η ίδια στο Louisiana Literature Festival το 2012. «Περνάς τη ζωή σου προσπαθώντας να μείνεις υγιής, και να είσαι όσο μπορείς ευτυχισμένος κάνοντας αυτό που θέλεις. Μπορεί να θέλεις να κάνεις παιδιά, μπορεί να θέλεις να γίνεις φούρναρης, μπορεί να θέλεις να πας να ζήσεις σε ένα δάσος ή να σώσεις το περιβάλλον, ή να γράφεις σενάρια για τηλεοπτικές σειρές – δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να ξέρεις τι θέλεις, να προσπαθείς να το υλοποιήσεις, και να καταλαβαίνεις ότι θα είναι δύσκολο, γιατί η ζωή είναι πραγματικά δύσκολη. Θα χάσεις ανθρώπους που αγαπάς, θα ραγίσει η καρδιά σου, κάποιες φορές θα αρρωστήσεις, κάποιες φορές θα πεινάσεις. Αλλά, από την άλλη πλευρά, θα έχεις τις πιο όμορφες εμπειρίες – κάποιες φορές αρκεί να κοιτάς τον ουρανό, κάποιες φορές είναι κάτι που έφτιαξες και νιώθεις υπέροχα, κάποιες φορές είναι κάποιος που αγαπάς, ή τα παιδιά σου. Υπάρχουν όμορφα πράγματα στη ζωή αλλά και το να υποφέρεις είναι μέρος της. [...] Είναι σαν μια διαδρομή με τα πάνω και τα κάτω της, δε θα είναι ποτέ τέλεια, θα έχει τέλειες στιγμές αλλά και δύσκολα σημεία, και συνολικά αξίζειτον κόπο».
Η εμβληματική αλλά και αντισυμβατική μορφή της rock μουσικής: η εργάτρια, ποιήτρια, τραγουδίστρια, συνθέτρια, συγγραφέας και φωτογράφος με την ακλόνητη εμπιστοσύνη στη δυνατότητά μας να αλλάξουμε τον κόσμο.
«Ζητάμε
ν’ αλλάξουμε την παθητική σχέση ακροατή-ραδιοφώνου, που υπήρχε μέχρι σήμερα. Να
ενεργοποιήσουμε τον ακροατή με αφυπνιστικούς ερεθισμούς σε προβλήματα σκέψεως
και τέχνης»: αυτός ήταν ο σκοπός του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας σύμφωνα με τονΜάνο Χατζιδάκι, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνσή του στη Μεταπολίτευση, από το 1976 μέχρι το 1980.
Tο Τρίτο Πρόγραμμα παραμένει θρυλικό, όχι μόνο
γιατί αποτέλεσε όαση για την εποχή του, την οποία έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι και οι περισσότερες από μας δεν προλάβαμε, αλλά γιατί
αποτελεί πρότυπο μέχρι σήμερα: «πρότυπο για όσους κάνουν ραδιόφωνο και για όσους αναζητούν εστίες πολιτισμού που μπορούν πραγματικά να λειτουργούν με ελευθερία και δημιουργικότητα», λέει ο Γιώργος Κουρουπός, ο οποίος ήταν αναπληρωτής διευθυντής την ίδια περίοδο που το Τρίτο θα έμενε στην ιστορία ως η καλύτερη στιγμή του ελληνικού ραδιοφώνου. Μια στιγμή που φυσικά και δεν έχει καμία σχέση με την
εμπορικότητα της ιδιωτικής κερδοσκοπικής ραδιοφωνίας, ούτε με τη συνάρθρωση μεταξύ αγοράς, δισκογραφικών εταιριών και ραδιοφωνικών παραγωγών, ούτε με
την επιτήδευση και τον ναρκισσισμό που μπορεί, δυστυχώς, να συναντήσει κανείς ακόμα και
σε εναλλακτικά εγχειρήματα.
Με άλλα λόγια, η ραδιοφωνική καινοτομία παραμένει ζητούμενο, όχι φυσικά ως απομίμηση του Τρίτου εκείνης της περιόδου, αλλά ως παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου ενάντια στις ραδιοφωνικές, και όχι μόνο, συμβάσεις της δικής μας εποχής. Ένα από τα πράγματα, άλλωστε, που δείχνει η ιστορία του Τρίτου είναι ότι το κριτικό βλέμμα μπορεί να αποκτήσει διαχρονική σημασία, όπως συμβαίνει με Τα Σχόλια του Τρίτου που έκανε ο Χατζιδάκις τα μεσημέρια της Κυριακής. Ενδεικτικά, Το Πρόσωπο του Τέρατος κι o Φόβος Μήπως το Συνηθίσουμε εκφωνήθηκε το μακρινό 1978 αλλά παραμένει επίκαιρο, ιδιαίτερα τη σημερινή εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά».
Κάνετε έρωτα, όχι ραδιόφωνο: η μαγική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι μέσα από κλασσικές, νεότερες και ορχηστρικές εκτελέσεις – και μαζί, η αναντικατάστατη οπτική του για το ραδιόφωνο μέσα από τα σχόλια του Τρίτου.
Γείωση στην καθημερινότητα, στις λύπες αλλά και τις χαρές των κοινωνικά περιθωριοποιημένων και των οικονομικά αδύναμων, αμεσότητα αλλά και
μουσική δεξιοτεχνία, γλυκιά, ακαταμάχητη μελαγχολία αλλά και αφηγηματική δύναμη
– τέτοιες είναι οι αρετές της country
μουσικής που η ιστορία της συνομιλεί και επικαλύπτεται με τα blues, τη folk, το rock, αλλά και με παραδοσιακές μουσικές όπως το bluegrass.
Επειδή, ωστόσο, ο όρος country είναι υπέρμετρα γενικός και αόριστος, είναι νομίζω καλύτερα να μιλήσουμε για αντιθέσεις, όπως είναι, από τη μια πλευρά, η τάση της μουσικής βιομηχανίας προς τη μαζική
παραγωγή συμβατικών τραγουδιών με εμπορική κατεύθυνση και κοινωνικά και
πολιτικά αδιάφορο ή ανοιχτά συντηρητικό περιεχόμενο, και, από την άλλη, η
αμφισβήτησή της: η ανάδειξη εναλλακτικών ήχων από μουσικούς με διακριτό χαρακτήρα και ταυτότητα, αυτονομία και καλλιτεχνικό έλεγχο πάνω στη δουλειά τους, αλλά και θέσεις ενάντια στην εργασιακή εκμετάλλευση
και τον ρατσισμό, υπέρ του φεμινισμού και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
Σε αυτήν τη μουσική στρεφόμαστε, σε αυτούς τους σύγχρονους πολιτισμικούς πολέμους, όπως γράφει το περιοδικό The Νew Yorkerαναφερόμενο, μεταξύ άλλων, στην Amanda Shires, τονJason Isbell, τη Margo Price και τον Tyler Childers, σύγχρονα πρόσωπα
ενός ρεύματος πολύμορφηςμουσικής και πολιτικής αμφισβήτησης που έχει ρίζες στη folk και το rock της δεκαετίας του 60, όπως και στην outlaw country της δεκαετίας του
70, και που σήμερα ονομάζεται alternative
country ή και americana.
Είναι, βλέπετε, μια μουσική που θα ήθελε να ζήσει ελεύθερη, όπως πετάνε τα πουλιά, χωρίς έγνοιες και χωρίς βάρη, όπως δηλαδή θα θέλαμε να
ζήσουμε κι εμείς.
Σαν να ξέρουμε πώς
είναι να πετάς ελεύθερα.
Και σαν να μην
ξέρουμε πώς είναι να πέφτεις και πώς είναι να κλαις.
Φωτεινές καρδιές και κοφτερές λέξεις: ιστορίες για την αγάπη και την απώλεια, και η ανάδειξη του φεμινισμού και του αντιρατσισμού στη σύγχρονη alternative country μέσα από νέες, και όχι μόνο, κυκλοφορίες της Amanda Shires, του Jason Isbell, της Margo Price και του Tyler Childers.
«Όλη η μουσική είναι πολιτική, σωστά; Ή κάνεις μουσική που ευχαριστεί τον βασιλιά και
την αυλή του, ή κάνεις μουσική για τους δουλοπάροικους που βρίσκονται εκτός των
τειχών», λένε οι Godspeed You! Black Emperor σε μια από τις
σπάνιες φορές που έχουν δώσει συνέντευξη, στην προκειμένη περίπτωση στην εφημερίδα The Guardian το 2012.
Και αυτό ακριβώς κάνουν, μουσική για δουλοπάροικους, γιατί δουλοπάροικοι είναι και οι ίδιοι. «Αρχίσαμε να δημιουργούμε αυτόν τον θόρυβο μαζί»,
λέει το συγκρότημα στην ίδια συνέντευξη, «όταν είμασταν νέοι και άφραγκοι – το μόνο πράγμα για το οποίο
είμασταν σίγουροι είναι ότι οι επαγγελματίες μουσικοκριτικοί φαίνονταν εντελώς εκτός
πραγματικότητας και κανένας δε νοιαζόταν για αυτά που αγαπούσαμε εκτός από εμάς τους ίδιους [...] Αποφασίσαμε να μην έχουμε τραγουδιστή, να μην έχουμε αρχηγό, να
μη δίνουμε συνεντεύξεις, να μη βγάζουμε φωτογραφίες για προώθηση».
Αυτή είναι η καρδιά του πρωτότυπου ήχου των Godspeed You! Black Emperor: ο συλλογικός αυτοσχεδιασμός ως αντίθεση στην τυποποίηση και την εμπορική
φόρμα, στο συμβατικό μοντέλο του τραγουδιού, τη μικρή διάρκεια, την εύκολη
μελωδία. H έμπρακτη ανάδειξη της συλλογικότητας, του συγκροτήματος ως μουσική κολλεκτίβα, και όχι των μουσικών ως άτομα με όρους ναρκισσισμού και επιτήδευσης. Kαι μαζί, ένας λόγος πολιτικοποιημένος, αντικαπιταλιστικός και αναρχικός, εναντίον της εκμετάλλευσης
και υπέρ της κοινωνικής αλλαγής.
Αυτός
ο «θόρυβος» αυτών των «δουλοπάροικων» συνεχίζει να εξελίσσεται και να εμπλουτίζεται εδώ και τριάντα χρόνια, χαρίζοντάς μας εμβληματικά κομμάτια όπως το PissCrownsAreTrebled από το άλμπουμ Asunder, SweetandOtherDistress του 2015.
Δε θα ήταν ενδιαφέρον αν είχαν οι ακροατές τη δυνατότητα να κάνουν τις δικές τους ραδιοφωνικές εκπομπές και εμείς οι παραγωγοί γινόμασταν ακροατές τους; Αυτήν την πρόταση αρχίσαμε να συζητάμε με τη φίλη και ακροάτρια Γεωργία– μια πρόταση που στον σκληρό της πυρήνα έχει κάτι πολύ απλό: μια μέρα.
Μια μέρα ακούς ένα τραγούδι που σου αρέσει τόσο πολύ ώστε να θέλεις να ακούσεις κι άλλα
τραγούδια αυτού του συγκροτήματος, κι άλλα συγκροτήματα αυτού του ήχου, θα
δεις τις σελίδες τους online, θα ακούσεις το υλικό τους, θα διαβάσεις τις συνεντεύξεις τους – τι άλλο να
κάνεις; Αφού αγάπησες αυτό το τραγούδι, κι αυτό σε πήρε από το χέρι και σε οδήγησε εκεί. Προφανώς στην πορεία μαθαίνεις κάτι για όλα αυτά, αλλά εκ του αποτελέσματος, δεν
είναι αυτό το κίνητρό σου. Το κίνητρό σου είναι η αγάπη για τη μουσική, και
ξέρετε τι συνοδεύει την αγάπη: το μοίρασμα, και για αυτό η πορεία που ξεκινάει με ένα τραγούδι που σου άρεσε πολύ δεν είναι ποτέ ατομική. Θα το στείλεις σε φίλους σου, θα συζητήσεις
για αυτό, το ίδιο θα κάνουν και εκείνοι και καθώς μοιραζόμαστε αυτά πού αγαπάμε,
μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον – δηλαδή συλλογικά.
Τώρα, υπάρχουν και
ηλίθιοι, πάντα υπήρχαν και το κίνητρό τους δεν είναι η αγάπη για τη
μουσική αλλά η εξουσία. Θέλουν να λένε ότι ξέρουν περισσότερα από τους άλλους, ότιακούν μουσική καλύτερη από τους άλλους, αλλιώς δε
νιώθουν ότι έχουν αξία, οι καημένοι. Αυτή η κτητική, ιδιοκτησιακή σχέση με τη
μουσική παλαιότερα είχε ακόμα και υλική μορφή: τη
συλλογή πολλών και υποτίθεται σπουδαίων και σπάνιων βινυλίων που είχε ο υποτιθέμενος «γνώστης».
Σιγά μην έπαιρνε η αγάπη στα σοβαρά τέτοιες «γνώσεις» – αντίθετα, ακόμα και την εποχή πριν το internet μαζευόμασταν σε σπίτια και ακούγαμε μαζί τα βινύλια του καθενός, τα δανείζαμε ο ένας στον άλλον, φτιάχναμε playlists και τις γράφαμε σε
κασέτες ο ένας για τον άλλον – και τα μοιραζόμασταν όλα αυτά για να έχουμε την ίδια πρόσβαση στην ίδια μουσική, για να ανήκει σε όλους μας εξίσου. Και φυσικά, πέρα από το τι κάναμε ως άτομα και παρέες, υπήρχαν συλλογικότητες, αυτοοργανωμένοι
χώροι, συναυλίες αλληλεγγύης, κινηματικά συγκροτήματα με αντιεμπορευματική στάση,
που συνολικά πρέσβευαν
μια αδιαμεσολάβητη, συλλογική και εξισωτική σχέση με τη μουσική, πέρα από και ενάντια στη λογική
δισκογραφικών εταιριών, ραδιοφωνικών σταθμών, μουσικών περιοδικών, συναυλιακών
χώρων και μαγαζιών, είτε mainstream είτε
εναλλακτικών.
Αυτή η αντιεραρχική αντίληψη για τη μουσική έχει ακόμα περισσότερες δυνατότητες στη δική μας εποχή της
ψηφιοποίησης, της καθιέρωσης των mp3 αρχείων και των σταθερών και Wi-Fi συνδέσεων στο internet. Υπάρχουν ακόμα ανισότητες βέβαια, αυτό που ονομάζουμε ψηφιακό χάσμα: δεν είναι όλες οι
συνδέσεις και όλες οι συσκευές ίδιων
δυνατοτήτων και ίδιου κόστους, ούτε έχουμε όλοι την ίδια τεχνογνωσία. Παρόλα αυτά τείνουμε να έχουμε περισσότερες δυνατότητες αδιαμεσολάβητης πρόσβασης στη μουσική από όσες είχαμε πριν την ψηφιοποίηση, πράγμα που ισχύει και για το ραδιόφωνο.
Ακούω κάποιες φορές ανθρώπους να αναπολούν κάποιες παλιές καλές εποχές που το ραδιόφωνο ήταν – πώς να το πούμε τώρα, αγγελικά πλασμένο; Προφανώς και είναι κατανοητή η νοσταλγία σε ανθρώπινο επίπεδο, πρακτικά όμως φοβάμαι πως δεν υπήρξαν τέτοιες εποχές. Σε σημαντικό βαθμό, το ραδιόφωνο ήταν το μέσο με το οποίο
η μουσική βιομηχανία προωθούσε τα προϊόντα της στους καταναλωτές της, και τα
mainstream και τα εναλλακτικά, γιατί οι δισκογραφικές εταιρίες, είτε μεγαλύτερες είτε μικρότερες, έκαναν παρόμοιες δουλειές. Μας πουλούσαν τη δυνατότητα να ακολουθήσουμε το όποιο
μουσικό ρεύμα ήταν της μόδας, να ανήκουμε δηλαδή στο κοπάδι, μας πουλούσαν όμως
και τη δυνατότητα να διαφέρουμε από αυτό, αγοράζοντας υποτίθεται ψαγμένη «εναλλακτική» μουσική –εμπορεύματα ήταν και τα μεν και τα δε. Αυτά για να μη μασάμε τα λόγια μας, αναγνωρίζοντας φυσικά ότι στο ραδιόφωνο υπήρχαν σπουδαίες εξαιρέσεις, όπως το Τρίτο Πρόγραμμα της περιόδου του Μάνου Χατζιδάκι, για το οποίο έχουμε μιλήσει σε προηγούμενη εκπομπή.
Στη δική μας εποχή το webradio δίνει τη δυνατότητα ενός πιο συλλογικού και συμμετοχικού ραδιοφώνου, δηλαδή τη δυνατότητα
να άρουμε, ή
τουλάχιστον να μειώσουμε, την απόσταση μεταξύ παραγωγών και ακροατών, και δυνητικά να γίνουμε όλοι παραγωγοί και ταυτόχρονα ακροατές ο ένας του άλλου, πράγμα που έχει ήδη αρχίσει να
συμβαίνει. Και για αυτό η χώρα των θαυμάτων, προφανώς και με μεγάλη χαρά, παραχωρεί ώρες της σε ακροατές για να μοιραστούν τη μουσική που αγαπούν εντός ενός υποστηρικτικού, ασφαλούς και αλληλέγγυου ραδιοφωνικού χώρου. Και δεν
χρειάζεται να έχετε καμία δήθεν «γνώση» για τη μουσική, μόνο αγάπη για αυτήν και επιθυμία να τη μοιραστείτε, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να διασχίσουμε την έρημο: όλ@ μαζί και κανέν@ μόνο.
Όταν η έρημος στην άλλη άκρη του κόσμου μοιάζει με τη δική μας: άγιος θόρυβος, ακαταμάχητες μελωδίες και η διεθνής μαγεία του αυτοσχεδιασμού από την Καλιφόρνια μέχρι την Αθήνα και από τη Σουηδία μέχρι το Μεξικό – και μαζί, δυο λόγια για το ραδιόφωνο, τη συλλογικότητα και την αγάπη για τη μουσική.
Η κουλτούρα της πατριαρχίας συνεπάγεται τον συστηματικό αποκλεισμό των γυναικών από την ιστορία της μουσικής και την αντίστοιχη υποτίμηση ή/και αποσιώπηση του έργου τους ανεξαρτήτως μουσικού είδους. Και για αυτό έχουν τόσο μεγάλη σημασία albums όπως το New Standards Volume 1 της Terri Lyne Carrington. Hπολυβραβευμένη αυτή συνθέτρια, ντράμερ, ακτιβίστρια και εκπαιδευτικός έχει ιδρύσει το Ινστιτούτο για την Τζαζ και την Έμφυλη Δικαιοσύνη στο Berklee College of Music, και το New Standards είναι τοproject ανάδειξης του έργου συνθετριών της τζαζ, όπως το Wind Flower της Sara
Cassey. Αντίστοιχα στο πεδίο της κλασσικής μουσικής το έργο συνθετριών από τον 17ο αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή αναδεικνύεται στην τριλογία Τhe Future Is Female της πιανίστριας Sarah Cahill, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Unseen της σύγχρονης συνθέτριας Deirdre Gribbin, το οποίο αναφέρεται στους εξαθλιωμένους άστεγους στους δρόμους του Λονδίνου.