Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Tyler Childers σπάει τα στερεότυπα που συνδέονται με την country:
στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη μπαλάντα Ιn Your Love, την οποία
έγραψε από την οπτική του συμμάχου της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το κομμάτι
κυκλοφόρησε ως single του album Rustin’ in the Rain το 2023 και συνοδεύτηκε από
ένα video clip σε σενάριο του Silas House για τον έρωτα δύο ανθρακωρύχων μέχρι
τον θάνατο του ενός από τη νόσο του μαύρου πνεύμονα, η οποία προκαλείται από την μακροχρόνια συγκέντρωση σκόνης άνθρακα στους πνεύμονες.
Τόσο μουσικά όσο και αναπαραστατικά, το Ιn Your Love υποστηρίζει τη θεατότητα
των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και των ιστοριών τους στο πλαίσιο των εργατικών κοινοτήτων,
αλλά και στο πεδίο της country μουσικής όπου υποεκπροσωπούνται.
Για κάθε αγάπη που αντέχει μέχρι ο ήλιος να γίνει στάχτη: νέες κυκλοφορίες από τη σύγχρονη κλασσική των Balmorhea στο post-metal των Pelican, από τον blues ήχο των Gov’t Mule στα desert blues των Tinariwen, και από το alternative rock των The Last Internationale στην alternative country του Tyler Childers και του Jason Isbell (Φωτογραφία: Michael Chow)
O Wayne Shorter αντιλαμβανόταν την
jazz ως πρόκληση καινοτομίας σε αχαρτογράφητα – και για αυτό απρόβλεπτα συναρπαστικά – μουσικά πεδία, τόσο για τους μουσικούς της όσο και για τους ακροατές της. «Για μένα, η λέξη
‘jazz’ σημαίνει ‘σε προκαλώ’» έλεγε στο NPR, και αυτό ακριβώς έκανε, έπαιζε σαν ένας σχοινοβάτης που
βαδίζει χωρίς να έχει κανένα προστατευτικό δίχτυ από κάτω. WithoutANet, άλλωστε,
είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος ενός από τα albums του κουαρτέτου
του: αυτοσχεδιάζαμε, έλεγε oWayneShorterστους TheNewYorkTimes, με βάση «αυτό το
μικρό πράγμα που ονομάζουμε εμπιστοσύνη και πίστη. Για μένα, ο ορισμός της πίστης
είναι να μη φοβάσαι τίποτα».
Θα αποχαιρετίσουμε αυτόν τον ατρόμητο
μουσικό, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 2 Μαρτίου του 2023, μέσα από επτά εμβληματικά
κομμάτια – και φυσικά δε θα μπορούσαμε να μην ξεκινήσουμε με το Footprints, ίσως την πιο χαρακτηριστική από τις πολλές
συνθέσεις του που έγιναν κλασικές, από το album Αdam’s Αpple που κυκλοφόρησε το 1967
με τον Herbie Hancock στο πιάνο, τον Reggie Workman στο μπάσο και τον Joe
Chambers στα ντραμς.
Τo fear nothing: αποχαιρετισμός στον Wayne Shorter μέσα από τις θρυλικές του ηχογραφήσεις και τις συμμετοχές του στο κουιντέτο του Miles Davis, τους Art Blakey & The Jazz Messengers και τους Weather Report – μαζί, Τέμπη, πανδημία και η αναλωσιμότητα της ζωής όλων μας (φωτογραφία: Michael Putland)
Ό,τι λάμπει είναι
χρυσός. Οι λίστες με τα «καλύτερα»
τραγούδια, albums κ.λπ. της
χρονιάς δημιουργούνται από τα mainstream μέσα με διαφανή κριτήρια και ανεξάρτητα από τη μουσική βιομηχανία, η οποία
ουδέποτε έχει προωθήσει τα προϊόντα της μέσω άρθρων γνώμης. Όλη η μουσική
άλλωστε μπορεί και πρέπει να κατηγοριοποιείται και να ιεραρχείται, και κάθε
συναίσθημα που μας προκαλεί να ανάγεται σε νούμερα και αστεράκια. Επίσης, οι
γάιδαροι πετάνε.
Οπότε, όχι, αυτά
δεν είναι τα «καλύτερα» του 2025. Είναι απλά μέρος της μουσικής που ακούσαμε
και μοιραστήκαμε φέτος στη χώρα των θαυμάτων, αλλά και αυτής που δεν προλάβαμε
να μοιραστούμε – και στις δύο περιπτώσεις, όμως, φαίνεται ότι θα μας
απασχολήσει στο μέλλον. Προς το παρόν, 20 παραδείγματα φετινών κυκλοφοριών σε
χρονολογική και όχι αξιολογική σειρά – αν μη τι άλλο, για να μη χάνονται όλα εν
μέσω στοχευμένων προωθήσεων, επιτηδευμένων μουσικών και μεγάλων χασμουρητών.
1. Evan Nicole Bell
Shades of Blue (16 Ιανουαρίου)
Τραγουδίστρια και κιθαρίστρια, αυτοσχεδιάστρια και πολυοργανίστρια, συνθέτρια και στιχουργός, παραγωγός και μηχανικός ήχου: η Evan Nicole Bell διακρίνεται σε ένα εντυπωσιακό φάσμα ρόλων στο πρώτο της album, δημιουργώντας έναν σύγχρονο και πολυδιάστατο blues ήχο που συνδυάζει folk, alternative rock και soul στοιχεία, και, ταυτόχρονα, συνομιλεί με τη διαχρονική επικαιρότητα ενός συναρπαστικού παρελθόντος. Αν τα blues είναι βαθιές ρίζες όσο και σημερινά άνθη, εδώ αναδεικνύονται με την παραδειγματική καλλιτεχνική αυτονομία που αφενός τους αξίζει και αφετέρου χαρακτηρίζει την ιστορία της δημιουργίας τους.
2. Sharon Van Etten
& The Attachment Theory
Sharon Van Etten & The Attachment Theory (7 Φεβρουαρίου)
Καλλιτεχνικά ανήσυχη και διαρκώς εξελισσόμενη, η Sharon Van Etten επιστρέφει με το καλύτερο album της την τελευταία δεκαετία, αλλά και το πρώτο που αποτελεί συλλογική
δημιουργία με το τωρινό της συγκρότημα. Η στροφή των τελευταίων ετών προς μια new wave κατεύθυνση εδώ ενισχύεται από ατμοσφαιρικά post-rock στοιχεία, σε αντίστιξη με τα οποία τα εκφραστικά φωνητικά της
Sharon Van Etten ακούγονται πιο κοφτερά και ταυτόχρονα πιο τρυφερά από ποτέ. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζει συνολικά το album, σαν τη δυνατότητα να βλέπει κανείς την
εγγενή ομορφιά της ζωής ακόμα και όταν το φως διαρκώς εξασθενεί.
3. Anneke van Giersbergen
La Vie (28 Φεβρουαρίου)
Η μουσική πορεία της Anneke μετά τους The Gatheringφτάνει τα
18 χρόνια προσωπικών κυκλοφοριών και πολλαπλών συνεργασιών. Τίποτα, ωστόσο, δε
μοιάζει με αυτό το EP
και ούτε θα μπορούσε, καθώς περιλαμβάνει 4 τραγούδια που έγραψε μετά την απώλεια των γονέων της. Κι όμως, αυτή δεν είναι μουσική του πένθους, αλλά της ουσίας
του, του λόγου που έχει σημασία, με τη μοναδική ζεστασιά και αμεσότητα της Anneke να δημιουργεί έναν ατμοσφαιρικό και
χαμηλών τόνων ύμνο στην αγάπη. Καθόλου τυχαία, πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας
τριλογίας EPs που
θα συγκροτήσουν το νέο της album με τίτλο La Vie, La Mort, L’Amour: η Ζωή, ο Θάνατος, η
Αγάπη.
4. Rationalistas
Προσάναμμα (8 Μαρτίου)
Το ενσυνείδητο και βιωματικό hip hop των Rationalistas, γειωμένoστην καθημερινότητα της γειτονιάς και της δουλειάς, ανταποκρίνεται στην εποχή μας με έναν τρόπο που την ξεπερνάει: οι
ρίμες και τα beats συναρθρώνουν
οργανικά τις προσωπικές μας δυσκολίες με τις κοινωνικές συνθήκες που τις
προκαλούν, αλλά και την αλληλεγγύη που μας δίνει ανάσες, από την έμφυλη βία στην
Ηλιούπολη μέχρι τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μια μουσική οργισμένη αλλά και
υπέροχα μελαγχολική, ενδυναμωτική και ενίοτε χορευτική, στη σημαντικότερη μέχρι
σήμερα στιγμή ενός παραδειγματικά συλλογικού hip hop σχήματος.
5. Backxwash
Only Dust Remains (28 Mαρτίου)
Με τη χειρουργική ακρίβεια της λάμας του νυστεριού, αλλά και το σπάραγμα της
καρδιάς ενός τρομαγμένου πουλιού, η εκφραστική δύναμη της Backxwashαγγίζει τον προσωπικό και συλλογικό πόνο της εποχής
μας – από την ταυτότητα, το τραύμα και τη θνητότητα μέχρι την αγριότητα της
γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Τα ηχητικά της τοπία συνθέτουν industrial, rock και ambient στοιχεία σαν να ήταν το
πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ενώ οι ρίμες της ισοδυναμούν άλλοτε με τον πύρινο
λόγο ενός ιεροκήρυκα της Αποκάλυψης κι άλλοτε με εξομολογήσεις κυριολεκτικά τρομακτικής
ευαλωτότητας. Και ίσως είναι ακριβώς αυτή
η μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της
μουσικής της Backxwash που καθιστά το album της τόσο σημαντικό – και όχι μόνο
για το hip hop ή το 2025.
6. Anouar Brahem
After the Last Sky (28 Mαρτίου)
Ο Τυνήσιος ουτίστας Anouar Brahem αντανακλά συγκλονιστικά πάνω στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη
με κύριο όχημα τον jazz αυτοσχεδιασμό και τη βοήθεια του μπασίστα Dave Holland, του πιανίστα Django Bates και της τσελίστριας Anja Lechner. Ο τίτλος του album παραπέμπει σε ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Mahmoud Darwish, για τον οποίο η Παλαιστίνη ήταν «κάλεσμα και υπόσχεση ελευθερίας ταυτόχρονα»,
γράφει ο Adam Satz στις σημειώσεις του album, προσθέτοντας ότι ο Anouar Brahem ανταποκρίνεται
και στις δυο αυτές πλευρές όπως έκαναν τα εκατομμύρια των διαδηλωτών σε όλο τον
κόσμο: το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον όλων μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο
με τη μοίρα της Παλαιστίνης.
7. Deafheaven
Lonely People With Power (28 Μαρτίου)
Είναι ευχή και κατάρα για ένα συγκρότημα του ακραίου ήχου να προσελκύει mainstream ενδιαφέρον και στην περίπτωση των Deafheaven το αποτέλεσμα την προηγούμενη δεκαετία ήταν
να υπερεκτιμηθούν και να υποτιμηθούν ταυτόχρονα από διαφορετικά κοινά για
διαφορετικούς λόγους. Αλλά μέχρι εδώ: φέτος δεν κυκλοφόρησαν απλά το καλύτερό
τους album, αλλά
επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους συνθέτοντας τα καλύτερα επιμέρους στοιχεία
της με απαραίτητη αιχμή τα σχισμένα φωνητικά του George Clarke. Όσ@ αγαπάμε τη metal σκηνή, και τη μουσική περισσότερο από
τους εαυτούς μας, ξέρουμε τι να κάνουμε.
8. Rhiannon Giddens & Justin Robinson
What Did the Blackbird Say to the Crow
(18 Απριλίου)
HRhiannon Giddens και ο Justin Robinson, βραβευμένοι folk μουσικοί και παλαιότερα συνοδοιπόροι στους Carolina Chocolate Drops, ερμηνεύουν
18 παραδοσιακά κομμάτια με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα της live ηχογράφησης σε εξωτερικούς χώρους. Το
αποτέλεσμα είναι άλλη μια υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy
του 2026, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτα την κριτική τους θέση υπέρ της μουσικής
για την απόλαυση της κοινότητας αντί για τα συμφέροντα της αγοράς. «Ποιος είναι
ο ρόλος της μουσικής στην κοινωνία μας;» επιμένει η Rhiannon Giddens. «Πώς
μπορούμε να την αποσυνδέσουμε από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, όπου η μουσική
είναι προϊόν και οι μουσικοί έχουν δευτερεύουσα σημασία;»
9. SUMAC & Moor Mother
The Film (25 Απριλίου)
Είναι καιρός να πάρουμε πίσω την ανάσα μας: ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος
και η υποβλητική απαγγελία της hip hop ποιήτριας Moor Mother αφήνει προσωρινά τα free jazz ηχητικά τοπία των Irreversible Entanglements για να συναντηθεί εδώ με τον sludge metal πειραματισμό των SUMAC, οι οποίοι κυκλοφορούν μαζί της το καλύτερό τους album. Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες,
πόλεμος και εκτοπισμός, συστημική βία και κλιματική κρίση, είναι τα θεματικά
νήματα ενός album που η
ίδια του η ύπαρξη ως ενιαίου έργου τέχνης αντιβαίνει τον καταναλωτικό προσανατολισμό
της μουσικής βιομηχανίας.
10. Hedvig Mollestad Trio
Bees In The Bonnet (9 Μαΐου)
Μια από τις πρωτοπόρες κιθαρίστριες της εποχής μας επιστρέφει μετά από τέσσερα
χρόνια solo και συνεργατικών
κυκλοφοριών στο φυσικό της περιβάλλον. Η παροιμιώδης χημεία της Hedvig Mollestad με τη μπασίστρια Ellen Brekken και τον ντράμερ Ivar Loe Bjørnstad κατεδαφίζει
κάθε διαχωρισμό μεταξύ jazz, rock και metal – στην προκειμένη περίπτωση, σε τρεις
άξονες: καταιγιστικός αυτοσχεδιασμός, ατμοσφαιρικός πειραματισμός, και μια
μελωδική νηνεμία πριν την τελική καταιγίδα. Οι Hedvig Mollestad Trio είναι μια ασταμάτητη
πηγή αναπάντεχης και συναρπαστικής μουσικής – χωρίς περιστροφές, η ευρωπαϊκή jazz δεν ήταν ποτέ καλύτερη.
11. Pelican
Flickering Resonance (16 Μαΐου)
Τα λίγα δευτερόλεπτα του Sirius στην αρχή της χώρας των θαυμάτων σημαίνουν περισσότερα πράγματα από ένα
σήμα εκπομπής – έτσι γράφαμε πέρσι, επί τη ευκαιρία του νέου EP του κουαρτέτου από το
Σικάγο μετά την επανένωση της κλασικής του σύνθεσης: Trevor Shelley de Brauw και
Laurent Schroeder-Lebec στις κιθάρες, Bryan και Larry Herweg στο μπάσο και τα
ντραμς αντίστοιχα. Στα 24 χρόνια της πορείας τους, οι Pelican έχουν μια καθολικά ποιοτική δισκογραφία
– μερικά albums, ωστόσο, διακρίνονται με την τιτάνια δύναμη μιας λυτρωτικής καταιγίδας και τo ελπιδοφόρο φως μιας αλκυονίδας μέρας ταυτόχρονα. Το φετινό Flickering Resonance είναι
ένα τέτοιο album: η πρωτοποριακή και θεμελιώδης για το post-metal μουσική των Pelican ακούγεται άγρια και μελωδική, θλιμμένη αλλά πανίσχυρη, πολυπρισματική και την ίδια στιγμή προσιτή. Ή, αν προτιμάτε, είναι το ηχητικό αντίστοιχο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά τα χρόνια, για όλη τη σκηνή και την κοινότητα που τη στηρίζει. Είμαστε
πολύ τυχεροί, και εκείνοι και εμείς.
12. Bruce Springsteen & E Street Band
Land Of Hope & Dreams (20 Μαΐου)
Κάλλιστα θα μπορούσε εδώ να βρίσκεται το set των επτά ακυκλοφόρητων albumsτου Bruce Springsteen, ή η εκτεταμένη
επανακυκλοφορία του εμβληματικού album Nebraska. Αυτό το EP, ωστόσο, περιλαμβάνει εκπληκτικές εκτελέσεις τριών δικών του κομματιών και μιας διασκευής από τη φετινή του συναυλία στο Manchester, οι οποίες επιπλέον συνδέονται οργανικά με το μήνυμα αντίστασης και
ελπίδας που συνιστά η οξυδερκής και εκτενής κριτική του Springsteenστη διακυβέρνηση Trump. Με άλλα λόγια, είναι ένα σύγχρονο ντοκουμέντο
για την οργανική σχέση μουσικής και πολιτικής, για τα επίδικα της εποχής της
ανόδου της ακροδεξιάς, και για την ευθύνη που απορρέει από τον δημόσιο ρόλο των
καλλιτεχνών.
13. Julia Hamos
Ellis Island (6 Ιουνίου)
Αν το φως είχε ήχο, θα ακουγόταν κάθε φορά που τα δάχτυλα της Julia Hamosαγγίζουν τα πλήκτρα του πιάνου – ή
τουλάχιστον ένα τέτοιο φως λάμπει στα μάτια της όταν μιλάει για το μουσικό και προσωπικό της ταξίδι από και προς την πόλη της, τη Νέα Υόρκη, σημερινή και
παντοτινή πόλη μεταναστών, και την Ουγγαρία, από όπου κατάγεται η οικογένεια της.
Εξαιτίας της Julia Hamos οι κλασικοί Ούγγροι συνθέτες BélaBartók, GyörgyKurtág και GyörgyLigeti συνομιλούν με την Meredith Monk, τον Charles Mingus, αλλά και την Ουγγρική Μελωδία του Franz Schubert, σε ένα album ευφυές, παθιασμένο και χαρακτηριστικό της
εκφραστικής δυναμικής, αλλά και του κοινωνικού προσανατολισμού, της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
14. Terri Lyne Carrington
& Christie Dashiell
We Insist 2025! (13 Ιουνίου)
Μόνο μια κορυφαία μορφή της σύγχρονης jazz θα μπορούσε να τιμήσει αλλά και να επικαιροποιήσει τη διττή,
μουσική και πολιτική, κληρονομιά ενός avant-garde album όπως το We Insist!, το οποίο κυκλοφόρησε ο Max Roach το 1960 υποστηρίζοντας το Κίνημα για τα
Πολιτικά Δικαιώματα. Η πολυβραβευμένη ντράμερ, συνθέτρια, ακτιβίστρια και
εκπαιδεύτρια Terri Lyne Carrington δεν είναι απλώς αυτή η μορφή: αφενός το έχει
ξανακάνει με το Money Jungle των Ellington, Mingus και Roach, αφετέρου ο Max Roach
υπήρξε μέντοράς της. Μαζί με την τραγουδίστρια και στιχουργό Christie Dashiell ενσωματώνουν με μοναδικό τρόπο funk, blues, afrobeat,
spoken word και jazz poetry στοιχεία, αναδεικνύουν το αίτημα της φυλετικής
δικαιοσύνης την εποχή της ανόδου της ακροδεξιάς και της εκλογής Trump, και πρεσβεύουν, όπως λέει η Terri Lyne Carrington, «το πνεύμα του συλλογικού
αυτοσχεδιασμού, διαλογισμού και χαράς ως μορφές αντίστασης» – δηλαδή το πνεύμα της
ίδιας της jazz ως διαχρονικής ριζοσπαστικής τέχνης.
15. Los Angeles Philharmonic,
Gustavo Dudamel, Alisa Weilerstein,
Los Angeles Master Chorale, Tambuco
Gabriela Ortiz: Yanga (18 Ιουλίου)
Μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες στον κόσμο επιστρέφει στο έργο της Ortiz
για ένα δεύτερο και ίσως ακόμα καλύτερο album, το οποίο αναμένεται να σαρώσει
στα βραβεία Grammy του
2026, όπως το περσινό Revolución Diamantina. Το αξίζει και με το παραπάνω: από την
εκτεταμένη χρήση αφρικανικών ρυθμών και οργάνων στη σύνθεση για τον επαναστάτη σκλάβο Gaspar
Yanga, μέχρι τον φόρο
τιμής στην Violeta Parra, κύρια μορφή του κινήματος πολιτικού τραγουδιούNueva Canción στη Χιλή, αλλά και
ένα νέο κοντσέρτο για τσέλο με θέμα την υπεράσπιση του Yucatán από την τουριστική
ανάπτυξη στο Μεξικό. Με άλλα λόγια, αυτό το δεύτερο album σηματοδοτεί ότι το πρώτο δεν ήταν η εξαίρεση
που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ενώ η υψηλή θεατότητα ορχήστρας, μαέστρου και βραβείων μπορεί
να συμβάλλει σε ευρύτερες αλλαγές ρεπερτορίου. Το μέλλον της σύγχρονης κλασικής αναμένεται
συναρπαστικό, αν μη τι άλλο.
16. Buddy Guy
Ain’t Done With The Blues (30 Ιουλίου)
Από τη δεκαετία του 60 που ξεκίνησε στο
Σικάγο δίπλα στον Muddy Waters, τον Howlin’ Wolf και την Koko Taylor, μέχρι τα δεκάδες
προσωπικά albums και την πλειάδα των συνεργασιών που φτάνουν στις μέρες μας, ο
Buddy Guy είναι ένας εμβληματικός, βραβευμένος και ακραία επιδραστικός κιθαρίστας. Δεν ήταν όμως
ποτέ μουσικός που βασίζεται στις δόξες του παρελθόντος: ο μοναδικός του ήχος είναι
και σήμερα πρωτότυπος και η μουσική του επίκαιρη, από τον σύγχρονο
αντιρατσιστικό ύμνο Never Forget μέχρι το ντουέτο του με τον Christone
“Kingfish” Ingram, επιφανή κιθαρίστα της νεότερης γενιάς, με τον οποίον έχει επιπλέον κάνει κοινή περιοδεία. Ο Buddy δεν έχει τελειώσει με τα blues
γιατί όλες του οι νότες είναι συνώνυμες με την αγάπη για τη μουσική – και αυτή δεν έχει
τέλος.
17. Amanda Shires
Nobody’s Girl (26 Σεπτεμβρίου)
Πότε σταματήσαμε να αγαπάμε; Πώς καταλήγουμε να μη νιώθουμε τίποτα για να μη
νιώθουμε πόνο; Πόσο εκκωφαντική έχει γίνει η σιωπή; Έχουν υπάρξει πολλά breakup albums στην ιστορία της δισκογραφίας, το Nobody’s Girl όμως δεν είναι σαν αυτά,
όπως δεν είναι ούτε προβλέψιμο εγχειρίδιο αυτοφροντίδας, ούτε ναρκισσιστική εκφορά
κάποιου πληγωμένου εγώ. Η Amanda Shires έχει καλύτερα πράγματα να κάνει από το να
αναπαράγει συμβάσεις, όπως έχει ήδη δείξει η συμβολή της στην ανάπτυξη της alternative country / americana σκηνής,
και εδώ επικοινωνεί μια υπαρξιακή θα έλεγε κανείς ανατομία της πληγής, αναπόφευκτα
οδυνηρή αλλά και αναπάντεχα ενδυναμωτική. Ίσως ποτέ να μην ξεπερνάει κανείς εντελώς την κατάρρευση μιας σχέσης, αλλά ίσως να βοηθάει η επίγνωση ότι τουλάχιστον προσπάθησε να τη στηρίξει, όσο μάταιο
κι αν ήταν.
18. Rosalía
LUX (7 Νοεμβρίου)
Τα ύστερα του κόσμου – pop μουσική στη χώρα των θαυμάτων; Αφενός το έχουμε ξανακάνει με την Taylor Swift, αφετέρου η Rosalía υπερβαίνει αποτελεσματικά τους διαχωρισμούς μεταξύ pop και κλασικής, όπερας και παραδοσιακής μουσικής: 18 κομμάτια σε 13 γλώσσες, οργανωμένα σε τέσσερα μέρη κατά το πρότυπο των συμφωνικών έργων, με κύριο μουσικό συνοδοιπόρο τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Αυτή η δυναμική στηρίζει ένα συναρπαστικά πρωτότυπο concept για τη θηλυκότητα και την πνευματικότητα, τη ζωή και τον θάνατο, με αναπάντεχες συναισθηματικές όσο και υπαρξιακές πλευρές. Εσείς ξέρατε ότι μπορείτε να χωρέσετε σε ένα χαϊκού, ένα χαϊκού που καταλαμβάνει μια χώρα, μια χώρα που χωράει σε μια σκλήθρα, μια σκλήθρα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον γαλαξία;
19. Yawning Μan
Pavement Ends (14 Νοεμβρίου)
Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα ανθηρή χρονιά για τους πρωτοπόρους της σκηνής
της Palm Desert, και εδώ θα μπορούσαν να βρίσκονται τα albums που κυκλοφόρησαν με τα συνεργατικά
τους σχήματα Yawning Balch και SoftSun. Το Pavement
Ends, ωστόσο, δεν είναι απλά το καλύτερο των τριών, αλλά μια από τις σημαντικότερες
στιγμές της συνολικής δισκογραφίας των Yawning Μan. Ο κιθαρίστας Gary Arce, ο μπασίστας Mario Lalli και ο ντράμερ Bill Stinson δεν επαναπαύθηκαν ποτέ στις δάφνες τους και αυτή τη φορά η
αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα οδηγεί τα ηχητικά τους τοπία σε μια μουσικά επιτακτική,
συναισθηματικά φορτισμένη και ακαταμάχητα εξπρεσιονιστική κορύφωση.
20. Svalbard
If We Could Still Be Saved (17 Νοεμβρίου)
«Επειδή υπάρχει ομορφιά σε αυτό που τελειώνει»: η γλυκόπικρη αποχαιρετιστήρια
θύελλα αυτού του single είναι η τελική ηχογράφηση των Svalbard, οι οποίοι έχουν ανακοινώσει τη διάλυσή τους το 2026 και βρίσκονται στην τελευταία τους περιοδεία. Δεν ξέρω πόση ομορφιά υπάρχει
όταν σταματάει η πορεία ενός τόσο μουσικά όσο και πολιτικά κομβικού συγκροτήματος,
ξέρω όμως ότι υπάρχει η καλλιτεχνική ακεραιότητα και η προσωπική ειλικρίνεια που
αποτελούσε πάντα κλειδί της σχέσης μας μαζί τους: το τέλος έρχεται γιατί η
πολιτική οικονομία των πραγματικά εναλλακτικών συγκροτημάτων
δεν είναι κατά κανόνα βιώσιμη, και το συγκεκριμένο δεν κάνει υποχωρήσεις και εκπτώσεις για να μπορέσει να επιβιώσει. Υπόκλιση και δάκρυα λοιπόν, αλλά μαζί παντοτινή εμπιστοσύνη και
αγάπη – έτσι είναι οι καθαρές κουβέντες.
«Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται
θλιμμένες, είναι ότι διαθέτει ο κόσμος μας, για ν' αγαπάς τις μέρες τούτες»:
έτσι έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις στα Σχόλια του Τρίτου, ασκώντας κριτική στα
Χριστούγεννα των εμπόρων και του αστικού καθωσπρεπισμού.
Και φυσικά είχε δίκιο, ίσως όμως η αγάπη να βρίσκεται και στα πρόσωπα αυτών
που χρειάζεται να δώσουν μάχη για την υγεία τους, ή και τη ζωή τους, τις μέρες
των γιορτών. Είναι ιδιαίτερο συναίσθημα να βρίσκεται κανείς σε ένα νοσοκομείο, ελπίζοντας
ότι θα γίνει καλά και θα μπορέσει να κάνει Χριστούγεννα με τους δικούς του. Δεν
είναι λίγο και δεν είναι δεδομένο.
Κάποτε είχα διαβάσει ότι τα νοσοκομεία έχουν ακούσει πιο ειλικρινείς
προσευχές από τις εκκλησίες. Δε γράφονται συχνά τραγούδια για τέτοια πράγματα,
δεν είναι καθόλου εύκολο. Το κομμάτι με το οποίο θα κλείσουμε όμως είναι μια τέτοια κοσμική προσευχή: Soon You’ll Get Better, ένα τραγούδι της Taylor Swift για τη μάχη της μητέρας της με τον
καρκίνο, από το album Lover του 2019.
Κι όμως, δεν έχουμε όλοι και όλες αρκετά χρήματα, ούτε πάντα τους αγαπημένους μας κοντά, ούτε είμαστε μόνιμα σε καλή συναισθηματική ή σωματική κατάσταση, και τότε δε χωράμε στη συμβατική χαρά και κατανάλωση των γιορτών. Κι όμως, δεν είμαστε μόνοι, ούτε οι μόνοι, και χωράμε πάντα ο ένας στην αλήθεια της άλλης και φυσικά στη μουσική: 12 + 1 κομμάτια για το είναι, και όχι το φαίνεσθαι, των Χριστουγέννων (Φωτογραφία: Hulton-Deutsch Collection)
Για αρκετά από τα gothic,
symphonic και progressive rock και metal συγκροτήματα από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα έχει χρησιμοποιηθεί ο πολιτικά προβληματικός όρος
female fronted, απλώς και μόνο επειδή έχουν γυναίκες τραγουδίστριες. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γλώσσα ενσωματώνει αλλά και ισχυροποιεί τις έμφυλες διακρίσεις: η αναγωγή γίνεται στο φύλο μόνο όταν το υποκείμενο που τραγουδάει είναι γυναίκα, χωρίς κανένα μουσικό ή άλλο καλλιτεχνικό προσδιορισμό. Όπως
γράφει η Charlotte Wessels σε κείμενό της στο Kerrang το
2019, όταν σε ρωτούν συνεχώς «πώς είναι να είσαι γυναίκα στη μουσική βιομηχανία»
νιώθεις σαν να πρέπει να υπερασπίζεσαι τη θέση σου σε ένα πεδίο όπου η παρουσία
των ανδρών προσδιορίζεται ως δεδομένη και αυτονόητη ενώ η δική σου όχι: είναι ενδεικτικό ότι θεωρείσαι
«γυναίκα στη μουσική» αντί να θεωρείσαι μουσικός. H κριτική της Charlotte Wessels ανατρέπει τους όρους από
μια φεμινιστική οπτική: «απλά αναρωτηθείτε», γράφει στο κείμενό της, «αν ό,τι κι
αν είναι αυτό που ρωτάτε θα ακουγόταν παράξενο αντιστρέφοντας το φύλο του
υποκειμένου». Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε κάποιον να ρωτάει πώς
είναι να είσαι άνδρας σε ένα rock ή σε ένα metal συγκρότημα; Νομίζεις ότι θα γίνεις ποτέ πατέρας, και αν ναι,
πώς θα καταφέρεις να είσαι και πατέρας και να κάνεις και περιοδεία;
Εκφραστική ένταση, πανέμορφη μελαγχολία και ανοιχτοί μουσικοί ορίζοντες: ο ατμοσφαιρικός ήχος μέσα από progressive rock, gothic & symphonic metal κυκλοφορίες (φωτογραφία: Tim Tronckoe)
Hδεξιοτεχνία
του FreddieKing, η εκφραστικότητά και
ο εκρηκτικός ήχος της κιθάρας του άσκησαν καταλυτική επιρροή όχι μόνο στους bluesκιθαρίστες αλλά και στη rockμουσική συνολικά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα
το πολυδιασκευασμένο GoingDownαπό
το albumGettingReady… του 1971. Ενδεικτικά, θα το ακούσουμε από τους Gov’tΜuleκαι το livealbumτους TheDeepestEndτου 2003, στο οποίο
συμμετέχουν προσκεκλημένοι μπασίστες – όπως, στην προκειμένη περίπτωση, ο Roger Glover των Deep Purple – αποδίδοντας φόρο τιμής στον μπασίστα του
συγκροτήματος AllenWoodyπου έφυγε από τη
ζωή το 2000.
H γυναικεία ενδυνάμωση από τις πρωτοπόρες ηχογραφήσεις της Memphis Minnie και της Ida Cox στις νεότερες ερμηνείες της Barbara Dane και της Lucinda Williams, η πολιτικοποιημένη μουσική των Brownie McGhee και Sonny Terry, οι εκρηκτικές κιθάρες του Elmore James και του Freddie King, και το ταξίδι του Blind Willie Johnson από τη δεκαετία του 20 στο soundtrack της ταινίας Paris, Texas (φωτογραφία: Donaldson Collection)
Πόσο κουράγιο χρειάζεται κανείς για να δημιουργεί μουσική με τόση τρυφερότητα σε έναν
κόσμο με τόση σκληρότητα; Το Tecumseh Valley, δηλαδή η ιστορία της εργάτριας
Caroline και της πορείας της μέσα από τη φτώχια και την ανεργία στην εξαθλίωση
και τον θάνατο, θα μπορούσε να είναι ένα ρέκβιεμ, αλλά η ζεστασιά και η
αμεσότητα της ερμηνείας του Townes Van Zandt δεν το επιτρέπουν. Οι
υποβλητικές μελωδίες της μουσικής του και η καταλυτική λιτότητα της ποιητικής
των στίχων του οδηγούν πάλι στην αρχή, στο όνομα αυτής της εργάτριας και
στη λιακάδα που περπατάει πάντα δίπλα της.
Αυτούς τους ανθρώπους αγαπούσε ο Townes Van Zandt, τους περιθωριοποιημένους και νικημένους, τους από κάτω – για αυτούς τραγουδούσε και ως ένας από αυτούς έζησε και πέθανε πρόωρα στα 52 του χρόνια, έχοντας συνειδητά αρνηθεί να εκμεταλλευτεί τη συντριπτική επιτυχία των τραγουδιών του από άλλους ερμηνευτές, και διαλέγοντας για τον εαυτό του μια σταθερή μουσική πορεία μακριά από οτιδήποτε ονομάζεται καριέρα στη γλώσσα της μουσικής βιομηχανίας.
Το Tecumseh Valley
είναι ένα από τα κομμάτια του πρώτου album του Townes Van Zandt, το οποίο κυκλοφόρησε
το 1968 με τίτλο For the Sake of the Song, και ηχογραφήθηκε ξανά στο δεύτερό του album Our Mother The Mountain το επόμενο έτος. Αποτελεί μια από τις
σημαντικότερες συνθέσεις του με σταθερή παρουσία στα setlist των μικρής
κλίμακας και μεγάλης αμεσότητας συναυλιών που του άρεσε να δίνει, όπως δείχνει
και το live album Rear View Mirror του 1993, το οποίο περιλαμβάνει ηχογραφήσεις
του 1979.
Μουσικές αφηγήσεις από τα κάτω για την αγάπη σαν ταξίδι, για το κουράγιο και την ελπίδα, για τη ζωή και τον θάνατο, από την outlaw country της δεκαετίας του 70 και τη συνάρθωσή της με τη folk και τη rock αντικουλτούρα μέχρι τον σύγχρονο ήχο της alternative country σκηνής (φωτογραφία: Chloé Zhao – The Rider)
Η φωτογραφία στην αφίσα της σημερινής εκπομπής είναι από το Βirmingham της Alabama και την εμβληματική διαμαρτυρία που οργάνωσε εκεί το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα το 1963 ενάντια στις ρατσιστικές πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού.
Υπάρχουν φυσικά περισσότερες και πολύ σκληρότερες φωτογραφίες από εκείνη την
ημέρα: επιθέσεις της αστυνομίας με σκυλιά, ξυλοδαρμοί και βίαιες συλλήψεις,
ρίψεις νερού υπό πίεση με μάνικες – ξέρετε τώρα, όπως κάνουν σήμερα οι αύρες.
Αυτή η φωτογραφία, όμως, με δύο διαδηλώτριες κι έναν διαδηλωτή να στέκονται
όρθιοι κρατώντας η μία το χέρι του άλλου, είναι συμβολική της αντοχής και της
επιμονής του κινήματος – και αυτήν διάλεξε η Mavis Staples, τραγουδίστρια τότε των The Staple Singers και ενεργό μέλος του κινήματος, για το εξώφυλλο του σύγχρονου album της We’ll Never Turn Back το 2007.
Η μουσική που περιλαμβάνει αυτό το album είναι «η ψυχή εκείνης της επανάστασης», έτσι γράφει, στις
σημειώσεις που το συνοδεύουν, ο John Lewis, ιστορικό στέλεχος
του κινήματος: «ήταν αυτή η μουσική που μας έδινε ελπίδα όταν κάθε ελπίδα
έμοιαζε να χάνεται. Ήταν ο παλμός αυτής της μουσικής,
και το σταθερό, επιβεβαιωτικό της μήνυμα που μας κράτησε ενωμένους σαν μια
συμπαγή δύναμη. Όταν μας χτυπούσαν, μας συλλάμβαναν, μας φυλάκιζαν· [...] όταν
αντιμετωπίζαμε όπλα που έβγαιναν από τις θήκες τους, ρόπαλα και μαστίγια που
σηκώνονταν να μας χτυπήσουν· όταν μας έριχναν δακρυγόνα, μας ποδοπατούσαν με
άλογα, μας διασκόρπιζαν με μάνικες, ήταν αυτά τα τραγούδια που μας
εξύψωναν».
Όλα αυτά έχουν εύλογη ιστορική αξία, αλλά και αντίστοιχη σημασία για εμάς
σήμερα: «[ε]λπίζω», γράφει ο John Lewis, «ότι αυτή η μουσική θα σας βοηθήσει να βρείτε το κουράγιο να ξεσηκωθείτε,
να μιλήσετε και να διαμαρτυρηθείτε [...] θα σας βοηθήσει να δείτε τι μπορούν να
κάνουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι με ένα ασυνήθιστο όραμα όταν αποφασίσουν ότι δε
θα υποχωρήσουν». Και υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα προσεγγίζει η Mavis Staples το Down in Mississippi του J.B.
Lenoir, από το album του Alabama Blues του 1966.
Ο J.B. Lenoir μιλούσε τότε από την καρδιά
εκείνης της εποχής, τη δεκαετία του 60, για τον τόπο του, για τη ρατσιστική βία
και την ατιμωρησία της. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η Mavis Staples αντανακλά πάνω
στην ίδια εποχή από μια σύγχρονη οπτική γωνία, προσθέτοντας το δικό της βίωμα
από τις ρατσιστικές πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού αλλά και από την ανατροπή
τους μέσω του αγώνα του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Η επικαιρότητα
των blues, ωστόσο, ως
κατεξοχήν μουσική κουλτούρα των από κάτω, δεν είναι μόνο διαχρονική αλλά και
διαπολιτισμική, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, εκτείνεται στη δική μας
πλευρά του Ατλαντικού.
Στο ίδιο album του J.B. Lenoir θα στραφούν οι The
Last Drive το 2009, διασκευάζοντας το ομώνυμο κομμάτι στο album τους Heavy Liquid, με το οποίο επέστρεψαν στη δισκογραφία μετά από 15 χρόνια. Το Alabama Blues του J.B. Lenoir μιλούσε για τις ρατσιστικές δολοφονίες από την
αστυνομία εκείνη την εποχή, ενώ στην περίπτωση των The Last Drive το κομμάτι κυκλοφορεί έξι μήνες μετά
τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και αποτελεί αναφορά στο συλλογικό τραύμα του Δεκέμβρη. Είναι, με άλλα λόγια, «ο παλμός αυτής της μουσικής», όπως
έλεγε ο John Lewis, ο παλμός της πολιτισμικής καρδιάς της αφροαμερικανικής κοινότητας,
που διατρέχει και αντανακλά πάνω στους ιστορικούς αλλά και τους σημερινούς
κοινωνικούς αγώνες, από την Αλαμπάμα μέχρι τη σύγχρονη Αθήνα.
Επειδή στηρίζoυμε ο ένας την άλλη και η μουσική όλους μας: blues και κοινωνικά κινήματα ενάντια στον ρατσισμό και την αστυνομική βία, από τον Β.Β. King και τον J.B. Lenoir στην Aretha Franklin και τη Mavis Staples, και από τον John Lee Hooker στους MC5 και τους The Last Drive (φωτογραφία: Bettmann Archive).
Συνηθίζεται, όταν
πρόκειται για την επέτειο ενός album, να εστιάζει
κανείς στην επιρροή που άσκησε, πόσο μάλλον ενός album όπως το Mandylionτων The Gathering που είναι, χωρίς περιστροφές, blueprint: ένα μουσικό υπόδειγμα, χωρίς
το οποίο θα ήταν αδύνατον να φανταστεί κανείς την εκρηκτική άνθιση του ατμοσφαιρικού
ήχου και των αντίστοιχων gothic, symphonic και progressive rock καιmetal συγκροτημάτων που
ακολούθησαν από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα.
Για τη διαχρονική
επικαιρότητα του Mandylion, ωστόσο, υπάρχουν περισσότεροι λόγοι. Πρόκειται για
τη σημαντικότερη δημιουργία της πρώτης περιόδου των The Gathering, με πυλώνες τα
φωνητικά της Anneke van Giersbergen, τις lead και rhythm κιθάρες των
René Rutten και Jelmer Wiersm αντίστοιχα, τα πλήκτρα του Frank Boeijen, και τη rhythm
section των Hans
Rutten στα ντραμς και Hugo Prinsen Geerligs στο μπάσο. Ηχογραφήθηκε τον Ιούνιο
του 1995 και κυκλοφόρησε στις 22 Αυγούστου του ίδιου χρόνου – και φυσικά, τα τριάντα,
αισίως, χρόνια που μεσολαβούν μέχρι σήμερα, σχεδόν ένα τρίτο του αιώνα, θα αρκούσαν
για να ξεχαστεί οποιαδήποτε μουσική.
Αυτή όμως δεν είναι οποιαδήποτε μουσική.
Θα ήταν αδύνατο να μην ξεκινήσουμε με το Leaves, εμβληματικό κομμάτι και single από το Mandylion, και, από αυτήν την άποψη, παραδειγματικό της σημασίας του. Μέχρι τότε,
το συγκρότημα ήταν αναγνωρισμένο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής underground
metal σκηνής μέσα από τα δύο πρώτα albums
του, το Always... του 1992 και το Almost a Dance του 1993, τα οποία έμοιαζαν ως προς τον death / doom μουσικό τους
προσανατολισμό αλλά διέφεραν ως προς τους τραγουδιστές, με το δεύτερο να
δοκιμάζει επιπλέον ένα σχήμα με μοιρασμένα ανδρικά και γυναικεία φωνητικά.
H πολύπλευρη ανάπτυξη της πρωτοπόρου σκηνής του underground metal εκείνη τη δεκαετία αποτελεί μια απο τις σημαντικότερες εξελίξεις του σύγχρονου ήχου, και σε αυτό το πλαίσιο πειραματισμού και αναζήτησης υπήρχαν φυσικά και άλλα gothic και doom
metal συγκροτήματα που είχαν στραφεί σε γυναικεία φωνητικά. Αρχικά αυτό συνέβαινε κατ’ εξαίρεση ή συμπληρωματικά, ως μελωδική προσθήκη στην ένταση του ήχου συγκροτημάτων που είχαν κατά βάση ανδρικά
growls φωνητικά. Η δυναμική της ανάπτυξης της σκηνής ωστόσο δε θα αργούσε να αναδείξει τον πρωταρχικό ρόλο των γυναικείων φωνητικών ως φορέα έντασης, είτε ως καθαρά είτε ως growls, όπως καθολικά πλέον συμβαίνει σήμερα.
Το Mandylion αποτελεί σημείο καμπής: ήταν η πρώτη κυκλοφορία των The Gathering με την Anneke van Giersbergen να αναλαμβάνει όλα τα
φωνητικά και τους στίχους, ενώ οι συνθέσεις αποδίδονταν από κοινού σε όλα τα
μέλη του συγκροτήματος, πράγμα χαρακτηριστικό του συλλογικού του χαρακτήρα. Αναμφίβολα
η φωνή της Anneke ήταν καταλύτης – με την εντυπωσιακή δύναμη, τον όγκο και το
εύρος της, τη ζεστασιά του τόνου της και το βιμπράτο που έφερε από το ξεκίνημά
της στην jazz – ήταν όμως επίσης σημαντικό ότι το Mandylion βρισκόταν απέναντι από
τον έμφυλα αναγωγικό και πολιτικά προβληματικό όρο female fronted που χρησιμοποιεί το μουσικό μάρκετινγκ. Με άλλα λόγια, τα φωνητικά της Anneke είχαν και έχουν
μέχρι σήμερα σημασία όχι ως γυναικεία με τη στερεοτυπική
έννοια, αλλά ως μουσικά καθηλωτικά, τεχνικά άρτια και αρμονικά ενταγμένα
στο ηχητικό τοπίο του album ανεξάρτητα από το φύλο του φορέα τους.
Αυτός είναι ο λόγος
που το Mandylionαποτελεί θεμέλιο: άλλαξε τους όρους πρόσληψης
και αξιολόγησης του ατμοσφαιρικού ήχου. Διακρίνεται από την οργανική συνάρθρωση
ανάμεσα στα φωνητικά και τα όργανα, με την εκφραστική δύναμη της Anneke να απογειώνει
την ένταση αλλά και να υπογραμμίζει τις μελωδίες, κάποιες φορές υποστηρίζοντας τα
πανίσχυρα riff κι άλλες φορές σε αντίστιξη μαζί τους, με αποτέλεσμα μια ριζοσπαστική μουσική
δυναμική. Το album παραμένει ακρογωνιαίος λίθος του gothic metal και του ατμοσφαιρικού ήχου συνολικά, με τα δύο μέρη του In Motion να αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα – θα ακούσουμε το πρώτο στην studio εκτέλεση από το Mandylion,
και το δεύτερο στη live ημιακουστική εκτέλεση από το album Sleepy Buildings του 2004.
Το Mandylionαποτελεί ταυτόχρονα συμβολή
στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού progressive ήχου, ο οποίος είναι κύρια μουσική φλέβα του συγκροτήματος και όχημα
εξέλιξής του μέχρι σήμερα. Οι συνθετικές και ερμηνευτικές αρετές των The Gathering βρίσκουν τον απαραίτητο εκφραστικό τους
χώρο στις μεγαλύτερες των έξι λεπτών διάρκειες που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία
των κομματιών του Mandylion
– ανάμεσά τους, ωστόσο, ξεχωρίζει το Sand
and Mercury, το οποίο καταργεί τη δομή στροφών και ρεφρέν για να αναδείξει τα
ευρηματικά χαρακτηριστικά μιας κατά βάση ορχηστρικής προσέγγισης. Εδώ, με άλλα
λόγια, θα συναντήσουμε τη μουσική ρίζα κομβικών μεταγενέστερων κομματιών, από
τη μετάβαση στο progressive
rock που πρεσβεύει
το Travelμέχρι
τον πειραματικό χαρακτήρα του Black Light District, αλλά και τον ανανεωτικό ήχο της νεότερης
περιόδου που σηματοδότησε το Heroes for Ghosts.
Το Sand and Mercury,
όμως, νοηματοδοτεί την έννοια του progressive
όχι μόνο μουσικά αλλά και εννοιολογικά. Το θεματικό αντικείμενό
του δεν είναι φυσικά άγνωστο στο πεδίο του gothic metal, η προσέγγιση του συγκροτήματος όμως σε αυτό είναι πρωτότυπη: οι
στίχοι που αποδίδουν την επιθυμία ενός ετοιμοθάνατου ασθενούς να μη μείνει
μόνος στο τέλος της ζωής του συμπληρώνονται από ένα ηχητικό απόσπασμα όπου ο J. R. R. Tolkien διαβάζει ένα
χαρακτηριστικό σημείο από το βιβλίο της Simone de
Beauvoir A Very
Easy Deathτου 1964, το οποίο αναφέρεται στις τελευταίες
έξι εβδομάδες της ζωής της μητέρας της.
Πρόκειται για έναν
υπαρξιακό στοχασμό πάνω στην αγάπη, την απώλεια και το πένθος. «Δεν πεθαίνεις
επειδή γεννήθηκες, ούτε επειδή έζησες, ούτε από γηρατειά – πεθαίνεις από κάτι […]
Καρκίνος, θρόμβωση, πνευμονία: είναι τόσο βίαια και απρόβλεπτα όσο μια μηχανή
που σταματάει στη μέση του ουρανού», έγραφε η Simone de Beauvoir, αποδομώντας κατά
αυτόν τον τρόπο την απροβλημάτιστη σύνδεση ηλικίας και θανάτου, δηλαδή το κυνικό
κλισέ ότι όταν κανείς γερνάει οδηγείται με υποτίθεται φυσικό τρόπο στο τέλος
της ζωής.
«Δεν υπάρχει φυσικός
θάνατος, τίποτα από όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο δεν είναι ποτέ φυσικά, καθώς η
παρουσία του αμφισβητεί τον κόσμο. Όλοι άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν αλλά για τον
καθένα ο θάνατός του είναι ένα ατύχημα, και ακόμα κι αν το γνωρίζει και συναινεί,
είναι μια αδικαιολόγητη παραβίαση»: αυτό είναι το σημείο του βιβλίου που
διαβάζει ο Tolkien, σε ντοκιμαντέρ του BBCτο 1968, προσδιορίζοντάς το ως κλειδί για τη δημιουργία του Άρχοντα
των Δακτυλιδιών.
Ως το album που καθιέρωσε το
συγκρότημα στη σύγχρονη μουσική σκηνή, αλλά και στις καρδιές μας, τo Mandylion
περιλαμβάνει μερικά από τα πιο δημοφιλή και πλέον κλασσικά τραγούδια
των TheGathering, μέσω των οποίων, άλλωστε, πολλ@ από
εμάς ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή μαζί τους, είτε πρόκειται για singles, όπως το StrangeMachines, είτε για
αγαπημένα deep cuts, όπως το Εleanor. Επιπλέον,
η επανέκδοση του album το 2005 περιλάμβανε ακυκλοφόρητα demos, προσφέροντας
πρόσβαση στη δημιουργική διαδικασία του συγκροτήματος, αλλά και μια πρώτη
εικόνα της μελλοντικής εξέλιξης του ήχου του στην περίπτωση του Third Chance, ενός κομματιού που θα κυκλοφορήσει ολοκληρωμένο στο single Adrenaline Leaves του 1996, και σε διαφορετική εκτέλεση στο album Nighttime Birds του 1997.
Η πρώτη καταγραφή του Third Chance ως demo την περίοδο των ηχογραφήσεων του Mandylion χρησιμοποιεί τους στίχους του Ιn
Motion, ενώ ο ήχος του θυμίζει μια πρώιμη εκδοχή του alternative rock χαρακτήρα
που θα σηματοδοτήσουν μεταγενέστερα κομμάτια όπως το Liberty Bell και το
Rollercoaster. Από αυτήν την άποψη δίνει μια γεύση της διαχρονικής εξέλιξης των
The Gathering, η οποία θα υπερβεί τα όρια μεταξύ μουσικών ειδών και θα
καταστήσει τους διαχωρισμούς ανάμεσα στο gothic metal και το progressive rock, αλλά και το shoegaze και το trip hop, άνευ νοήματος, δηλώνοντας τη μουσική δυναμική αλλά και την
καλλιτεχνική ακεραιότητα ενός συγκροτήματος που δεν επαναπαύθηκε ποτέ στις
δάφνες του.
Θα κλείσουμε
επιστρέφοντας στην αρχή και το Leaves, σε live εκτέλεση από την επετειακή συναυλία για τα εικοσιπέντε χρόνια του
συγκροτήματος το 2014 και το album TG25: Live At Doornroosje που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο. Εδώ τραγουδούν μαζί η Anneke van Giersbergen και η Silje
Wergeland, η εξίσου σημαντική τραγουδίστρια που την διαδέχτηκε στη νεότερη
περίοδο του συγκροτήματος, και επίσης συμμετέχει ο τρομπετίστας Noël Hofman, καθώς
την ίδια περίοδο το συγκρότημα πειραματίστηκε ενσωματώνοντας πνευστά στον ήχο
του.
Σε αυτήν τη μουσική
γιορτή που ενοποιεί όλες τις εποχές των The Gathering δε μπορεί να μην
αναφερθεί κανείς και στο κοινό. Σε πολλές συναυλίες φυσικά το ακροατήριο συνηθίζει να τραγουδάει
στίχους από τα τραγούδια των αγαπημένων του συγκροτημάτων – στην προκειμένη
περίπτωση, δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του Leaves, το κοινό τραγουδάει ακόμα
και τις νότες του σόλο στην κιθάρα, δείχνοντας, αν μη τι άλλο, ότι η αγάπη,
όπως και η αυθεντική μουσική, με ήτα και με όμικρον γιώτα, δεν επηρεάζονται από
καμία πάροδο κανενός χρόνου.